Άρης Μπινιάρης: Τα έργα των αρχαίων τραγικών είναι διαχρονικά, επειδή στην εποχή τους τόλμησαν να είναι επίκαιρα

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Για την καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ, τους Πέρσες του Αισχύλου –που ανεβαίνουν σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη και με μια ομάδα αξιόλογων συντελεστών από Κύπρο και Ελλάδα– γράφτηκαν ήδη πολλά, που δεν αφορούσαν, όμως, τα περισσότερα το καλλιτεχνικό μέρος της παράστασης, αλλά τις αποφάσεις του Οργανισμού σε σχέση με τις μετακλήσεις και τη συμμετοχή στην Επίδαυρο. Όλα αυτά έχουν καταγραφεί. Τώρα ήρθε η στιγμή της παράστασης, η οποία αναμένεται με ενδιαφέρον.

Ο Άρης Μπινιάρης είναι ένας νέος σκηνοθέτης, που είχε δουλέψει με μικρής φόρμας παραγωγές αρχαίας τραγωδίας, βασισμένες στην αρχαία μετρική και τη μουσικότητα του ποιητικού λόγου, κάτι που δοκιμάζει και στους Πέρσες. Θεωρεί το ανέβασμα μιας παράστασης «αφορμή για εξέλιξη και αποκάλυψη ψυχικών και καλλιτεχνικών περιοχών ακόμα ανεξερεύνητων» και πιστεύει ότι «τα έργα των αρχαίων τραγικών είναι διαχρονικά επειδή στην εποχή τους τόλμησαν να είναι επίκαιρα». Όσο για το κοινό, πιστεύει ότι «επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει το βαθμό ειλικρίνειας των προθέσεων των επιλογών σου καθώς και τη θέση που παίρνεις ή αποφεύγεις να πάρεις, μέσα από μια παράσταση».

ΑΡΗΣ ΜΠΙΝΙΑΡΗΣ

  • Τα έργα των αρχαίων τραγικών είναι διαχρονικά, επειδή στην εποχή τους τόλμησαν να είναι επίκαιρα
  • Το ανέβασμα μιας παράστασης προσπαθώ να μην είναι μια προσπάθεια «αναβίωσης» του δεδομένου εαυτού μου

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να μας αφορά ακόμα και σήμερα;

Γιατί πρόκειται για ένα πεδίο αρχετύπων και συμβόλων και ως τέτοιο υπερβαίνει την έννοια του χώρου και του χρόνου. Στο βαθμό που θα επιλέξω ως καλλιτέχνης να συσχετιστώ με τα δυναμικά φορτία που επιφέρει, θα κριθεί η επικαιρικότητα των δικών μου προβληματισμών. Τα έργα των αρχαίων τραγικών είναι διαχρονικά ακριβώς επειδή στην εποχή τους τόλμησαν να είναι επίκαιρα. Οπότε το ερώτημα είναι κατά πόσο εμείς τολμάμε, ως καλλιτέχνες, ως πολίτες και ως κοινωνία να βρισκόμαστε στο σήμερα, συντονισμένοι με τις προβληματικές και τις αγωνίες του παρόντος.

Το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να μας αφορά ακόμα και σήμερα, γιατί μπορεί να μας υπενθυμίσει, αρχικά, το συντονισμό με το παρόν, αφού το εμπεριέχει σαν πρωταρχική λειτουργία στην κυτταρική του δομή και στη συνέχεια να λειτουργήσει ως όχημα για την έκφραση των δικών μας στοχασμών και προθέσεων για την κοινωνία, τις σχέσεις των ανθρώπων, την πολιτική, την ιστορία και τον πολιτισμό του καιρού μας.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον ΘΟΚ; Γιατί επιλέξατε τους Πέρσες;

Είχα προτείνει στον Βαγέλλη Θοδωρόπουλο, καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών, το ανέβασμα των Περσών και εκείνος με έφερε σε επαφή με τον ΘΟΚ. Ένα από τα θέματα που πραγματεύεται ο Αισχύλος στους Πέρσες είναι η συντριβή μιας παροπλισμένης, δογματικής και αλαζονικής αυτοκρατορίας από έναν πολιτισμό που δεν αναγνωρίζει την ύλη και τα πλούτη ως θεότητες από έναν πολιτισμό ανθρώπων ελεύθερων. Με απασχολεί σε προσωπικό, κοινωνικό, ψυχικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, το πώς τα μονωμένα κομμάτια μας ξεκινούν σιγά- σιγά να διαλέγονται.

