Αντιιμπεριαλιστικές ρητορικές…

391
unnamed

Του Δρ. Νίκου Τριμικλινιώτη

Ολα τα βλέμματα είναι στραμμένα στη Γενεύη. Η προοπτική επίλυσης του Κυπριακού προκαλεί πανικό στα σχήματα του εθνικιστικού/απορριπτικού χώρου. Κυκλοφορούν συνωμοσιολογίες και φαντασιώσεις που συσκοτίζουν, γι’ αυτό και οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Με την παλιά μαρξιστική γλώσσα το Κυπριακό αποτελεί ένα «εθνικό ζήτημα». Το εθνικό ζήτημα, ιδίως με την (επαν)εμφάνισή του στην ύστερη καπιταλιστική εποχή, αποτελεί την ιστορική αντίφαση ανάμεσα στο ταξικό και το λαϊκό στοιχείο, ανάμεσα στο δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση και την τάση προς ολοκλήρωση, ανάμεσα στην τάση τεμαχισμού του κόσμου που πηγάζει από τη ροπή προς διαφοροποίηση και που αντιθετικά συνδέεται με την τάση προς ενοποίηση, ενσωμάτωση και συσσωμάτωση του σύγχρονου καπιταλισμού.

Πρόκειται για μια αντίφαση ανάμεσα στην πολιτική αυτονομία του τοπικού στοιχείου και τη ροπή προς τον πολιτικό και οικονομικό συγκεντρωτισμό του παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Ο εθνικισμός αποτελεί ιδεολογία που διαστρεβλώνει και περιπλέκει το εθνικό ζήτημα. Αναπαράγει και δυσχεραίνει καταπιεστικές σχέσεις, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί την καλύτερη βάση για ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις νομιμοποιώντας το «διαίρει και βασίλευε». Μια επικίνδυνη παραλλαγή την εποχή της κρίσης των ιδεολογιών είναι ο (δήθεν) «αριστερός» ή «αντιιμπεριαλιστικός» εθνικισμός.

Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων σχημάτων, το θεωρητικό υπόβαθρο των διαφόρων «αντιιμπεριαλιστικών» εθνικισμών περιέχει ορισμένα κεντρικά σημεία, τα οποία αποτελούν τον κοινό πυρήνα της θεώρησής τους. Αυτοί κανένα κοινό θεωρητικό σημείο αναφοράς δεν έχουν με τις μεγάλες ιστορικές συζητήσεις των μαρξιστικών και άλλων αριστερών τάσεων του 20ου και 21ου αιώνα. Τα θεωρητικά αδιέξοδά τους τους οδηγούν σε διαστρεβλώσεις και ολέθρια πολιτικά αποτελέσματα που υποτάσσουν τον αντιιμπεριαλισμό στην εθνικιστική ιδεολογία: Πρώτον, αδυνατούν να αντιληφθούν τη σχέση εθνικού ζητήματος, εθνικισμού και ιμπεριαλισμού στην εποχή μας.

Ο «αντιιμπεριαλισμός» συναντά τον εθνικισμό σε ένα στρεβλό «λαϊκομετωπικό» σχήμα που χωράει ακόμα και τους νεοναζί μέχρι ακροαριστερούς: Αντιστρέφοντας το είδωλο του τουρκικού εθνικισμού που θέλει την Κύπρο «προέκταση της Τουρκίας», προβάλλουν την Κύπρο ως «προέκταση της Ελλάδας». Το ιδεολόγημα υποτάσσει τα πάντα στο «εθνικό κέντρο», στερώντας στους Κυπρίους ως σύνολο το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, καθιστώντας τους «ακρίτες του αλυτρωτικού ελληνισμού» που «καρτερούν» τη λύτρωση από τη μητέρα-πατρίδα.

