Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν: Ο Καλιγούλας του Καμύ κατανοεί το παράλογο της ύπαρξής μας

@Πάτροκλος Σκαφιδας

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Η Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν σκηνοθετεί τον Καλιγούλα του Καμύ, με τον Γιάννη Στάνκογλου στον ομώνυμο ρόλο, μια παράσταση που παρουσιάζεται στο Φεστιβάλ Κύπρια, (18 και 19 Σεπτεμβρίου στο Αμφιθέατρο Μακάριος ΙΙΙ, Λευκωσία, 20:30 και στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, 20:30). Μιλάμε για με την κ. Κνούτσεν για το έργο αυτό που ο Καμύ έγραψε νέος ακόμα στο Αλγέρι το 1938 και το επεξεργάστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το οποίο ενέταξε, μαζί με τον Ξένο και το δοκίμιο Ο μύθος του Σισύφου, στον «Κύκλο του Παραλόγου». Για την Αλίκη Κνούτσεν «ο Καμύ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας με εξαιρετική διανόηση, μια ιδιαίτερη σκέψη στο θεατρικό γίγνεσθαι και το φιλοσοφικό τοπίο. Ξεκινούμε με ένα πολύ γερό μυαλό που έχει μετατρέψει τη φιλοσοφική του σκέψη σε θεατρική δράση. Από κει και πέρα η θεματολογία του συγκεκριμένου έργου έχει μια άμεση αναφορά και σχέση με την εποχή μας και με τους προβληματισμούς τους οποίους ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχουμε».

Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν

  • Ο Καλιγούλας του Καμύ κατανοεί το παράλογο της ύπαρξής μας
  • Το μόνο πράγμα που έχει νόημα είναι η δράση

Επίκαιροι οι προβληματισμοί του έργου

Ρωτήσαμε την κ. Κνούτσεν ποια είναι η σχέση του έργου με το σήμερα. «Μέσα σε μια έντονη μάχη για επιβίωση, τα ερωτήματα της λογικής και της ουσίας της ύπαρξης του παράλογου της ζωής και του θανάτου έρχονται, με κάποιο τρόπο, σε πρώτο πλάνο», μας είπε. «Μπορεί να μην μιλάμε για ένα φανερό πόλεμο σήμερα, όπως ο Β’ Παγκόσμιος, εποχή που γράφτηκε το έργο και όπου η ζωή απειλείτο με πολύ πιο ξεκάθαρο τρόπο, αλλά και σήμερα όλα αυτά τα θέματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Τώρα ο χαρακτήρας του έργου ακριβώς με αυτές τις έννοιες παλεύει, παλεύει με ένα τρόπο ακραίο, και έτσι καταφέρνει το έργο να τις αναδείξει αυτές τις έννοιες, να τις φωτίσει με ένα πολύ πρωτότυπο τρόπο».

Ένα έργο που αμφιταλαντεύεται και δραματουργικά

Θέσαμε στην κ. Κνούτσεν τις ενστάσεις πολλών για το έργο, του οποίου δεν αμφισβητείται το φιλοσοφικό του υπόβαθρο αλλά οι θεατρικές αρετές του. «Ο ίδιος ο Καμύ», μας απάντησε, «αρνείται οποιανδήποτε φιλοσοφική διάσταση του έργου, ξεκινά με μια πρόθεση να καταγράψει με δράση την ανθρώπινη εμπειρία και την εμπειρία του συγκεκριμένου ήρωα. Από εκεί και πέρα το έργο είναι στην ανατολή του θεάτρου του παραλόγου, δεν είναι θέατρο του παραλόγου, είναι τη στιγμή που αρχίζει το θέατρο να αφήνει την αριστοτελική δομή, ψήγματα του έργου σπάζουν τα δομικά στοιχεία που συνιστούν την κλασική δραματουργία, άρα υπάρχουν τέτοια στοιχεία, δεν είναι Μπέκετ άλλα υπάρχουν. Το ενδιαφέρον του έργου είναι ότι αμφιταλαντεύεται και δραματουργικά, ανάμεσα σε μια ελεύθερη δομή και στην αριστοτελική δομή που υπάρχει σε κάποια σημεία, όπως αμφιταλαντεύεται και ο ίδιος ο ήρωας, ο Καλιγούλας, ανάμεσα στην ανθρώπινη του υπόσταση και στην ευαισθησία του σαν άνθρωπος και μια πιο σκληρή και ωμή λογική στάση πως η ζωή δεν έχει κανένα νόημα».

