Έκθεση ΙΝΕΚ – ΠΕΟ: Εισοδηματικές ανισότητες και υλική στέρηση (Infographics)

29% του πληθυσμού βρισκόταν το 2015 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έναντι 24% από το 2006 έως το 2011.

Πλούσια σε ευρήματα και στοιχεία είναι η έκθεση για την απασχόληση και οικονομία του ΙΝΕΚ-ΠΕΟ, με θέμα τις εισοδηματικές ανισότητες. Η έκταση της διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων μεταξύ 2009 και 2016 γίνεται φανερή από τη μεταβολή του δείκτη εισοδηματικών ανισοτήτων Gini, για τον οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και για τις 28 χώρες της ΕΕ.

Μεταξύ 2009 και 2016 διαπιστώνουμε ότι στην Κύπρο υπήρξε ραγδαία διεύρυνση των ανισοτήτων. Η Κύπρος μοιράζεται μία από τις πρώτες θέσεις με τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και τη Σουηδία, παρά τη διόρθωση που υπήρξε στη διάρκεια της ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας.

Οι εισοδηματικές ανισότητες στην Κύπρο κατά το 2009 είχαν μια ενδιάμεση (14η) θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2016, αντιθέτως, η Κύπρος καταλάμβανε την ένατη θέση υψηλότερης εισοδηματικής ανισότητας μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ. Αναφορικά με τις άλλες χώρες, αξιοσημείωτο είναι ότι οι χώρες του νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πλην της Πορτογαλίας) έκαναν άλματα στη διεύρυνση των ανισοτήτων.

Ο δείκτης της φτώχειας, ο οποίος αναφέρεται στο ποσοστό του πληθυσμού, το οποίο κινδυνεύει από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, είναι ένας δείκτης σχετικής φτώχειας, διότι συγκρίνει το εισόδημα των λιγότερο εύπορων με το μέσο εισόδημα. Επειδή, όμως, στην Κύπρο υπήρξε μεγάλη μείωση του ΑΕΠ και του εισοδήματος, ο δείκτης υποεκτιμά σοβαρά την πραγματική έκταση του φαινομένου. Εντούτοις έχει τη χρησιμότητά του, διότι η αύξησή του δείχνει ότι η μείωση του εισοδήματος για τους φτωχότερους είναι μεγαλύτερη από τη μείωση που έχουν υποστεί οι υπόλοιπες κατηγορίες εισοδημάτων.

Ο συνολικός δείκτης παρουσίασε αύξηση από το 2012, στη διάρκεια της ύφεσης 20122014, αλλά και κατά το πρώτο έτος της ανάκαμψης (2015). Έτσι, 29% του πληθυσμού βρισκόταν το 2015 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έναντι 24% από το 2006 έως το 2011. Το αντίστοιχο ποσοστό παρουσίασε κάμψη στο 27,5% κατά το 2016. Κατά πολύ περισσότερο από τον μέσο όρο εθίγησαν οι νέοι ηλικίας 18-24 ετών, πλην όμως υπήρξε μεγάλη βελτίωση κατά το 2016. Όσον αφορά τους μισθωτούς, απειλούνται σε μικρότερο βαθμό από τη φτώχεια σε σύγκριση με τον μέσο όρο, εφόσον έχουν σταθερό εισόδημα, αλλά η αύξηση του ποσοστού των μισθωτών που κινδυνεύει από τη φτώχεια αυξήθηκε στη διάρκεια της ύφεσης 20122014, παράλληλα με τον μέσο όρο, και μειώθηκε το 2016, επίσης παράλληλα με τον μέσο όρο.

Το γεγονός ότι το 17,5% των μισθωτών επαπειλούνταν από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό το 2015, έναντι 13,0% το 2009, αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι υπάρχει και στην Κύπρο, όπως και στις περισσότερες άλλες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζόμενων φτωχών, οι οποίοι, μολονότι εργαζόμενοι, βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας επειδή οι αμοιβές τους είναι χαμηλές. Η κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών παρουσίασε στη διάρκεια της κρίσης σημαντική αύξηση (+5% επί του συνολικού αριθμού των μισθωτών, που σημαίνει ότι σε κάθε δύο εργαζόμενους φτωχούς προστέθηκε και ένας τρίτος). Η βελτίωση που παρουσιάστηκε με την ανάκαμψη της οικονομίας μείωσε το ποσοστό των μισθωτών που επαπειλούνται με φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό πιθανότατα επειδή αυξήθηκε η απασχόληση σε θέσεις ανειδίκευτης ή ημι-ειδικευμένης εργασίας, ιδιαίτερα στο εμπόριο και στον κλάδο του τουρισμού.

Οι δείκτες υλικής στέρησης υπερτερούν του δείκτη φτώχειας κατά το ότι αναφέρονται στην απόλυτη φτώχεια, η οποία μετράται απευθείας με επιμέρους φυσικούς δείκτες, όπως η αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ή ενοικίου, θέρμανσης της κατοικίας κ.λπ..

