Αυθαίρετη Διοίκηση

623

Του Δρος Ιωάννη Σ. Χριστοδούλου*

Δεν ξέρω αν τελεσφορήσει, αυτή τη φορά, η προώθηση νομοθεσίας για το συνετισμό της Δημόσιας Διοίκησης και την υποχρεωτική συμμόρφωσή της με τις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις μη σύννομων πράξεών της.

Από το 2001, όμως, που το Ανώτατο Δικαστήριο «ενόχλησε» τη Βουλή και την παρότρυνε να ψηφίσει νομοθετήματα που θα επισείουν ποινές για την περιφρόνηση των αποφάσεών του στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος, έχουν διαρρεύσει 16 ακόμα χρόνια, κοντά στις τόσες δεκαετίες πριν, που η Δημόσια Διοίκηση βυσσοδομεί πάνω στην αξιοπρέπεια πλείστων όσων υπαλλήλων της και απλών πολιτών.

Το γνωστό δόγμα «αν δεν σου αρέσει η απόφασή μας, πήγαινε στο Δικαστήριο» είναι δηλωτικό της βαθιάς περιφρόνησης της Διοίκησης για τη δικαστική εξουσία και της απύθμενης αδιαφορίας των ανώτερων και ανώτατων υπαλλήλων για τη νομιμότητα. Είναι δείγμα, επίσης, της οικτρής παρανόησης ότι η Δημόσια Διοίκηση είναι μέσο επιβράβευσης των αξιωματούχων που την ασκούν.

Αυτή η απύθμενου θράσους ιδέα, ότι κάποιοι διοικούν επειδή «ήλθε η ώρα τους» να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια άλλων, των υφισταμένων τους λειτουργών ή πολιτών, πρέπει να εξαρθρωθεί στα εξ ων συνετέθη.

Ο μόνος τρόπος είναι η νομοθετική κατοχύρωση και διασφάλιση της εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων. Αλλιώς η δικαστική διαδικασία που «αξιοποιεί» ο αδικημένος για να βρει το δίκιο του, γίνεται μια επιπλέον τιμωρία του: γίνεται έρμαιο των ανομολόγητων διαθέσεων επίορκων δικηγόρων, δήθεν μεσολαβητών για να αποδοθεί το δίκαιο, των καθυστερήσεων που επιδιώκουν οι δικηγόροι της άλλης πλευράς και της αδυναμίας των δικαστών, μέχρι στιγμής, να επιβάλουν τη βούληση της πληρεξούσιας πολιτείας τους να ελέγχει τον ασύδοτο εαυτό της διά των δικαστικών βουλευμάτων τους.

Βασική αρχή ευνομίας σε μια κοινωνία είναι οι εντεταλμένοι δημόσιοι αξιωματούχοι της να αποφασίζουν όχι ως άτομα αλλά ως άμεσοι, πριν τους δικαστές, εκφραστές του πνεύματος δικαίου που πρέπει να διέπει τη Δημόσια Διοίκηση. Η δικλείδα για τη διασφάλιση της δικαιοδοτικής αρτιότητας των αποφάσεων των αξιωματούχων του κράτους είναι να δεσμεύονται οι ίδιοι ότι εν γνώσει τους δεν θα αδικούν με τις γνώμες και τις ενέργειές τους.

Όταν συμβαίνει το αντίθετο, όταν εν γνώσει τους αδικούν δηλαδή, και αποδεικνύεται αυτό στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να υποχρεούται απλώς η Διοίκηση να επανορθώσει την αδικία που λειτουργοί της διέπραξαν σε βάρος υφισταμένου λειτουργού ή απλού πολίτη. Πρέπει να γίνεται κάτι που δεν προβλέπεται στο νομοσχέδιο που προωθείται: να ελέγχεται ποινικά ο αξιωματούχος που συνέβαλε ή αποφάσισε εξ ολοκλήρου την αδικία, αν αποδειχθεί ότι θα μπορούσε να το έχει αποφύγει ή, ακόμα περισσότερο, ότι σκόπιμα και με δόλο αδίκησε τον μετέπειτα ταλαίπωρο ικέτη της Δικαιοσύνης.

Αν αυτό κάποτε προβλεφθεί σε σχετική νομοθεσία, τότε οι θέσεις αξιωματούχων στη Δημόσια Διοίκηση δεν θα είναι περίζηλες, θηράματα ανεύθυνων εξουσιομανών και συμπλεγματικών δημόσιων λειτουργών. Θα είναι θέσεις καταξίωσης υπεύθυνων και ευσυνείδητων λειτουργών, οι οποίοι, και μόνο, θα βρίσκουν το θάρρος να διεκδικήσουν τέτοιους θώκους ή να τους αποδεχθούν ως απόρροια διορισμών και προαγωγών. Μέχρι τη μακρινή, δυστυχώς, αυτή εποχή, θα υφιστάμεθα την αυθαιρεσία της Δημόσιας Διοίκησης στο πρόσωπο ασυνείδητων, ατάλαντων και, ως εκ τούτου, απεχθών τυχάρπαστων, οι οποίοι θεωρούν ότι το Δημόσιο είναι ιδιοκτησία τους, και μπορούν να το νέμονται όπως και όσο τη μεγάλη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους…

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.