Χάιντς-Ούβε Χάουζ: Ο Ίψεν αμφισβητεί τον παλιό και καθιερωμένο τρόπο σκέψης

@Ελένη Παπαδοπούλου

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

«Δεν μπορώ να φανταστώ μια κοινωνία χωρίς τέχνες, θέατρο, πολιτιστική συνείδηση», δηλώνει ο Χάιντς-Ούβε Χάουζ, οι παραστάσεις του οποίου στον ΘΟΚ, κυρίως με έργα Μπρεχτ, αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του θεάτρου της Κύπρου. Από εκείνη την περίοδο κράτησε «την πίστη στο συλλογικό πνεύμα του θεάτρου και τη δύναμή του να κάνει τη διαφορά στην πολιτιστική ανάπτυξη μιας κοινωνίας». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αντιλήψεις του Μπρεχτ «μας προσφέρουν την ελπίδα ότι το θέατρο έχει ενεργό ρόλο στην πραγματοποίηση της κοινωνικής αλλαγής».

Ο κ. Χάουζ επανήλθε φέτος στον ΘΟΚ και σκηνοθετεί την «Κυρά της Θάλασσας» του Χένρικ Ίψεν, ο οποίος «όπως ο Μαρξ και ο Δαρβίνος, πίστευε ότι οι κρυμμένοι νόμοι της κοινωνίας και του φυσικού κόσμου μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική». Θεωρεί ότι αυτό που πραγματικά απασχολούσε τον Ίψεν «ήταν η ανθρώπινη ψυχή» και ότι «ο τρόπος της αφήγησής του είναι απρόσμενα και εντυπωσιακά νεοτερικός και σύγχρονος». Το έργο συνεχίζεται μέχρι τέλος Δεκεμβρίου στη Λευκωσία και παρουσιάζεται την Τρίτη 19/12 στην Πάφο και την Τετάρτη 20/12 στη Λάρνακα.

ΧΑΪΝΤΣ-ΟΥΒΕ ΧΑΟΥΖ

  • Ο Ίψεν αμφισβητεί τον παλιό και καθιερωμένο τρόπο σκέψης
  • Κρατάω την πίστη στο συλλογικό πνεύμα του θεάτρου και τη δύναμή του να κάνει τη διαφορά στην κοινωνία

Οι παραστάσεις που σκηνοθετήσατε στον ΘΟΚ όταν πρωτοήρθατε στην Κύπρο αποτελούν σημαντικό μέρος της ιστορίας του θεάτρου της Κύπρου. Εσείς τι κρατάτε από εκείνην την περίοδο;

Από εκείνη την περίοδο κράτησα τη συνειδητοποίηση ότι το θέατρο του Μπρεχτ θα είναι πάντα θέατρο που βασίζεται στην κοινωνική αλλαγή και ο λόγος ύπαρξής του είναι η κοινωνική αλλαγή. Η ενασχόλησή μου με το έργο και τη μέθοδο του Μπρεχτ στις παραγωγές με τον ΘΟΚ από το φθινόπωρο του 1975 έδωσε, τόσο σε μας, τους ανθρώπους του θεάτρου, όσο και στους θεατές, μια νέα κατανόηση των ευθυνών και των δυνατοτήτων του πολιτισμού στην κυπριακή κοινωνία. Όλες οι τέχνες (ποιητές, ζωγράφοι, συγγραφείς, γλύπτες, μουσικοί, αρχιτέκτονες, συνθέτες) και οι κοινωνικές δυνάμεις (συνδικαλιστές, δάσκαλοι, πολιτικοί, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι, φοιτητές) συγκεντρώθηκαν γύρω από τον ΘΟΚ και έψαξαν μια νέα κοινωνική και πολιτική προοπτική μετά την εισβολή του 1974.

Κράτησα από την περίοδο αυτή την πίστη στο συλλογικό πνεύμα του θεάτρου και τη δύναμή του να κάνει τη διαφορά στην πολιτιστική ανάπτυξη μιας κοινωνίας. Ήταν μια εποχή αφύπνισης, μιας αφύπνισης των προοδευτικών εναλλακτικών κατευθύνσεων στη σκέψη και την πράξη. Η νοοτροπία τότε μιας κοινωνίας που μεταβαλλόταν, φαινόταν ως ένας ανοιχτός χώρος επικοινωνίας και προσδοκίας νέων κατευθύνσεων.

