Πέτρος Χαραλάμπους: Να αυξηθεί το κονδύλι για τον κινηματογράφο

unnamed

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεώργιου
Ο σκηνοθέτης Πέτρος Χαραλάμπους «νιώθει πολύ τυχερός» που μπορεί να κάνει το επάγγελμα που αγαπάει. Το Αγόρι στη Γέφυρα, η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ρώμης, παρουσιάστηκε ήδη σε άλλα φεστιβάλ και παρουσιάζεται πρώτη φορά στην Κύπρο στις Κινηματογραφικές Μέρες 2017, το Διεθνές Φεστιβάλ κινηματογράφου Κύπρου, που φέτος κλείνει 15 χρόνια παρουσίας. Η ταινία θα παρουσιαστεί στις 4 Μαΐου (20:00) στο Ζήνα Πάλας και στις 6 Μαΐου (20:00) στη λήξη του Φεστιβάλ στο θέατρο Ριάλτο. Είναι μια δραματική ταινία ενηλικίωσης που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ‘80 και τα γυρίσματα έχουν γίνει στον Καλοπαναγιώτη. Ο Πέτρος Χαραλάμπους αναγνωρίζει το «σπουδαίο έργο» που επιτελείται στο Φεστιβάλ και θεωρεί «πως υπάρχει μια σχετική άνθιση του κινηματογράφου στην Κύπρο». Επισημαίνει, όμως, όπως και πολλοί άλλοι, την ανάγκη για να αυξηθεί το κονδύλι για τον κινηματογράφο.

ΠΕΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

  • Να αυξηθεί το κονδύλι για τον κινηματογράφο
  • Νιώθω πολύ τυχερός που μπορώ να έχω ως επάγγελμα αυτό που αγαπώ

Μπορείτε να μας πείτε με λίγα λόγια το θέμα και την υπόθεση της ταινίας σας;

Όπως λέει και ο τίτλος της ταινίας, το θέμα της ταινίας, συμβολικά και ρεαλιστικά, είναι η μετάβαση ενός αγοριού από τη μια πλευρά της γέφυρας στην άλλη-από μια κατάσταση σε άλλη, από νεαρό αγόρι σε νεαρό άνδρα. Το Αγόρι στη Γέφυρα είναι μια δραματική ταινία ενηλικίωσης που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ‘80. Σε ένα ειδυλλιακό κυπριακό χωριό, ο δωδεκάχρονος Σωκράτης βρίσκεται αναμεμειγμένος σε μια υπόθεση φόνου που συγκλονίζει αυτόν και την οικογένειά του. Καθώς ο Σωκράτης πλησιάζει στην αλήθεια, ξεδιπλώνονται μπροστά του στοιχεία που συνδέουν αυτούς που αγαπά με το έγκλημα, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με τη δική του ύπαρξη. Πίσω από τη φαινομενικά ιδανική του οικογένεια βρίσκονται παλιά μυστικά, που έρχονται να ανατρέψουν την ανέμελη ζωή του παιδιού. Ακολουθούμε τον Σωκράτη σε ένα συναρπαστικό ταξίδι αυτογνωσίας, καθώς ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της αγάπης, της οικογενειακής θαλπωρής και του θάρρους.

Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο της Ηβ Μάκης The Land of the Golden Apple. Πώς το επέλεξες;

Από την πρώτη στιγμή, όταν με πήρε τηλέφωνο η Eve και μου πρότεινε να σκηνοθετήσω το βιβλίο της, ενθουσιάστηκα με την ιστορία, τους χαρακτήρες αλλά και από τον τρόπο γραφής της. Το γεγονός ότι όλα μου φαίνονταν τόσο οικεία και μου μιλούσαν με ξεκάθαρες, γνώριμες εικόνες, ήταν ακόμη ένα κίνητρο μαζί με τον ενθουσιασμό της Eve και αυτό που μου φώναζε η καρδιά μου. Την ίδια στιγμή έμαθα ότι είχε πάρει τηλέφωνο και τον παραγωγό μας, τον Μάριο Πιπερίδη και του πρότεινε να αναλάβει την ταινία και έτσι πίστεψα ότι όλα συντελούσαν στο να προχωρήσουμε μαζί και να είμαστε εδώ σήμερα.

