Από τη χούντα στο πραξικόπημα του 1974

332

Η συνάντηση Μακαρίου και Γρίβα το Μάρτιο του 1972

Μέρος 20ο

Το πραξικόπημα του 1972 τελικά δεν έγινε λόγω της έγκαιρης αντίδρασης της κυβέρνησης Μακαρίου.

Το σημαντικό όμως είναι ότι η συνωμοσία δεν είχε σταματήσει. Επιδιώχθηκε να γίνει συνάντηση Μακαρίου και Γρίβα προκειμένου να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Δόθηκε η εντύπωση ότι οι δύο τους συμφώνησαν αλλά με ευθύνη του ενός (η ευθύνη επιρρίπτεται στον ένα ή στον άλλο ανάλογα με την οπτική αυτών που τις επιρρίπτουν) δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα.

Παράλληλα ξεκινούσε και η ανταρσία στην Εκκλησία με τους τρεις μητροπολίτες (Πάφου Γεννάδιο, Κερύνειας Κυπριανό και Κιτίου Άνθιμο) να απαιτούν παραίτηση του Μακαρίου και στο τέλος να προχωρούν και στην καθαίρεση του από το αρχιεπισκοπικό αξίωμα.

Η συνάντηση

Ο Μακάριος μέσα στις ψευδαισθήσεις που έτρεφε ήταν ότι μπορούσε να συνεννοηθεί με τον Γρίβα.

Έτσι ανέλαβε την πρωτοβουλία να συναντηθεί με τον Γρίβα κι έτσι στις 19 Φεβρουάριου 1972 διεμήνυσε την επιθυμία του προς το Γ. Γρίβα με το Σωκράτη Ηλιάδη. Όπως ο ίδιος ανέφερε, ήθελε να συναντηθεί με το στρατηγό, γιατί πίστευε ότι υπάρχει δυνατότητα να συνεννοηθούν και να σώσουν τον τόπο.[1]

Σύμφωνα με το Πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου της Κυπριακής Βουλής, συμβολή στη συνάντηση είχε και ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο οποίος στην κατάθεσή του ανέφερε ότι ο ίδιος προέτρεψε τους δυο άνδρες, λόγω των φιλικών σχέσεων που είχε και με τους δύο, να συναντηθούν και να επιλύσουν τις διαφορές τους. Για το σκοπό αυτό, όπως ανέφερε, ζήτησε από το στρατηγό εν αποστρατεία Ανδρέα Σιαπκαρά να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή. Είναι γεγονός ότι ο Α. Σιαπκαράς επισκέφθηκε την Κύπρο και συναντήθηκε και με τους δύο χωριστά.[2]

Ο όρος του Γρίβα: Διόρισε με αρχηγό του στρατού

Στις 12 Μαρτίου 1972 ο πρέσβης της Κύπρου στο Παρίσι Πόλυς Μοδινός επικοινώνησε με τον Αρχιεπίσκοπο, για να του διαβιβάσει την πληροφορία ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επικοινώνησε με το Γ. Γρίβα διά μέσου αξιωματικού (Α. Σιαπκαράς) και τον συμβούλευσε να συμφιλιωθεί με το Μακάριο.

Ο Γρίβας εξέφρασε την προθυμία του για συμφιλίωση, αρκεί ο Μακάριος να τον όριζε αρχηγό του στρατού.

Ο βασιλιάς ανέμενε την απάντηση του Μακαρίου, για να τη διαβιβάσει στο Γρίβα και η απάντηση του Μακαρίου ήταν καταρχάς “ναι”.

Η πραγματοποίηση της συνάντησης

Μετά από συνεννοήσεις των δύο πλευρών η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της αδελφής του Μακαρίου Μαρίας Χατζηκλεάνθους, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή του ξενοδοχείου “Χίλτον”.

Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στις 26 Μαρτίου 1972. Η μεταξύ τους συζήτηση έγινε χωρίς την παρουσία των συνεργατών τους. Ως εκ τούτου, το τι διημείφθη κανένας δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει.

Η πλευρά του στρατηγού Γρίβα ισχυρίζεται ότι στη συνάντηση συμφωνήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος να περιορισθεί στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και την προεδρία της Δημοκρατίας να αναλάβει κοινά αποδεκτός υποψήφιος. Στη συνέχεια κατηγόρησε μάλιστα τον Αρχιεπίσκοπο ότι αθέτησε τη συμφωνία και δικαιολόγησε τη δράση της ΕΟΚΑ Β’.