Νομίζω ο θεατής φεύγει με μια, έστω προσωρινή, εκτίμηση σε αυτά που μπορούμε να έχουμε, μπορεί να δώσει μια αξία σε ό,τι έχει στη ζωή, φεύγει με μια αντίδραση σε όσα λέει ο Καλιγούλας.

Η αναζήτηση της πορείας του Καλιγούλα
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία του έργου, η ίδια, όπως μας εξήγησε, προσπάθησε, όπως κάνει σε όλα τα έργα που σκηνοθετεί, να βρει «τη δραματική συνοχή του έργου και την ανατροπή των χαρακτήρων. Aυτό ίσως να οφείλεται και στον κινηματογράφο από όπου προέρχομαι, με ενδιαφέρει η εξέλιξη του χαρακτήρα, για να μιλήσει στον θεατή, η ανατροπή που είναι τόσο ανθρώπινη, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη πρόκληση να βρεθεί για μένα αυτή η σύγκρουση και η έννοια της ανατροπής σε αυτό το έργο. Η δική μου αναζήτηση», μας τόνισε, ήταν «η αναζήτηση της πορείας, μια συνεχούς πορείας του χαρακτήρα του Καλιγούλα μέσα στο έργο».

Πώς παρουσιάζει τον Καλιγούλα ο Καμύ

«Ο Καμύ έχει χρησιμοποιήσει πολλά ιστορικά στοιχειά, υπάρχει όμως μια βασική διαφορά που χρωματίζει και αλλάζει ριζικά το πρόσωπο το ιστορικό. Αναφέρει ο Καμύ σε ένα πρόλογο στην αγγλική έκδοση του έργου του πως ο Καλιγούλας, όπως ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, προβληματίζεται για το παράλογο της ύπαρξης. Tι συμβαίνει λοιπόν όταν αυτός ο κάποιος που αμφισβητεί το νόημα της ζωή τυχαίνει να είναι ένας αυτοκράτορας; Αυτή είναι η βασική του θέση. Ο Καλιγούλας είναι ένας άνθρωπος που κατανοεί το παράλογο της ύπαρξης και ο οποίος, αυτό το υπονοεί ο Καμύ και με γοήτευσε στο έργο, θέλει να βοηθήσει τους ανθρώπους, να καταλάβουν αυτή την έννοια. Στο έργο μπορεί να δει κάνεις την προσπάθεια του Καλιγούλα να κάνει τους γύρω του να εκτιμήσουν τη ζωή δίνοντάς τους να κατανοήσουν ότι ο θάνατος είναι η μόνη βεβαιότητα και η ζωή είναι παράλογη. Να θέλει πραγματικά να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του, σκοτώνοντας. Έχει την εξουσία να εφαρμόσει αυτή τη θεωρία για τη ζωή και το θάνατο και ναι, αυτό είναι επικίνδυνο».

Μια ιστορία ανώτερης αυτοκτονίας

Επικίνδυνο και για τον ίδιο τον ήρωα παρατηρούμε, και η κ. Κνούτσεν συμφωνεί, αφού το έργο, όπως το αποκάλεσε και ο ίδιος ο Καμύ, είναι ”μια ιστορία ανώτερης αυτοκτονίας”. Ο Καλιγούλας την θεωρία του, πως η μονή βεβαιότητα είναι ο θάνατος, την εφαρμόζει και στον εαυτό του. «Το “λάθος”», σύμφωνα με την κ. Κνούτσεν, «το οποίο δημιουργεί και την σύγκρουση για τον χαρακτήρα και που μας κάνει αν όχι να τον κατανοήσουμε, να νιώσουμε μια κάποια συμπόνια γι’ αυτόν , είναι ότι παραβλέπει και υποτιμά την ανθρώπινή του υπόσταση. Δηλαδή από μια εκλογίκευση της ζωής και του θανάτου, την οποία υποστηρίζει με παθός, φτάνει στο σημείο να αφήσει στην άκρη την ανθρώπινη υπόσταση και το συναίσθημα. Για να ήταν μια ολοκληρωμένη στάση ζωής, θα έπρεπε να υπάρχει ο παράγοντας άνθρωπος και συναίσθημα. Το αφήνει στην άκρη και αυτό τον σκληραίνει και τον καταστρέφει, κατά τη γνώμη μου. Τον καταστρέφει σαν χαρακτήρα, όχι επειδή πεθαίνει, άλλα επειδή έρχεται η κατάρρευση των ιδεών του, της ιδέας του».