Πόσο εύκολο ήταν να γυριστεί η ταινία και πόσο κράτησε η όλη διαδικασία;

Η ταινία μάς πήρε μέχρι και την ολοκλήρωσή της 5 χρόνια περίπου. Ήταν μια δύσκολη πορεία που άξιζε όμως πραγματικά η κάθε στιγμή και θα την ξαναζούσα με ευχαρίστηση. Από τη διαδικασία του σεναρίου, της προπαραγωγής, των προβών, της παραγωγής, του μοντάζ, της αγωνίας της πρεμιέρας, όλα! Τα γυρίσματα εποχής (αν μπορώ να πω έτσι το ‘88) είχαν τη δική τους δυσκολία αν και η δεκαετία του ‘80 είναι πολύ γνώριμη σε μένα και στους περισσότερους συντελεστές της ταινίας. Είχαμε προσωπικές εμπειρίες και αναφορές. Η πιο μεγάλη πρόκληση όμως ήταν να μεταμορφωθούν οι πρωταγωνιστές στον τρόπο που μιλούσαν και έμοιαζαν. Κάποιοι άφησαν μουστάκι, μαλλιά, γένια – οι κοπέλες άλλαξαν το χρώμα των μαλλιών και το κτένισμά τους… και τα παιδιά έγιναν από παιδιά της πόλης σε παιδιά του χωριού.

Γιατί τα γυρίσματα έγιναν στον Καλοπαναγιώτη;

Ένιωσα από την πρώτη μου επίσκεψη στο χωριό πως ήταν το ιδανικό σκηνικό για την ταινία μας. Το πανέμορφο τοπίο, το ποτάμι, η πλατεία δίπλα από τον Λαμπαδιστή, η γέφυρα, αλλά και ο τρόπος που είναι κτισμένος στην πλαγιά του βουνού με μια άγρια ομορφιά, εξυπηρετούσε την ιστορία της ταινίας. Προσαρμόσαμε φυσικά κάποια στοιχεία για να φαίνεται ξεκάθαρα η δεκαετία του ‘80, αφαιρέσαμε κάποιες πινακίδες και κάποιους μοντέρνους φωτισμούς ή στοιχεία σημερινά και προσαρμόσαμε τα σπίτια των πρωταγωνιστών. Η προσπάθειά μας για την οργάνωση και το στήσιμο της παραγωγής έγινε πιο εύκολη με τον τρόπο που μας αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή ο κόσμος του Καλοπαναγιώτη, με πρώτο τον κοινοτάρχη, κύριο Παπαδούρη, που είναι και συμπαραγωγός στην ταινία. Μας στήριξαν και μας βοήθησαν και πρακτικά. Οι φιλίες που δημιουργήθηκαν πριν και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων θα κρατήσουν για πάντα. Τώρα κάθε φορά που επισκέπτομαι το χωριό νιώθω, όπως και όλοι οι συντελεστές, πως ένα κομμάτι μας δεν έφυγε ποτέ για να επιστρέψει στην πόλη.

Επιτελείται σπουδαίο έργο και θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του Φεστιβάλ γι’ αυτό, γιατί ξέρω με πόσο κόπο κτίζεται και θυσίες από τον προσωπικό τους χρόνο. Ξέρω επίσης με πόση αγάπη αγκαλιάζουν το θεσμό και τον στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις.

Βασικοί πρωταγωνιστές της ταινίας είναι παιδιά. Πόσο δύσκολο ήταν να δουλέψετε μαζί τους;

Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι δύο δωδεκάχρονα αγόρια. Ο Σωκράτης και ο Μάρκος – o Κωνσταντίνος και ο Γιώργος. Η πρόκληση στη συνεργασία μας ήταν να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε αληθινούς και πιστευτούς χαρακτήρες που θα έδεναν απόλυτα με το σενάριο, το χρόνο και το χώρο όπου διαδραματιζόταν η ιστορία μας. Άρα το να μεταμορφώσεις δύο παιδιά της πόλης το 2015 σε παιδιά του χωριού το 1988 είναι από μόνο του μια πρόκληση. Κάναμε αρχικά πολλούς αυτοσχεδιασμούς, αρκετές συζητήσεις, παιχνίδια μέσα και έξω στο δρόμο, τα χωράφια. Παίξαμε με τις λάσπες, τρέξαμε, κάναμε ποδήλατο… Μόνο μετά από όλα αυτά πήραμε στα χέρια το σενάριο για να μάθουμε λόγια. Πραγματικά ήταν και οι δύο εξαιρετικοί. Όπως επίσης και τα δύο άλλα μικρά παιδιά που είχαμε. Η αφοσίωσή τους και το ταλέντο τους με εξέπληττε κάθε μέρα. Και αργότερα στο γύρισμα έδειξαν απίστευτη ωριμότητα, σαν να είχαν χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Σε αυτό βοήθησε και η τέλεια συνεργασία τους με τους πιο μεγάλους και έμπειρους ηθοποιούς που τους αγκάλιασαν και τους στήριξαν από την πρώτη στιγμή.