Προσδιορίζεται έτσι ένας σύνθετος δείκτης σοβαρής υλικής στέρησης που αναφέρεται σε συνδυασμό περισσότερων επιμέρους μορφών υλικής στέρησης (στέγαση, υγεία κλπ). Προσδιορίζεται, έτσι, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης.

Ο γενικός δείκτης, που αναφέρεται στο σύνολο του πληθυσμού, παρουσίασε μεγάλη άνοδο κατά το 2012-2014 και μείωση κατά το 2015-2016. Έτσι, κατά το 2015, βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης το 15% του πληθυσμού, έναντι 9% το 2008, αλλά το ποσοστό είχε μειωθεί σε 12,5% το 2016.

Οι διαχρονικές μεταβολές των επιμέρους ομάδων του πληθυσμού μετά το 2008 ακολούθησαν, γενικά, τις μεταβολές του γενικού δείκτη. Ωστόσο, σημαντικές είναι οι διαφορές επιπέδου μεταξύ αυτών των επιμέρους ομάδων. Το ποσοστό των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανερχόταν το 2016 σε 7% και των μισθωτών σε περίπου 10%. Η υλική στέρηση είναι κατάσταση που αφορά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό όσους συμπλήρωσαν κατά μέγιστο τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση τριών ετών, διότι το αντίστοιχο ποσοστό τους ανέρχεται σε περίπου 1/5 του συνόλου.

peo

 

Υλική στέρηση: Υπο-εκτίμηση στα στατιστικά στοιχεία

Είναι σημαντικό, στο σημείο αυτό, να υπογραμμίσουμε ότι ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης όσο και αριθμός των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, είναι υποεκτιμημένοι στα στατιστικά στοιχεία των τελευταίων ετών για δύο λόγους: πρώτον, επειδή το όριο της φτώχειας είναι άμεση συνάρτηση του ΑΕΠ ανά κάτοικο, το οποίο μειώθηκε στη διάρκεια της κρίσης παρασύροντας προς τα κάτω και το κατώφλι της φτώχειας, και δεύτερον, επειδή από το 2013 αποχώρησε από τη χώρα μια μερίδα μεταναστών, στους οποίους οι δείκτες της φτώχειας και της υλικής στέρησης είναι αυξημένοι και επηρεάζουν επομένως σημαντικά τον μέσο όρο. Έτσι, επειδή το 2016 οι μετανάστες συμμετέχουν με μικρότερο ποσοστό στον υπολογισμό των μέσων όρων φτώχειας και υλικής στέρησης από ό,τι στα έτη πριν το 2013, οι δείκτες παρουσιάζουν στρέβλωση προς χαμηλότερες τιμές.

Επομένως, γράφουν οι συγγραφείς της έκθεσης της μελέτης, τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζουν στο κεφάλαιο αυτό αποδίδουν μια εξαιρετικά ευνοϊκή εικόνα για τη φτώχεια και την υλική στέρηση, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι δυσμενέστερες.

Μια συνθετική εικόνα της κοινωνικής κατάστασης προσφέρεται από τον Δείκτη Κοινωνικής Δικαιοσύνης του Bertelsmann Stiftung, ο οποίος κατασκευάζεται με βάση 44 επιμέρους δείκτες που αναφέρονται στην αγορά εργασίας, τη φτώχεια και την υλική στέρηση, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην υγεία, την κοινωνική συνοχή κ.ά. Ο δείκτης κοινωνικής δικαιοσύνης ανά χώρα έχει ως εξής: Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, ενώ στο τέλος της κατάταξης βρίσκονται είτε χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης είτε χώρες της Μεσογείου. Η Κύπρος καταλαμβάνει την 21η θέση επί συνόλου 28 χωρών.

Επειδή, ωστόσο, ο δείκτης κοινωνικής δικαιοσύνης εξαρτάται θετικά από το επίπεδο ανάπτυξης (τουλάχιστον όσο αφορά τις χώρες της Ευρώπης), είναι ορθότερο να λαμβάνουμε υπόψη μας και τον παράγοντα αυτόν. Ο διορθωμένος δείκτης κοινωνικής δικαιοσύνης μιας χώρας είναι η απόσταση του τρέχοντος δείκτη από τη γραμμή συσχέτισης (δηλαδή από την απόσταση του τρέχοντος δείκτη έναντι του αναμενόμενου, με βάση το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας, δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης). Για την Κύπρο παρατηρούμε ότι βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση κάτω από την γραμμή συσχέτισης, επομένως παρουσιάζει δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης κατά πολύ χαμηλότερο από αυτόν που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Η ίδια παρατήρηση ισχύει ακόμη περισσότερο για την Ιταλία και την Ισπανία. Αντιθέτως, χώρες όπως η Πορτογαλία και η Κροατία παρουσιάζουν χαμηλό δείκτη που εξηγείται από το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης. Στην άλλη άκρη της κατάταξης, οι σκανδιναβικές χώρες, η Τσεχία και η Σλοβενία, παρουσιάζουν θετική απόκλιση του δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης έναντι της τιμής του δείκτη που δικαιολογείται από το επίπεδο ανάπτυξής τους.

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.