Τι είναι το πιο σημαντικό στο ανέβασμα Μπρεχτ; Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει το μπρεχτικό θέατρο;

Ποια είναι η πιο σημαντική προσέγγιση του Μπρεχτ; Θεωρώ ότι είναι ο πολύ συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ο Μπρεχτ ενθαρρύνει τον σκηνοθέτη να συμπεριλάβει την ιστορική μυθοπλασία (die Fabel), την ιστορία και τη δραματική λειτουργία της- στη σκηνοθεσία. Η ιστορία είναι το μέσο διά του οποίου αποκαλύπτονται οι κοινωνικές αντιθέσεις που εμπεριέχονται στο θέμα, σε μια αισθητά αντιληπτή μορφή και η προσπάθειά του είναι να αναπτύξει τέτοιες ομαδοποιήσεις και συμπεριφορές των χαρακτήρων στη σκηνή που να αναδεικνύουν τη διαλεκτική του κοινωνικού αγώνα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της θεατρικότητας του Μπρεχτ είναι το πώς προκαλεί τον ενθουσιασμό και και πώς νοιάζεται για την ευχαρίστηση του θεατή: πώς εμπλέκει δηλαδή την ανθρώπινη δραστηριότητα. Μας οδηγεί να κατανοήσουμε πώς τα έργα του αρνούνται να παρουσιάσουν την ενασχόληση με τον Εαυτό ως αυτοσκοπό.

Εσάς τι είναι αυτό που σας γοητεύει στο θέατρο του Μπρεχτ;

Οι μέθοδοι του Μπρεχτ μεταθέτουν κάθε κριτική επανεξέταση από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το περιστατικό στην ιστορία. Οι αυστηροί πειραματισμοί και οι προκλητικές αντιλήψεις του Μπρεχτ μάς προσφέρουν την ελπίδα ότι το θέατρο έχει έναν ενεργό ρόλο στην πραγματοποίηση της κοινωνικής αλλαγής. Η μέθοδος του Μπρεχτ είναι ικανή να αποκαλύψει τους, εκ πρώτης όψεως, παραλογισμούς που παράγει ο σύγχρονος κόσμος. Η “αλήθεια είναι συγκεκριμένη” ήταν το αγαπημένο του σύνθημα. Όταν ρωτήθηκε κάποτε ποιος πιστεύει ότι είναι ο σκοπός ενός καλού έργου, ο Μπρεχτ απάντησε δείχνοντας στον ερωτώντα μια φωτογραφία του Τόκιο μετά τον περίφημο σεισμό. Ανάμεσα στα ερείπια, ένα κτίριο στεκόταν όρθιο. «Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημά σας», είπε ο Μπρεχτ: «σκοπός του έργου είναι η επιβίωση».

Σας αρέσει ο Ίψεν; Γιατί επιλέξατε αυτό το έργο του;

Ως ηθοποιός γοητεύομαι πάντα από την ιδιοφυΐα του Ίψεν . Οι χαρακτήρες του προσφέρουν ένα πλατύ και βαθύ χώρο για τη μίμησι. Θυμάμαι παραγωγές των έργων του, ακριβώς λόγω των εξαιρετικών υποκριτικών ερμηνειών. Υπενθυμίζει στους σκηνοθέτες ότι είναι οι ηθοποιοί που δημιουργούν τη μαγεία του θεάτρου. Δεν ήταν δική μου επιλογή η «Κυρά της θάλασσας», ήταν απόφαση του ΘΟΚ να ανοίξει με αυτό το έργο τη φετινή περίοδο. Ο ΘΟΚ μου πρόσφερε την παραγωγή και αποδέχτηκα.

Τα έργα του Ίψεν ασχολούνται με τα εμπόδια που θέτει στην ατομική ελευθερία η αστική κοινωνία στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Οι ιστορίες του αμφισβητούν την υπεροχή των παλιών και καθιερωμένων τρόπων σκέψης. Η διαχείριση του “γυναικείου ζητήματος” ήταν μέρος του ρόλου του ως του πιο τολμηρού αποδομητή των ειδώλων του δυτικού πολιτισμού.