Πώς μπορεί να ιδωθεί αυτή η τραγωδία στον σημερινό κόσμο; Ποιους συνειρμούς γεννάει πιστεύετε στον σύγχρονο θεατή;

Η ανάγνωση που επιχειρώ στο συγκεκριμένο ανέβασμα, εστιάζει αφενός στην απομόνωση και τη συντετριμμένη μοναξιά που οδηγείται ο άνθρωπος ή η κοινωνία, όταν ο ναρκισσισμός, η αλαζονεία και η δίψα για εξουσία κατακλύζουν, ως ύψιστες αξίες, το ψυχικό πεδίο, αφετέρου στη θεραπευτική προοπτική που διανοίγεται, όταν ο άνθρωπος ή η κοινωνία συνειδητοποιήσουν την κατάσταση αυτή, έστω μέσω μιας απώλειας ή μιας ήττας.

Πώς ο Αισχύλος (ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε πολεμήσει και ο ίδιος) αντικρίζει τον Άλλο, τον ηττημένο; Πώς παρουσιάζει τον πόλεμο;

Αν αναλογιστούμε ότι ανάμεσα στους θεατές της πρώτης παρουσίασης των Περσών θα βρίσκονταν σίγουρα και Σαλαμινομάχοι, αφού έχουν περάσει μόλις οκτώ χρόνια από τη ναυμαχία, μπορούμε να πούμε πως ο Αισχύλος επιχειρεί και πετυχαίνει για τον καιρό του αλλά και για μας σήμερα, μια αξιοθαύμαστη λειτουργία: την αποταύτιση μέσω της ταύτισης. Ο Αισχύλος επιδιώκει από γραφής, στους Πέρσες, την απόλυτη ταύτιση του θεατή με τις ψυχικές καταστάσεις των χαρακτήρων του έργου. Αποφεύγει σε κάθε περίπτωση να τοποθετήσει τον θεατή σε μια αποστασιοποιημένη, κριτική γωνία θέασης και τον συντονίζει, με τέτοιο τρόπο, ώστε να βιώσει αυτό από το οποίο, τελικά, θέλει να τον αποταυτίσει. Στους Πέρσες, ο Αισχύλος μάς παρουσιάζει τον πόλεμο που κινεί η αλαζονεία και η αδηφαγία για την απόκτηση περισσότερου πλούτου, για να υμνήσει τη μαχητικότητα και το δυναμισμό ενός πολιτισμού, που αντιστέκεται στη θεοποίηση της ύλης και εξελίσσεται με ιδανικά και αξίες που προάγουν τη ζωή, τη δημοκρατία, και την ελευθερία.

Το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να μας αφορά ακόμα και σήμερα, γιατί μπορεί να μας υπενθυμίσει, αρχικά, το συντονισμό με το παρόν, αφού το εμπεριέχει σαν πρωταρχική λειτουργία στην κυτταρική του δομή και στη συνέχεια να λειτουργήσει ως όχημα για την έκφραση των δικών μας στοχασμών και προθέσεων για την κοινωνία, τις σχέσεις των ανθρώπων, την πολιτική, την ιστορία και τον πολιτισμό του καιρού μας.

Πώς είναι η συνεργασία σας με τους ηθοποιούς;

Εξαιρετική. Εργαστήκαμε ομαδικά, τόσο οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους όσο και οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τα πρόσωπα του χορού. Αυτό μας έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε και να αναδείξουμε το έργο σαν μια ενιαία κίνηση, σαν έναν ενιαίο οργανισμό.

Το γεγονός ότι η παράσταση θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο επηρέασε τη σκηνοθεσία;

Στο βαθμό που την επηρέασαν και τα άλλα θέατρα που θα παρουσιαστεί η παράσταση. Στόχος μου ήταν να δημιουργήσουμε μια παράσταση που να απευθύνεται, να δημιουργεί σχέση με τον θεατή και να παραμένει ειλικρινής στις αρχικές της προθέσεις, δηλαδή να κοινωνήσει τα νοήματα με τρόπο δυναμικό, καθώς και να αναδείξει την κρυμμένη ζωτική ενέργεια και μουσικότητα του έργου του Αισχύλου.

Στις παραστάσεις σας γενικά δίνετε ιδιαίτερη σημασία στη μουσικότητα του θεατρικού λόγου. Aυτό πώς αντανακλάται σε αυτή την παράσταση;

Για το ανέβασμα των Περσών άντλησα, αρχικά, μουσικές πληροφορίες από την αρχαία ελληνική ρυθμολογία και παραδοσιακές μουσικές της ανατολής. Συνέθεσα, έπειτα, με σύγχρονη ματιά, σε αδρές γραμμές τα χορικά μέρη του έργου και δημιούργησα την αισθητική της παράστασης, πρώτα ηχοτροπικά. Αργότερα οι ηθοποιοί με τις ερμηνευτικές τους προτάσεις άρχισαν να αλληλεπιδρούν με το αρχικό υλικό, καθώς εγώ αναδιαμόρφωνα και εξέλισσα την τελική σύνθεση. Με μουσική ματιά αντιμετώπισα και τη δραματουργική υφή του έργου, έτσι ώστε ο θεατής να ακολουθεί και να κατανοεί την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά παράλληλα να βιώνει τους μουσικούς παλμούς και τις δονήσεις των νοημάτων.

Αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η προσέγγισή σας δεν είναι μια προσπάθεια «αναβίωσης» του ανεβάσματος της αρχαίας τραγωδίας. Έτσι είναι;

Η λέξη «αναβίωση» μου φέρνει στο νου πως πρέπει να επαναφέρουμε στη ζωή κάτι που έχει πεθάνει. Το να θέσουμε το ερώτημα αν τα έργα των αρχαίων τραγικών είναι νεκρά ή ζωντανά, δεν πιστεύω πως είναι λειτουργικό. Η μετάθεση του ερωτήματος σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω πως βοηθάει πιο πολύ. Προσωπικά, το ανέβασμα μιας παράστασης προσπαθώ να μην είναι μια προσπάθεια «αναβίωσης» του δεδομένου εαυτού μου, αλλά μια αφορμή για εξέλιξη και αποκάλυψη ψυχικών και καλλιτεχνικών περιοχών ακόμα ανεξερεύνητων.

Ποια η γνώμη σας για τις παρεμβάσεις στα αρχαία κείμενα και στις πιο, ας πούμε, αντισυμβατικές ή πειραματικές παραστάσεις του αρχαίου δράματος; Θεωρείτε ότι στον ελληνικό χώρο υπάρχει πλέον αποδοχή σε αυτού του είδους τις παραστάσεις;

Αποφεύγω να χαρακτηρίσω μια παράσταση αντισυμβατική ή πειραματική. Προσπαθώ σαν θεατής αλλά και σαν δημιουργός να εστιάζω και να εξετάζω τις προθέσεις που έχουν οδηγήσει στις αισθητικές επιλογές μιας παράστασης. Στους Πέρσες δεν έχουμε παρεμβάσεις στο κείμενο γιατί δεν χρειάστηκε. Πιστεύω πως το κοινό, τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και αλλού, επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει το βαθμό ειλικρίνειας των προθέσεων των επιλογών σου και όχι τις ίδιες τις επιλογές σου, καθώς και τη θέση που παίρνεις ή αποφεύγεις να πάρεις, μέσα από μια παράσταση.

Ο σημερινός θεατής σε Κύπρο και Ελλάδα «βιώνει» την κάθαρση που αναφέρει ο Αριστοτέλης (και η οποία βέβαια ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως) ή παρακολουθεί τις παραστάσεις αυτές απλώς ως μέρος της παράδοσής του;

Ο σημερινός θεατής πιστεύω πως επιλέγει να συσχετιστεί ή όχι με μια παράσταση με τον ίδιο τρόπο που κι ένας καλλιτέχνης επιλέγει να συσχετιστεί ή όχι με το κοινό. Μπορεί μια παράσταση να αποζητά και να διεκδικεί μια ουσιαστική σχέση με το κοινό, αλλά αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι. Έχει να κάνει με τις προσδοκίες που έχει ή δεν έχει ο κάθε θεατής για τη ζωή του συνολικά. Πιστεύω πως κατά τη διάρκεια μιας παράστασης, οι προθέσεις και προσδοκίες ενός θεατή για την προσωπική του ζωή συναντώνται με τις προθέσεις και προσδοκίες του καλλιτέχνη και είναι ο βαθμός ειλικρίνειας και η ποιότητα των επιμέρους προθέσεων που θα καθορίσει το βαθμό ειλικρίνειας και την ποιότητα της τελικής συνάντησης και σχέσης.

Λευκωσία, Αμφιθέατρο Μακάριου Γ’,  Πέμπτη 13, Παρασκευή 14 & Σάββατο 15 Ιουλίου

Πάφος, Αρχαίο Ωδείο Πάφου, Τετάρτη 19 Ιουλίου, (στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Πάφος2017)

Λεμεσός, Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, Παρασκευή 21 & Σάββατο 22 Ιουλίου

Ελεύθερη Αμμόχωστος, Δημοτικό Αμφιθέατρο Δερύνειας, Τετάρτη 26 Ιουλίου

Λάρνακα, Παττίχειο Δημοτικό Αμφιθέατρο, Παρασκευή 28 Ιουλίου, (στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λάρνακας 2017)

Έναρξη παραστάσεων: 9.00μ.μ.

Οι παραστάσεις στις 14 Ιουλίου στη Λευκωσία και στις 22 Ιουλίου στη Λεμεσό θα είναι με αγγλικούς και τουρκικούς υπέρτιτλους