Από την πλευρά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Μακάριος δεν είχε συμφωνήσει με την εισήγηση του Γρίβα για Πρόεδρο κοινής αποδοχής, αλλά επιφυλάχθηκε να απαντήσει.

Την επιφύλαξη για την απάντηση επιβεβαίωσε και ο Σταύρος Σταύρου-Σύρος, ο οποίος ανέφερε ότι σε αυτό το σημείο της συνάντησης ήταν και ο ίδιος παρών.[3]

Τελικά η απάντηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ήταν αρνητική και αντιπρότεινε στο Γ. Γρίβα να εγκαταλείψει την παρανομία και να προχωρήσει σε ανοικτή πολιτική δράση.

Σε επιστολή την οποία απέστειλε στις 17 Μαΐου 1972 ο Μ. Τριτοφτίδης προς το Γ. Γρίβα, επιβεβαιώνει το πιο πάνω.

Έτσι η συνάντηση εκείνη δεν έφερε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και η δράση της ΕΟΚΑ Β’ συνεχίστηκε.

Η εκκλησιαστική κρίση του 1972 -1973

Εκτενή αναφορά για την εκκλησιαστική κρίση γίνεται στο Πόρισμα της Κυπριακής Βουλής στο οποίο αναφέρεται ότι για την καταγραφή των στοιχείων που αφορούν την εκκλησιαστική κρίση μελετήθηκαν έγγραφα τα οποία προέρχονται από το Αρχείο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, της ΚΥΠ, τα βρετανικά αρχεία, τον τύπο της εποχής, έγγραφα που προέρχονται από άλλες πηγές, καθώς και η σχετική βιβλιογραφία.

Η πρώτη φορά που οι τρεις Μητροπολίτες Πάφου Γεννάδιος, Κιτίου Ανθιμος και Κυρηνείας Κυπριανός έθεσαν θέμα για διαχωρισμό των καθηκόντων του Μακαρίου ήταν τον Δεκέμβριο του 1967.

Στις 25 Ιανουαρίου 1968 κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου ζήτησαν την παραίτηση του Μακαρίου από το προεδρικό αξίωμα και τον περιορισμό του στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα.

Επίσημα έθεσαν το θέμα της παραίτησης του Μακαρίου από το προεδρικό αξίωμα στη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου στις 2 Μαρτίου 1972.

Απάντηση στην αξίωση των τριών μητροπολιτών έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στις 19 Μαρτίου 1972 με επιστολή στην οποία υπεραμυνόταν των θέσεών του, επικρίνοντάς τους ταυτόχρονα για παραλείψεις και παραβιάσεις του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η «καθαίρεση» του Μακαρίου

Στις 7 Μαρτίου 1973 οι τρεις μητροπολίτες προχώρησαν σε καθαίρεση του Μακαρίου και σε διορισμό του Μητροπολίτη Πάφου Γενναδίου στη θέση του τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου.

Η ενέργεια αυτή δεν είχε αναγνωρισθεί από καμία ορθόδοξη εκκλησία. Επικρίθηκε μάλιστα και από μέλη της χουντικής κυβέρνησης των Αθηνών.[4]

Αντιδρώντας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος σε αυτή την ενέργεια, συγκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, η οποία συνήλθε στη Λευκωσία από τις 5 μέχρι τις 14 Ιουλίου 1973.

Στις 6 Ιουλίου 1973 η σύνοδος ακύρωσε την απόφαση για καθαίρεση του Μακαρίου και, αφού οι τρεις μητροπολίτες αρνήθηκαν να επιλύσουν το θέμα ειρηνικά, στις 14 Ιουλίου 1973 προχώρησε στην καθαίρεσή τους.

Συνεργασία μητροπολιτών και χούντας

Της καθαίρεσης ακολούθησε η διαδικασία αποκατάστασης της εκκλησιαστικής τάξης. Εκλέχθηκαν τρεις νέοι μητροπολίτες, ενώ χειροτονήθηκα και δύο νέοι χωρεπίσκοποι, Λήδρας και Σαλαμίνος. Έτσι η Εκκλησία της Κύπρου απέκτησε και πάλι αυτοδύναμη Ιερά Σύνοδο, η οποία προχώρησε στην αύξηση του αριθμού των μητροπόλεων από τρεις σε πέντε με την ίδρυση δύο νέων, της Λεμεσού και της Μόρφου.