Υπάρχει το θεωρητικό πρόβλημα της υπερβολής του ιμπεριαλιστικού παράγοντα σε βάρος των τοπικών συμφερόντων, κυρίως σε σχέση με το ρόλο των κοινωνικών τάξεων και των κρατών με αποτέλεσμα πάλι την ταύτιση εθνικισμού με τον ιμπεριαλισμό. Πότε όμως η απαίτηση στη βάση της λενινιστικής θέσης για αυτοδιάθεση ενός λαού -μια θέση την οποία σε επίπεδο διακήρυξης υποστηρίζουν και αστικές ιδεολογίες π.χ. η προσέγγιση του Woodrow Wilson- μετατρέπεται από δημοκρατικό δικαίωμα και αντιιμπεριαλιστικό αίτημα σε εθνικιστικό εγχείρημα;

Αντιιμπεριαλιστικές ρητορικές όχι μόνο κρύβουν εθνικιστικές θέσεις αλλά τελικά, ηθελημένα ή άθελά τους, συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της διχοτόμησης. Ας δούμε π.χ. το πάγιο αίτημα για απαλλαγή της Κύπρου από στρατούς, βάσεις και από τις εγγυήσεις. Πρόκειται για ένα δημοκρατικό και δίκαιο αίτημα. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ακριβώς πώς θα φτάσουμε εκεί. Αν η Αθήνα για παράδειγμα, αποποιούμενη τον «εγγυητικό» της ρόλο αρνηθεί να παραστεί σε Διεθνή Διάσκεψη καλώντας την Αγκυρα να πράξει το ίδιο, αυτό εκ πρώτης ακούγεται δίκαιο.

Ωστόσο, όχι μόνο αυτοπαγιδεύεται, αλλά παγιδεύει και τον κυπριακό λαό πετυχαίνοντας ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι δεν γίνεται αποδεχτό ούτε καν από την πλειονότητα των Τ/κ, οι οποίοι παρά την αποικιοκρατική συμπεριφορά απέναντί τους εξακολουθούν να μην αισθάνονται ασφαλείς με τους Ε/κ, ποιο είναι το αποτέλεσμα; Αντί, έστω σταδιακά, να δημιουργείται προοπτική απεμπλοκής από την κατοχή και την ντε φάκτο διχοτόμηση, η θέση αυτή στερεί στους Κυπρίους το δικαίωμα να αποφασίσουν. Στην πράξη λοιπόν διάφοροι εκ του ασφαλούς «πύρινοι» αντιιμπεριαλιστικοί λόγοι αντί να οδηγούν στο δεδηλωμένο της ανεξαρτησίας του κυπριακού λαού, οδηγούν στη διαιώνιση της διχοτόμησης και στην ενσωμάτωση του βόρειου τμήματος της χώρας στην Τουρκία. Οταν ήδη γνωρίζεις ότι όχι μόνο είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί αυτό που δηλώνεις, αλλά ότι η Κύπρος θα οδηγηθεί σε περαιτέρω επιδείνωση της δυσμενούς θέσης της, τότε συντάσσεσαι με αυτούς που θέλουν τη διχοτόμηση.

Υπό τις παρούσες συνθήκες λοιπόν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστούν δυσμενείς και άδικες Διεθνείς Συμβάσεις, κατάλοιπα της αποικιοκρατίας είναι με σταδιακή υπερφαλάγγισή τους, όχι μονομερώς, αλλά από κοινού με τους Τουρκοκυπρίους, όταν δημιουργηθεί το αμοιβαίο κλίμα εμπιστοσύνης. Για τώρα, το ζητούμενο είναι να ξεκαθαριστεί ότι απαγορεύεται η χρήση βίας και το επικαλούμενο (ελέω Ζυρίχης) «μονομερές δικαίωμα επέμβασης» και η ένταξη του νέου συστήματος διασφαλίσεων σε ένα ευρύτερο αξιόπιστο σύστημα ασφάλειας (π.χ. Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ). Από κει και πέρα, ακόμα και με το πιο ξεκάθαρο νομικό σύστημα, αυτό που διασφαλίζει το μέλλον μας είναι στην πραγματικότητα οι πολιτικές διασφαλίσεις μέσα από μια βιώσιμη λύση με την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με τους Τ/κ στην επανενωμένη ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία. Η προοπτική λύσης του Κυπριακού στα πλαίσια μιας αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν ο λαός της Κύπρου στην ολότητά του, δηλαδή τόσο οι Ε/κ, όσο οι Τ/κ εξυπηρετούνται από τη λύση αυτή, δημιουργώντας μια δημοκρατική και αποστρατιωτικοποιημένη χώρα στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αριστερά η επίλυση του εθνικού ζητήματος με ισότιμη συμμετοχή των εθνοτικών ομάδων στην εξουσία ανοίγει το δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης μέσα από τους κοινούς αγώνες του μέλλοντος.