67η Μπερλινάλε: Αναζητώντας απελπισμένα τον έρωτα

368
SOURCE ΚΥΠΕ

Τι είναι ο έρωτας; είναι το ερώτημα που βάζει ο γνωστός Κορεάτης σκηνοθέτης Χονγκ Σανγκ-Σου στην ταινία του “Στην ακρογιαλιά, τη νύχτα μόνη”, που είδαμε στο σημερινό πρόγραμμα της 67ης Μπερλινάλε. Ο έρωτας, με επίκεντρο συχνά τη γυναίκα, είναι ένα από τα τακτικά θέματα του σκηνοθέτη αυτού, βραβευμένου για πολλές ταινίες του σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ (“Στη χώρα των άλλων”. “Η κόρη του κανενός”, “Yourself and Yours”, “Η γυναίκα στην παραλία”, “Η γυναίκα είναι το μέλλον του άντρα”).

Στη νέα του αυτή ταινία, ο Σανγκ-Σου στρέφεται σε μια νέα, διάσημη Κορεάτισσα ηθοποιό, τη Γιούν-Κι, η οποία, μετά την αποτυχημένη σχέση με ένα παντρεμένο, φεύγει, για να τον ξεχάσει, σε ένα ταξίδι στο Αμβούργο. Σε συζητήσεις με μια φίλη της, αλλά και σε βόλτες που κάνει σε πάρκα και στις όχθες ενός ποταμού, αρχίζει να διερωτάται για την έννοια του έρωτα και την αξία των σχέσεων. Ερωτήσεις και προβλήματα που συνεχίζει να συζητά, στην επιστροφή της, με μια παρέα παλιών φίλων, σε ένα γλέντι, γύρω από ένα τραπέζι, σε μια παραλιακή πόλη της Κορέας. Το ποτό (που πάντα παίζει ρόλο στις ταινίες του Σανγκ-Σου) θα ανάψει τα αίματα, με τη Γιούν-Κι να προκαλεί και να προσβάλλει τους άλλους, ιδιαίτερα τον μεσήλικα σκηνοθετη με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και ο οποίος μπορεί να είναι (χωρίς ποτέ να είσαι απόλυτα σίγουρος) ο παλιός εραστής. Προκλήσεις που βγάζουν στην επιφάνεια διάφορες αλήθειες και καταπιεσμένες επιθυμίες – η τελευταία αυτή, μεγάλης διάρκειας, σκηνή του γλεντιού, είναι και μια από τις καλύτερες της ταινίας.

Ο Σανγκ-Σου κινείται με ένα απλό στιλ, συγγενικό με εκείνο του Ιάπωνα Γιασουτζίρο Όζου, με την κάμερα να παρακολουθεί, συχνά ακίνητη, από κάποια απόσταση, τα πρόσωπά του και να καταγράφει τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους, χωρίς πότε να παίρνει μέρος, απλά κάνοντας ενδιάμεσα κάποιες νύξεις και αφήνοντας το θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, χρησιμοποιώντας, παράλληλα, τους φυσικούς χώρους, ιδιαίτερα το νερό και τη θάλασσα, ως αντίστιξη στα δρώμενα αλλά και για να δώσει την αίσθηση της ανάγκης κάποιας κάθαρσης, όταν η Γιουν-Κι περιφέρεται στην παραλία.

Η δεύτερη ταινία του διαγωνιστικού τμήματος, “Γιοακίμ” του Πορτογάλου Μαρσέλο Γκόμεζ, είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του εθνικού ήρωα της Βραζιλίας, Γιοακίμ Χοζέ ντα Σίλβα Χαβιέρ. Η ταινία εκτυλίσσεται στη Βραζιλία τον 18ο αιώνα όταν η χώρα ήταν πορτογαλική αποικία. Ο Γιοακίμ, αξιωματικός στον πορτογαλικό στρατό και κυνηγός λαθρέμπορων χρυσού, ξεκινά, μαζί με μια μικρή ομάδα, για να ανακαλύψει νέους πόρους χρυσού, για λογαριασμό του τοπικού κυβερνήτη. Στην πορεία του και με τη βοήθεια μιας μαύρης σκλάβας, με την οποία είναι ερωτευμένος, αρχίζει να συνειδητοποιεί την άγρια εκμετάλλευση των αυτόχθονων και τα αντιδημοκρατικά, κατασταλτικά μέσα με τα οποία αντιμετωπίζει η Ισπανία την αποικία της, γεγονός που θα τον φέρει σε σύγκρουση με τους κυβερνώντες.

