Ελ.Υπηρεσία προς Υπ.Οικονομικών: Tα στελέχη των κομμάτων δεν είναι υπεράνω του νόμου

Τα στελέχη των πολιτικών κομμάτων δεν μπορεί να θεωρούνται ότι είναι υπεράνω του νόμου, αναφέρει με σημερινή ανακοίνωση της η Ελεγκτική Υπηρεσία, σημειώνοντας ότι ουδείς δικαιούται να παρεμβαίνει προς όφελος ενός δημοσίου υπαλλήλου ώστε αυτός να αποφύγει τον πειθαρχικό έλεγχο.

Σε ανακοίνωση της με αφορμή δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών στην κρατική τηλεόραση την Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι στις 10 Ιουλίου 2015 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο περί των Πολιτικών Δικαιωμάτων Δημόσιων Υπαλλήλων, Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Δημοτικών Υπαλλήλων, Κοινοτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου Νόμος (Ν.102(I)/2015). Την ίδια ημέρα, σημειώνει, δημοσιεύτηκε και ο περί της Δημόσιας Υπηρεσίας (τροποποιητικός) Νόμος του 2015 (Ν.100(Ι)/2015).

Με βάση το νομικό πλαίσιο που ισχύει από την ημερομηνία αυτή και μετά, όπως αναφέρει η ανακοίνωση, επιτρέπεται σε δημόσιο υπάλληλο να κατέχει κομματικό αξίωμα, αλλά μόνο κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας (ΕΔΥ). Τέτοια έγκριση μπορεί να δοθεί μόνο αν τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου δεν συγκρούονται και δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο από την κατοχή του κομματικού αξιώματος, προστίθεται.

Μόνο αν ο υπάλληλος, συνεχίζει η Ελεγκτική Υπηρεσία, κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα μέχρι και την κλίμακα Α7 του κυβερνητικού μισθολογίου δεν χρειάζεται οποιαδήποτε έγκριση. Σημειώνει επίσης ότι το νομικό πλαίσιο που ίσχυε πριν τις 15 Ιουλίου 2015 επέτρεπε στους δημοσίους υπαλλήλους να είναι μόνο απλά μέλη, αλλά όχι στελέχη πολιτικού κόμματος.

Ο Υπουργός Οικονομικών, προσθέτει, είναι αρμόδια αρχή για όλους του λειτουργούς του Υπουργείου Οικονομικών και των Τμημάτων του. Συνεπώς, συνεχίζει, αν έχουν υποπέσει στην αντίληψη του Υπουργού περιπτώσεις λειτουργών μισθοδοτικής κλίμακας μεγαλύτερης της κλίμακας Α7 που είναι στελέχη κομμάτων χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια από την ΕΔΥ, οφείλει να κινήσει διαδικασία πειθαρχικής έρευνας κατά των προσώπων αυτών για το συγκεκριμένο παράπτωμα.

Υπενθυμίζει ότι με βάση το άρθρο 81(2) του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου, αν καταγγελθεί στην αρμόδια αρχή ή υποπέσει στην αντίληψη της ότι δημόσιος υπάλληλος δυνατόν να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, η αρμόδια αρχή οφείλει να μεριμνήσει αμέσως όπως διεξαχθεί έρευνα με τον καθορισμένο τρόπο. “Τονίζουμε το `οφείλει`, το οποίο έχει επιβεβαιωθεί με αριθμό γνωματεύσεων του Γενικού Εισαγγελέα”, αναφέρει.

Επίσης, συνεχίζει η ανακοίνωση, αν ο Υπουργός Οικονομικών γνωρίζει περιπτώσεις λειτουργών άλλων Υπουργείων ή Τμημάτων, εκτός του δικού του Υπουργείου, που ενδεχομένως να έχουν διαπράξει το ίδιο παράπτωμα, θεωρούμε ότι επίσης οφείλει να ενημερώσει τους συναδέλφους του Υπουργούς, ώστε αυτοί πλέον με τη σειρά τους να προχωρήσουν σε πειθαρχικές έρευνες κατά των υπαλλήλων αυτών.