Η αίσθηση των θεατών

«Ο καθένας εστιάζει σε διάφορα πράγματα», είναι η άποψη της κ. Κνούτσεν, «ανάλογα με τις εμπειρίες του και πώς αντιλαμβάνεται αυτό που σε πολύ μεγάλο φάσμα καλύπτει η φράση ‘’η ζωή δεν έχει νόημα’’ ή τι καταλαβαίνει όταν μιλούμε για το παράλογο της ζωής, για τον θάνατο, το ανέφικτο της ευτυχίας. Νομίζω ο θεατής φεύγει με μια, έστω προσωρινή, εκτίμηση σε αυτά που μπορούμε να έχουμε, μπορεί να δώσει μια αξία σε ό,τι έχει στη ζωή, φεύγει με μια αντίδραση σε όσα λέει ο Καλιγούλας».

Το παράλογο για τον Καμύ ήταν μια αφορμή για δράση. Το μόνο πράγμα που έχει νόημα είναι η δράση, αυτό μετράει, η πράξη και αυτό συνδέεται άμεσα με τη δράση του χαρακτήρα, του ήρωα. Σημασία δεν έχουν τα λόγια άλλα πώς ο χαρακτήρας δρα, η ανάγκη μάς οδηγεί σε μια δράση, σε μια κίνηση.

Έργο με πολλές απαιτήσεις από τους ηθοποιούς

Η κ. Κνούτσεν θεωρεί τη συνεργασία με τους ηθοποιούς εξαιρετική, σε ένα έργο με πολλές απαιτήσεις. «Τόσο υποκριτικές όσο και σωματικές απαιτήσεις για όλους. Όχι μόνο από τον Καλιγούλα αλλά και από τους υπόλοιπους. Ήταν πολύ ωραία η συνεργασία και οι πρόβες και εκεί προκύψαν αρκετά στοιχεία της παράστασης, εικαστικά και σκηνοθετικά. Είχα πολύ ωραίες συνθήκες γι’ αυτό το έργο. Ειδικότερα, τώρα, για τον Καλιγούλα, σαν ρόλος πρέπει να περάσει μέσα από μια δύσκολη πορεία, έχει φοβερές αντιφάσεις σαν χαρακτήρας και ιδιαιτερότητες, ένα πάθος και μια ενἐργεια που έχει παρά πολλές απατήσεις».

Η συνεργασία με τη Στέλα Φυρογένη

Ρωτήσαμε ειδικότερα για τη συνεργασία με τη Στέλα Φυρογένη και χαρακτηριστικά μας απάντησε ότι είναι «μια συνεργασία αιώνων». Κάνανε μαζί ταινίες, δούλεψαν στο θέατρο, «αν και λόγω αποστάσεων και υποχρεώσεων όχι όσο θα ήθελα». Η πρόταση για το έργο έγινε στη Στέλα Φυρογένη από την αρχή, «γιατί ξέραμε πως οι παραστάσεις θα συνεχίζονταν και θα γινόταν αντικατάσταση. Ξεκίνησε η παράσταση με την Θεοδώρα την Τζήμου στον Πειραιά, αλλά η Στέλα ήταν από την αρχή ήταν στην πρώτη συνάντηση, δεν ήταν μια παράστα ση που στήθηκε με άλλη ηθοποιό και η Στέλα κάνει απλώς αντικατάσταση. Υπήρχε αυτή η συνεργασία από την οποία τροφοδοτήθηκαν και οι δυο ηθοποιοί.»