Από τα στοιχεία που κατέχει η Επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι τρεις μητροπολίτες είχαν στενή συνεργασία με τον πρέσβη της χουντικής κυβέρνησης της Ελλάδας Κωνσταντίνο Παναγιωτάκο. Όπως αποκαλύπτεται και από σχετικά έγγραφα, ο Παναγιωτάκος ήταν ο συντονιστής της δραστηριότητας (κατ’ εντολή της χούντας) των τριών μητροπολιτών για την καθαίρεση του Μακαρίου.

Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν στενές σχέσεις και με το στρατηγό Γρίβα, με τον οποίο συναντιούνταν συχνά, όπως και με την ΕΟΚΑ Β’. Οι δύο από τους τρεις μητροπολίτες (Κιτίου και Κυρηνείας) φέρονταν και ως χρηματοδότες της οργάνωσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την καθαίρεση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και υπό το φόβο της πρόκλησης αντιποίνων εναντίον τους από οπαδούς του Αρχιεπισκόπου, ένοπλοι άνδρες της ΕΟΚΑ Β’ ανέλαβαν τη φρούρηση και προστασία τους.[5]

Ο Παναγιωτάκος παραδέχεται

Ο Παναγιωτάκος παραδέχθηκε τις επαφές του με τους τρεις μητροπολίτες σε μνημόνιο το οποίο συνέταξε ο ίδιος στις 25 Φεβρουαρίου 1972, μετά από συνάντηση την οποία είχε με τον Τούρκο πρέσβη στην Αθήνα Τουρκμέν.

Αναφέρει μεταξύ άλλων: «[...] η Ελληνική Κυβέρνησις είναι σε συνεχή επαφήν μετά των τριών μητροπολιτών. Και του απεκάλυψα ότι, κατά την διάρκειαν της τελευταίας εν Κύπρω παραμονής, είχον σειρά συναντήσεων μετ’ αυτών. Ότι οι μητροπολίται, μετά την εις αυτούς αποκάλυψιν στοιχείων περί των κινδύνων ους συνεπάγεται η μετά των κομμουνιστών πολιτική συνεργασία του Μακαρίου, υπεσχέθησαν ενεργό συμμετοχήν εις τας προσπαθείας ανατροπής του Κυπρίου Προέδρου».

Τα όσα αναφέρει ο πρέσβης επιβεβαιώθηκαν και σε συνέντευξη την οποία παρεχώρησε ο Μητροπολίτης Κιτίου Ανθιμος το 1975 στο περιοδικό “Ταχυδρόμος”. Είχε αναφέρει συγκεκριμένα πως οι κινήσεις των τριών μητροπολιτών “προέκυψαν κατόπιν εντολής που ήρθε από την Αθήνα μέσω του Παναγιωτάκου”.

Την άποψη αυτή ενισχύει και η εκτίμηση του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα. Σε αναφορά του προς το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 4 Μαρτίου 1972 (ΤΝΑ, FCO 9/1502, έγγραφο 4, From Athens 040955Ζ to immediate FCO, Telegram number 146, 4/3/1972) αναφέρει ότι το αίτημα των τριών μητροπολιτών στην Ιερά Σύνοδο στις 2 Μαρτίου 1972 για παραίτηση του Μακαρίου πιθανότατα προωθήθηκε και ίσως μέχρι ενός βαθμού οργανώθηκε από την ελληνική κυβέρνηση.

Επιβεβαιώνεται επίσης και από άλλο σημείωμα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 15 Νοεμβρίου 1973.

Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά ότι οι τρεις μητροπολίτες αποτελούσαν μέρος της συνωμοσίας που εξυφαινόταν στην Κύπρο από τη χούντα και την ΕΟΚΑ Β’.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

1. Δημοσιεύματα της εποχής για τις απαιτήσεις των τριών μητροπολιτών

2. Τα μέλη της συνόδου που συγκάλεσε ο Μακάριος για την καθαίρεση των τριών μητροπολιτών

3. Ο μητροπολίτης Κερύνειας Κυπριανός στην κηδεία του Γρίβα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νίτσα Χριστοδούλου, ΜΑΚΑΡΙΟΣ ένα προσωπικό ημερολόγιο, σελ. 66.

[2] Κατάθεση τέως βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνου, 10.12.2009, σελ. 29.

[3] Κατάθεση 17.6.2009, σελ. 113-115.

[4] Ήταν η εποχή που η χούντα του Γ. Παπαδόπουλου άρχισε σταδιακά να αποστασιοποιείται από τις εξελίξεις στην Κύπρο και να επιδιώκει βελτίωση των σχέσεων με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

[5] Κατάθεση Π. Ρωσσίδη, 22.9.2010, σελ. 53.

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.