Το θέατρο του Ίψεν πιστεύετε συνεχίζει να μας αφορά; Με ποιον τρόπο;

Τα έργα του Ίψεν ασχολούνται με τα εμπόδια που θέτει στην ατομική ελευθερία η αστική κοινωνία στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Οι ιστορίες του αμφισβητούν την υπεροχή των παλιών και καθιερωμένων τρόπων σκέψης. Η διαχείριση του “γυναικείου ζητήματος” ήταν μέρος του ρόλου του ως του πιο τολμηρού αποδομητή των ειδώλων του δυτικού πολιτισμού, σε μια εποχή που η αστική σκέψη (στη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, με την άνοδο των σοσιαλδημοκρατικών κινημάτων) ήταν ευάλωτη στις επιθέσεις και ανοιχτή στις αλλαγές.

Ο Ίψεν ήταν παιδί του κινήματος των επιστημών και -όπως ο Μαρξ και ο Δαρβίνος- πίστευε ότι οι κρυμμένοι νόμοι της κοινωνίας και του φυσικού κόσμου μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική. Αυτό που πράγματι τον απασχολούσε -όπως και τον νεότερο σύγχρονό του, τον Φρόιντ- ήταν η ανθρώπινη ψυχή και μέσα από τον κύκλο των δώδεκα ρεαλιστικών έργων του αναρωτιόταν πώς οι άνθρωποι μπορούν να βρουν τον πραγματικό τους εαυτό και να γίνουν ολοκληρωμένα ανθρώπινα όντα. Εστιάζοντας στις καταστάσεις, δημιουργεί «χαρακτήρες που αλλάζουν».

Οι «αντιθέσεις» -που είναι ουσιώδεις στη σύγχρονη υποκριτική και το βασικό εργαλείο στην αισθητική του Μπρεχτ- βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής και της έρευνάς του: «να συνειδητοποιούμε τον εαυτό μας με πνεύμα και αλήθεια», έλεγε. Με άλλα λόγια: δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο τρόπος της αφήγησής του είναι απρόσμενα και εντυπωσιακά νεοτερικός. Όντας αριστοτέχνης ανατόμος αυτού του σύγχρονου κομματιού της μάχης των φύλων, του αστικού γάμου, με την “Κυρά της θάλασσας” μάς θυμίζει ότι η μάχη αυτή είναι ακόμα σε εξέλιξη.

Γιατί πιστεύετε ότι επιστρέφουμε στους κλασικούς συγγραφείς;

Δεν ξέρω αν σήμερα η πλειοψηφία των θεατρικών ομάδων στον δυτικό κόσμο στρέφεται περισσότερο στους κλασικούς. Εύχομαι να είναι έτσι. Έχω την εντύπωση ότι στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Βερολίνο κυριαρχούν τα μέτρια και τα περιθωριακά θέματα. Πριν από τριάντα χρόνια στο Μπρόντγουεϊ ανέβαζαν Έλληνες κλασικούς, Μολιέρο και Σαίξπηρ. Σήμερα κανένα από αυτά τα έργα, που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της δουλειάς μας, δεν βρίσκονται στο ρεπερτόριο.

Το γεγονός ότι σήμερα ομάδες ειδικών ενδιαφερόντων (φύλο, φυλή, πολιτική) βλέπουν τα θέματα που τους ενδιαφέρουν σε χώρους «off-off-off-Broadway» δεν είναι πρόοδος και βρίσκεται σε αντίθεση με την αντίληψη των Ελλήνων ή και του παγκόσμιου θεάτρου, για τη δημοκρατική συμμετοχή ενός ποικιλόμορφου κοινού. Θεωρώ ότι οι μισές τουλάχιστον παραγωγές σε ένα πλήρες ρεπερτόριο θα πρέπει να προέρχονται από τα έργα της διεθνούς δυτικής θεατρικής κληρονομιάς. Αυτό εκπαιδεύει τις θεατρικές συνήθειες των θεατών, δημιουργεί προκλήσεις για το θέατρο, αναβαθμίζει την αντίληψη του θεατή πέρα από το οικείο και δημιουργεί ένα διαφοροποιημένο κοινό.