Ποιοι είναι οι άλλοι βασικοί συντελεστές της ταινίας;

Στο σενάριο ήταν ο Σταύρος Παμπαλλής και η Ήβ Μάκης, στην διεύθυνση φωτογραφίας ο Γιώργος Ραχματούλιν, μοντάζ ο Σωτήρης Χρίστου, ήχο ο Χρίστος Κυριακούλλης, μουσική ο Andrey Dergachev, σχεδιασμός παραγωγής Ανδρέας Αντωνίου, κοστούμια η Κρίστυ Πολυδώρου, σκηνικά Μάριος Νεοκλέους. Παραγωγοί ο Μάριος Πιπερίδης και η Janine Teerling.

 Πως προέκυψε η συνεργασία με τον Andrey Dergachev, ο οποίος μεταξύ άλλων έγραψε τη μουσική για την γνωστή ρώσικη ταινία Λεβιάθαν που είδαμε και στην Κύπρο παλαιότερα στο Φεστιβάλ;  

Ενώ η ταινία Loveless, η τελυταία που έχει γράψει μουσική,  είναι στις φετινές Κάννες. Πάντα πίστευα πως όταν θες κάτι πολύ πρέπει να το κυνηγάς όσο πιο δυνατά μπορείς. Όταν αρχίσαμε κάποιες πρώτες άκαρπες επαφές για να επιλέξουμε τον συνθέτη της ταινίας αποφάσισα να πάρω την πρωτοβουλία να έρθω σε επαφή με τον Andrey. Έψαξα και βρήκα ένα email και του εγραψα λίγα πράγματα για την ταινία μας και ότι λάτρεψα την ταινία The return της όποια επίσης είχε γράψει την μουσική. Μου απάντησε αμέσως. Δεν το περίμενα! Μου ζήτησε να δει την ταινία για να αποφασίσει- του την έστειλα αμέσως! Η ποιότητα ενός καλλιτέχνη κρύβεται στην απλότητα του-αυτό ακριβώς ένιωσα για αυτόν.  Με το χαμόγελό του, με την κουβερτούλα του στους -40 της Μόσχας, με τη θετικότητα του. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Μιλούσαμε μόνο στο skype και έτσι γράφτηκε η μουσική. Απίστευτα δημιουργική εμπειρία!

Όλοι οι συντελεστές όμως έκαναν απίστευτη δουλειά. Ιδιαίτερα θέλω να ξεχωρίσω την συνεργασία μου με τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Ραχματούλιν. Η κινηματογραφική ματιά του και η αισθητική που έφερε με το φωτισμό του και τις κάμερες έδωσαν μια διαφορετικότητα στην ταινία και ήρθε με το visual story του να υποστηρίξει αυτά που ήθελα να εκφράσω με την ταινία.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ρώμης. Έχει παρουσιαστεί σε άλλα φεστιβάλ; Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού, κριτικών;

Με λιγότερο από ένα χρόνο φεστιβαλικής ζωής, η ταινία μας έχει ταξιδέψει, ή θα ταξιδέψει, σε πολλά φεστιβάλ σε πολλές χώρες. Όταν ξεκίνησε η φεστιβαλική πορεία της ταινίας μας δεν ήμουν σίγουρος για το πώς θα δεχόταν ο κόσμος, τα φεστιβάλ και οι κριτικοί Το Αγόρι στη Γέφυρα. Ήταν μια πρώτη επαφή με όλο αυτό που μου έμαθε πάρα πολλά. Στη Ρώμη είχαμε στην πρεμιέρα 1.000 άτομα και τα 800 ήταν παιδιά. Όταν τα παιδιά στην Ιταλία και στη Γαλλία βλέπουν με τόσο ενθουσιασμό και προσοχή μια ταινία από την Κύπρο που διαδραματίζεται το ’80 στον Καλοπαναγιώτη… αυτό με ξεπερνά, δεν το περίμενα. Στη Θεσσαλονίκη είχα μια αλλιώτικη αγωνία. Ήταν η πρώτη φορά που θα προβάλλαμε την ταινία σε ελληνόφωνο κοινό. Και εκεί η αντίδραση του κόσμου με εξέπληξε. Τώρα ανυπομονώ να δω πώς θα δεχτεί και ο κόσμος εδώ την ταινία. Ελπίζω να την αγκαλιάσει και να βρει κάτι μικρό να πάρει μαζί του μετά το τέλος της, να ταυτιστεί, να θυμηθεί, να νιώσει ότι κάτι τον άγγιξε.

