Αναγέλαστα, η ιστορία μέχρι την παράσταση

Αναγέλαστα, η ιστορία μέχρι την παράσταση

της Μαρίας Κυριάκου

Διαβάζοντας για πρώτη φορά τα ποιήματα της Στέλλας πριν κάποια χρόνια, αισθάνθηκα τη μεγάλη επιθυμία να τα χρησιμοποιήσω θεατρικά. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της έντονης παραστατικότητάς τους, αλλά κυρίως λόγω των συναισθημάτων και των προβληματισμών που μου γέννησε η ανάγνωσή τους. Από τον τίτλο του πρώτου μέρους «Λογιών λογιών γεναίτζιες», είχα στήσει κιόλας στο μυαλό μου τον τρόπο που θα ήθελα να παρουσιαστούν σκηνικά. Μια σύναξη γυναικών την ώρα του καφέ. Μια σύναξη γυναικών όμως, εγκλωβισμένων μέσα στις ταμπέλες και τους χαρακτηρισμούς μιας κλειστής κοινωνίας.

Αυτές οι κατηγοριοποιήσεις της γυναίκας, οι χαρακτηρισμοί, ήταν λέξεις που ήξερα από την παιδική μου ηλικία, λέξεις που χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου, η μάμμα μου, ακόμα κι εγώ η ίδια με τις φίλες μου πολλές φορές. «Η Καρτάνα», «Η Πουρέκκα», «Η Κακομάζαλη», «Η Πολλοπάητη», «Η Αππωμένη», επίθετα τόσο οικεία που με μεγάλη ευκολία τρύπωναν στην καθημερινή μας επικοινωνία. Αρκετές φορές μάλιστα οι χαρακτηρισμοί στόχευαν και μένα -«Η Φάουσα», «Η Δύσπυρη», «Η Προκομμένη»- χαριτολογώντας ή και όχι! Κάνοντας μια κουβέντα με τη Στέλλα, μου αποκάλυψε πως αναζητώντας χαρακτηρισμούς κυρίως γυναικών στην κυπριακή διάλεκτο, χρειάστηκε να διαβάσει ένα ολόκληρο λεξικό, προσπαθώντας να εντοπίσει επίθετα που να μην έχουν αρνητικό πρόσημο. Το γεγονός ότι κατάφερε να βρει ελάχιστα μου έκανε μεγάλη εντύπωση και με προβλημάτισε. Δεν υπάρχει για παράδειγμα το αρσενικό της Καρτάνας ή της Φάουσας – ενδιαφέρον ναι;

Διαβάζοντας τα ποιήματα λοιπόν, αυτές οι ταμπέλες μου έφεραν στο νου ένα περιστατικό που περιγράφει ο Σαρτρ από τη ζωή του Ζενέ. Όταν ήταν μικρός λέει τον τσάκωσε η σπιτονοικοκυρά με το χέρι σ’ ένα βάζο να δοκιμάζει την ξένη μαρμελάδα. Τότε αυτή σήκωσε το χέρι της επάνω του και του είπε «Είσαι κλέφτης». Από εκείνη τη στιγμή, λέει ο Σαρτρ, ο Ζενέ αρχίζει να χτίζει την καριέρα ενός αιρετικού κακοποιού στοιχείου. Έτσι φαντάστηκα λοιπόν κι εγώ αυτές τις γυναίκες, έγκλειστες, στριμωγμένες κυριολεκτικά, για να χωρέσουν μέσα σε αυτές τις ταμπέλες. Γυναίκες με παγιδευμένα σώματα, να μιλούν η μια για την άλλη, να κουτσομπολεύουν, να γελούν, την ώρα του καφέ. Γυναίκες σύγχρονες, που ασχέτως με την πάροδο του χρόνου, δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεφύγουν από τα στερεότυπα που κουβαλούν μέσα τους και που έρχονται από τη βαθιά ριζωμένη παράδοση μιας κλειστής κοινωνίας.

Ο εγκλεισμός του γυναικείου σώματος με πήρε στις «Ευτυχισμένες Μέρες» (1961) του Μπέκετ. Μελετώντας ξανά τα έργα του κατέληξα να επηρεάζομαι και από τα τρία έγκλειστα σώματα που μιλούν ακατάπαυστα και ρυθμικά στο έργο «Play» (1962), αλλά και την αίσθηση του αέναου κοινωνικού σχολιασμού στο έργο «Come and Go» (1965). Συνεχίζοντας την έρευνά μου, σκόνταψα και στο έργο «Top Girls» (1985) της Caryl Churchill, όπου στην πρώτη πράξη, πέντε διάσημες γυναικείες μορφές από την Ιστορία, συναντιούνται για δείπνο μαζί με μια σύγχρονη γυναίκα. Οι έξι γυναίκες συζητούν τη θέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη κοινωνία, ανάλογα με την εποχή που έζησαν.



Το υλικό αυτό το μοιράστηκα με τη σκηνογράφο Έλενα Κοτασβήλι, η οποία κατάλαβε αμέσως τις αναφορές μου και μου πρότεινε μια πολύ συγκεκριμένη εικαστική κατεύθυνση. Έτσι μαζί στήσαμε την παράσταση που θα δείτε, όπου το εικαστικό πλαίσιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη σκηνοθεσία. Πολύ μεγάλη συμβολή στο στήσιμο της παράστασης είχαν και οι επτά ηθοποιοί, οι οποίες αγάπησαν την ποιητική συλλογή, βούτηξαν μέσα στο ρίσκο της και μου πρότειναν πολύτιμο υλικό στους αυτοσχεδιασμούς μας.

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.