Ποια είναι η σκηνοθετική σας προσέγγιση;

Η προσέγγισή μου ήταν όπως πάντα: αναζητώντας μια ιστορία με «χρηστική αξία» (Gebrauchswert, όπως λέει ο Μπρεχτ) για το κοινό εδώ και τώρα. Βοήθησε το γεγονός ότι το έργο του Ίψεν μοιάζει μάλλον με ένα μείγμα της Μικρής Γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και του Ιπτάμενου Ολλανδού του Βάγκνερ. Η παρουσία της θάλασσας και του αινιγματικού ξένου για την Ελίντα συνέβαλαν στο να αποφευχθούν τα κλισέ ενός οικογενειακού δράματος. Η πρόκληση για τον Βάνγκελ, που επαναπροσδιορίζει τη φύση του γάμου αναγνωρίζοντας το δικαίωμά της να επιλέξει, μου θυμίζει τα όψιμα έργα του Σαίξπηρ: ελαφρότητα, χιούμορ και ηλιόλουστη αισιοδοξία. Γεμάτα αντιφάσεις! Ενώ ο Βάνγκελ περνά μια ηθική μεταμόρφωση, η κόρη του Μπολέτ πωλεί τον εαυτό της σε ένα γάμο με τον ηλικιωμένο πρώην δάσκαλό της.

Δουλεύω με τρόπο που μια ομάδα μπορεί να δημιουργήσει. Έχοντας πάντα την ιστορία και την τέχνη του ηθοποιού ως αφετηρία. Οι περικοπές στο κείμενο ήταν έργο όλων των ηθοποιών  Το να ακούει ο ένας τον άλλον στην οικοδόμηση των εικόνων για τα ιντερλούδια ήταν απαραίτητο! Κάθε μέρα κάναμε ένα ζέσταμα ώστε να επαναβεβαιώσουμε τη συλλογικότητα στη δουλειά μας.

Πώς επιλέγετε τους ηθοποιούς σας; Είχαμε ακροάσεις δύο περίπου μήνες προτού αρχίσουμε τις πρόβες. Δεν ψάχνω για τους «ιδανικούς ηθοποιούς» (ποιο ιδανικό, από μια πρώτη εικόνα από την ανάγνωση;), ψάχνω για όσο πιο ακραία δυνατές προσωπικότητες γίνεται. Συνήθως, ο οποιοσδήποτε παράξενος, ασυνήθιστος ηθοποιός είναι καλύτερος από τον «τυπικό χαρακτήρα», οι άνθρωποι συνδέονται με την εικόνα που δημιουργείται από την ανάγνωση του κειμένου.

Έχετε παρακολουθήσει παραστάσεις όσον καιρό είστε εδώ; Ποια η γνώμη σας για το κυπριακό θέατρο σήμερα;

Ναι, είδα τρία θεατρικά έργα: ένα ημι-κλασικό, από ένα σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνικό θίασο που ήταν το αντίθετο από ό,τι ελπίζω είναι το θέατρο. Είδα όμως και δύο κυπριακές παραγωγές, οι οποίες ήταν εξαιρετικές: μια διασκευή του Ντοστογιέφσκι από ιδιωτικό θίασο και το «Cock» στον ΘΟΚ. Άριστοι ηθοποιοί, καινοτόμος σκηνοθεσία και αφηγηματική ακρίβεια των εμπλεκόμενων τεχνών. Φαίνεται ότι η Κύπρος έχει σήμερα μια πλούσια υποδομή στις παραστατικές τέχνες. Πιστεύω ότι η δουλειά του ΘΟΚ όλα αυτά τα χρόνια βοήθησε σε αυτή την πρόοδο και την αλλαγή από το 1975.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, το θέατρο και οι τέχνες γενικότερα παραμένουν αναγκαία στην εποχή μας;

Δεν μπορώ να φανταστώ μια κοινωνία χωρίς τέχνες, θέατρο, πολιτιστική συνείδηση όπως τη δική μας, βασισμένη στις ρίζες της Αθήνας, της Ιερουσαλήμ και του Wittenberg. Χωρίς τις κλασικές ελληνικές ρίζες, την ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά, τις δημιουργίες της Αναγέννησης και τη σκέψη του Διαφωτισμού, η δυτική ταυτότητα και τα σύγχρονα δημοκρατικά επιτεύγματα δεν θα επιβιώσουν. Οι λόγοι που οι πρόγονοί μας στην Αρχαία Ελλάδα συγκεντρώνονταν γύρω από την ορχήστρα του θεάτρου παραμένουν οι ίδιοι: για να επαναβεβαιώνουμε την ύπαρξή μας και να βιώνουμε την πραγματικότητα ως κάτι ζωντανό, ζωτικό και μεταβλητό.

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.