Κινηματογράφος και θέατρο

Αναγκαστικά η συζήτηση στράφηκε και στις διαφορές ανάμεσα στο κινηματογράφο και το θέατρο αφού ασχολείται και με τα δύο. Για την κ. Κνούτσεν «είναι διαφορετικά τα πράγματα που φωτίζονται στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Τον κινηματογράφο τον αγαπώ, είναι στην ιδία την φύση μου, είναι μια κίνηση που γίνεται χωρίς να την αποφασίζω, δηλαδή τελειώνει μια ταινία και αμέσως υπάρχει η ετοιμότητα για να ξεκίνησα μια άλλη. Από εκεί και πέρα το θέατρο μου έχει προσφέρει πολλά, μου έχει δώσει μια δυνατότητα να είμαι σε μια άμεση και διαφορετική τριβή με του ηθοποιός, μιλώ για το υποκριτικό κομμάτι.». Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. «Ταυτόχρονα είναι ένας χώρος έχει μια αμεσότητα και είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό, υπάρχει μια  συνέχει, μια αμεσότητα, στήνω κάτι και έχω τη άμεση αντίδραση των θεατών , με αυτή την έννοια το θέατρο γεννά αυθόρμητα πράγματα, τα οποία πραγματώνει, τα βλέπεις την επόμενη στιγμή.» Για να καταλήξει πως περνάει ωραία στο θέατρο και «μπορώ να πω με λιγότερο στρες από ότι στο σινεμά.» 

Ο ελληνικός και ο κυπριακός κινηματογράφος

Αναρωτιόμαστε, επίσης, αν ο ελληνικός κινηματογράφος βγαίνει ξανά έξω από τα σύνορα της χώρας ή απλώς κάποιες ταινίες και κάποιοι σκηνοθέτες κάνουν διεθνή καριέρα. «Ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει και πολλές δυσκολίες, λόγω κρίσης οικονομικής αλλά και λόγω οργάνωσης» μας ξεκαθαρίζει και συνεχίζει: «Σίγουρα κάποιοι άνθρωποι έχουν κάνει μεγάλα βήματα και αυτά τα βήματα που έχουν κάνει μας βοηθάνε όλους. Έχουν στρέψει την προσοχή προς το ελληνικό σινεμά, αυτό είναι σημαντικό. Το ίδιο και με τον κυπριακό κινηματογράφο. Ο αριθμός των ταινιών έχει αυξηθεί, όπως και των ανθρώπων που κάνουν ταινίες μεγάλου μήκους. Είναι πολύ ευχάριστο αυτό, ότι υπάρχει η δυνατότητα, ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν την κατάρτιση, ότι κάνουν ταινίες και το κράτος όσο μπορεί στηρίζει και δίνει τη δυνατότητα να γίνονται κάποιες ταινίες. Αυτό έγινε, δεν έγινε κάποιο μπουμ, κάποιο new wave, δεν βλέπω να υπάρχει κάποια κοινή γραμμή, να μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι το ελληνικό σινεμά. Έχουμε πολύ δρόμο».

Το παράλογο για τον Καμύ ήταν μια αφορμή για δράση

Κλείνοντας γυρίζουμε ξανά στο κείμενο και τον ίδιο τον Καμύ. Η συνειδητοποίηση του παράλογου της ύπαρξής μας δεν οδήγησε τον Καμύ σε μοιρολατρική αντιμετώπιση της ζωής. Αντίθετα. «Το παράλογο για τον Καμύ ήταν μια αφορμή για δράση. Το μόνο πράγμα που έχει νόημα είναι η δράση, αυτό μετράει, η πράξη και αυτό συνδέεται άμεσα με τη δράση του χαρακτήρα, του ήρωα. Σημασία δεν έχουν τα λόγια άλλα πώς ο χαρακτήρας δρα, η ανάγκη μάς οδηγεί σε μια δράση, σε μια κίνηση. Είναι το πρώτο στοιχείο, λένε οι φιλόσοφοι, ο Πλάτωνας μιλάει γι’ αυτό το θέμα πριν από οτιδήποτε άλλο, υπάρχει η ανάγκη που δημιουργεί την κίνηση, η ανάγκη είναι η κινητήριος που κάνει τον άνθρωπο να πάει από το α στο β και προκύπτει μέσα από την κατανόηση της ασημαντότητας της ζωής όχι το αντίθετο». Όσο για το έργο «φέρνει ο Καλιγούλας τους άλλους αντιμέτωπους με κάποιες αλήθειες που δεν μπορούν να καταρριφτούν, οι οποίες, όμως, παράλληλα απειλούν την ψευδαίσθηση που έχουμε για να ζούμε που είναι απαραίτητη, την έχουμε ανάγκη».

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.