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο;

Δεν ήξερα από μικρός ότι θα γινόμουν σκηνοθέτης. Δεν έβλεπα πολλές ταινίες, ούτε ήξερα απ΄ έξω ονόματα ηθοποιών και σκηνοθετών. Η σκηνοθεσία ήρθε στην πορεία. Η ανάγκη για δημιουργική έκφραση των συναισθημάτων μου και η αγάπη μου για τη ζωγραφική, το θεατρικό φωτισμό και τη φωτογραφία με την οποία με μπόλιασε ο πατέρας μου- συνδυάστηκαν με τις σπουδές μου στο Λος Άντζελες και με έφεραν εδώ που είμαι σήμερα και νιώθω πολύ τυχερός που μπορώ να έχω ως επάγγελμα αυτό που αγαπώ. Επίσης χαίρομαι που μπορώ να βρίσκομαι καθημερινά σε πλατό και να σκηνοθετώ διαφημίσεις που ουσιαστικά είναι μικρές ταινίες – και έτσι τις προσεγγίζω – μόνο που η ιστορία πρέπει να βγει σε μερικά δευτερόλεπτα. Ο κινηματογράφος για μένα είναι τρόπος έκφρασης! Είναι μια μοναδική, μαγική τέχνη, η οποία συνδυάζει όλες τις άλλες μορφές τέχνης. Σε μια ταινία ο θεατής μπορεί να τις απολαύσει όλες την ίδια στιγμή-φωτογραφία, υποκριτική, μουσική.

Yπάρχει εξέλιξη στον κυπριακό κινηματογράφο;

Τα τελευταία χρόνια αρκετές κυπριακές ταινίες έχουν διακριθεί στο εξωτερικό σε πολύ μεγάλα φεστιβάλ και όχι μόνο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως υπάρχει μια σχετική άνθιση του κινηματογράφου στην Κύπρο και αυτό είναι πολύ αισιόδοξο. Με μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες που έχουν κάτι διαφορετικό να πουν, με πολύ ωραία θεματολογία, αλλά και πρωτότυπες, με δυνατό λόγο, πολιτικό ή όχι. Τώρα γνωρίζουμε πως επτά ακόμη κυπριακές ταινίες θα είναι έτοιμες ώς του χρόνου, πράγμα πολύ σημαντικό για τα δικά μας δεδομένα και μακάρι να συνεχίσει το Υπουργείο να στηρίζει όλη αυτή την προσπάθεια. Και η κυβέρνηση φυσικά να αυξήσει τον προϋπολογισμό για τον κινηματογράφο, γιατί είναι ξεκάθαρα μια τεράστια προβολή της Κύπρου στο εξωτερικό.

Πόσο σημαντικό για τη δουλειά σας είναι η συμμετοχή σας στο Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες 2017;

Είναι η πρώτη φόρα που μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετάσχω στο φεστιβάλ. Τα προηγούμενα χρόνια ήμουν απλά θεατής και ανυπομονούσα για τη στιγμή που θα είχα κι εγώ μια ταινία να διαγωνίζεται. Είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα να μπορώ να παρουσιάσω τη δουλειά μου στην Κύπρο, γιατί εδώ είναι η χώρα μου, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντελεστές της ταινίας, που οι πλείστοι δεν την έχουν δει, αλλά και η επαγγελματική μου βάση. Ελπίζω η ταινία να αρέσει, γιατί θα με βοηθήσει και στη συνέχεια με την επόμενη ταινία, αλλά και στις διαφημίσεις που σκηνοθετώ καθημερινά.

Πώς κρίνετε το Φεστιβάλ και τι θα προτείνατε για την περαιτέρω ανάπτυξή του;

Είναι μια γιορτή του κινηματογράφου. Χρόνο με χρόνο εξελίσσεται, εμπλουτίζεται, το πρόγραμμα περιλαμβάνει όλο και καλύτερες ταινίες από όλο τον κόσμο – με βραβεία στα μεγαλύτερα φεστιβάλ, με αξιόλογες παράλληλες δράσεις, με διαλέξεις και σεμινάρια με σπουδαίους επαγγελματίες του χώρου! Επιτελείται σπουδαίο έργο και θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές γι’ αυτό, γιατί ξέρω με πόσο κόπο κτίζεται και θυσίες από τον προσωπικό τους χρόνο. Ξέρω επίσης με πόση αγάπη αγκαλιάζουν το θεσμό και τον στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις. Θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω το φεστιβάλ που μας επέλεξε να είμαστε κι εμείς μέρος όλου αυτού