Ο Γκόμεζ, ειδικευμένος σε ταινίες ρόουντ-μούβι (“Ταξιδεύω γιατί πρέπει”, “Κινηματογράφος, ασπιρίνες και όρνεα”), παρακολουθεί με άνεση, χωρίς εξάρσεις, τον Γιοακίμ και την ομάδα του, στην αναζήτησή τους αυτή, χωρίς τίποτα ιδιαίτερο να συμβαίνει στο μεγαλύτερο μέρος, καταγράφοντας απλά και με οξυδέρκεια, τις διάφορες καταστάσεις, τοποθετώντας πάντα τα πρόσωπά του στους συγκεκριμένους χώρους (φωτογραφημένους με ξεχωριστή φροντίδα από τον Πιέρ Ντε Κερτσόφ), για να μας οδηγήσει στην τελική συνειδητοποίηση/ανακάλυψη που θα οδηγήσει τον ήρωα του στην εξέγερση και το θάνατο (θάνατο, αξίζει να σημειώσω, που γνωρίζουμε από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, με τον νεκρό να μας αφηγείται τη ζωή του).

Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και η ομοφοβία σε μια συντηρητική κοινωνία, όπως αυτή των μεσοδυτικών πολιτειών της σύγχρονης Αμερικής είναι στο στόχαστρο της ταινίας “Discreet” του Τράβις Μάθιους (στο τμήμα “Πανόραμα” της Μπερλινάλε). Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας διανοητικά ασταθής άντρας που επιστρέφει σε μια αγροτική περιοχή του Τέξας για να επισκεφτεί την αλκοολική μητέρα του και να οργανώσει την εκδίκησή του ενάντια στον άντρα (γέρο πια) που τον είχε βιάσει όταν ήταν παιδί.

Ο Μάθιους χρησιμοποιεί τη φόρμα του ψυχολογικού (“ψυχοσεξουαλικού” το ονομάζει ο ίδιος) θρίλερ για να αφηγηθεί το δράμα του Άλεξ, ενός στην πραγματικότητα αντί-ήρωα, ανθρώπου του περιθωρίου, ο οποίος ζει σε μια Αμερική στα άκρα ενός παράξενου σουρεαλισμού, μιαν Αμερική επικίνδυνη κοινωνικά και πολιτικά, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία. Το δράμα ταυτόχρονα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξορκίσει τους εσωτερικούς του δαίμονες και να αντιμετωπίσει τον απεχθή παιδόφιλο που κατέστρεψε τη ζωή του.

Με “σύντροφο” μια νέα γυναίκα του YouTube, τη Μάντι, που προσπαθεί μέσα από διάφορα ηρεμιστικά βίντεο να του προσφέρει την επιθυμητή γαλήνη, ο Άλεξ καταφτάνει σε ένα Τέξας όπου κυριαρχούν ακροδεξιά, φασιστικά ραδιοφωνικά μηνύματα εκεί θα συναντήσει πρόσωπα απειλητικά και θα έχει παράξενες ομοφυλοφιλικές σχέσεις με ηλικιωμένους αγνώστους, σε μια απόπειρα απελευθέρωσης από το εφιαλτικό του παρελθόν. Με φλας μπακ από την παιδική του ηλικία, με σκηνές που ηθελημένα συγχέουν την πραγματικότητα με τη φαντασία (στο νου έρχονται οι ταινίες του Ντέιβιντ Λίντς), και με μια κάμερα στο χέρι που διαρκώς κινείται γύρω από τα πρόσωπα, με τη φύση (το δάσος, το ποτάμι) να παίζει σημαντικό ρόλο, και με λάιτ-μοτίβ τα πλάνα ενός πτώματος να παρασύρεται από τα νερά του ποταμού, ο Μάθιους έφτιαξε μια εφιαλτική, συχνά λυρική, ταινία που συνδυάζει την ομορφιά με την ασκήμια, την ποίηση με το ρεαλισμό, την αγριότητα με την αθωότητα.

SOURCE ΚΥΠΕ