“Κατά την άποψη μας, η υποχρέωση αυτή του Υπουργού να ενημερώσει τους συναδέλφους του, δεν προκύπτει από τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο, αλλά από την επίσημη διαβεβαίωση του κατά την ανάληψη των καθηκόντων του για πίστη και σεβασμό εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους. Πώς λοιπόν μπορεί να γνωρίζει ένας Υπουργός ότι ενδεχομένως κάποιος δημόσιος υπάλληλος να παραβιάζει τη νομοθεσία αλλά να αδιαφορεί;”, διερωτάται η Υπηρεσία.

Τονίζει ακόμη ότι με βάση τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, όπως αυτές κωδικοποιούνται στον σχετικό Νόμο Ν. 158(I)/1999 (άρθρο 39)) και τη σχετική νομολογία, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Συνεπώς, προσθέτει, η αναφορά του Υπουργού ότι «από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές καθημερινώς παρελαύνουν λειτουργοί της Δημόσιας Υπηρεσίας που κατέχουν κομματικά αξιώματα», δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την ανοχή ανάλογης συμπεριφοράς από την καταγγελθείσα λειτουργό. Αντίθετα, όπως αναφέρει, μεταφέρει στους ώμους του Υπουργού την υποχρέωση να ενεργήσει όπως εξηγείται στις παραγράφους πιο πάνω, για όλους τους άλλους υπαλλήλους που, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Υπουργός, γνωρίζει ότι διαπράττουν το ίδιο παράπτωμα.

Για το θέμα των διαδικασιών της απόσπασης συγκεκριμένης λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), και του ενδεχομένου εκ μέρους της διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος με τη συμμετοχή της στο Πολιτικό Γραφείο συγκεκριμένου κόμματος χωρίς άδεια από την ΕΔΥ, η Υπηρεσία, σύμφωνα με την ανακοίνωση, θα αναμένει την απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών και θα ενεργήσει ανάλογα.

“Συμφωνούμε πάντως με τον Υπουργό ότι `ο Γενικός Ελεγκτής είναι αρμόδιος να εκφράσει μία άποψη` και ότι `την ευθύνη και την αρμοδιότητα την έχει η εκτελεστική εξουσία`. Είναι φυσικά αυτονόητο ότι ουδείς δικαιούται να ενεργεί κατά παράβαση του νόμου, ούτε και να παραμελεί εσκεμμένα την εκτέλεση καθήκοντος, το οποίο έχει σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση να εκτελέσει”, αναφέρει.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρεί δεδομένο ότι ουδείς δικαιούται να παρεμβαίνει προς όφελος ενός δημοσίου υπαλλήλου ώστε αυτός να αποφύγει τον πειθαρχικό έλεγχο. “Είναι άλλωστε γνωστό ότι το άρθρο 105Α του Ποινικού Κώδικα (το γνωστό άρθρο με το οποίο το 2001 ποινικοποιήθηκε το «ρουσφέτι»), καθορίζει πως ο επηρεασμός αρμόδιας αρχής, υπέρ ή κατά οποιουδήποτε προσώπου, σε σχέση με διαδικασία άσκησης πειθαρχικής εξουσίας, συνιστά ποινικά κολάσιμη πράξη”.

“Είναι για τούτο που μας προκαλεί έντονο προβληματισμό η προτροπή του Υπουργού προς πολιτικό κόμμα για να παρέμβει ώστε να αποτρέψει τον πειθαρχικό έλεγχο του στελέχους του. Έστω και εκ του περισσού, υπενθυμίζουμε ότι δεν μπορεί τα στελέχη των πολιτικών κομμάτων να θεωρούνται ότι είναι υπεράνω του νόμου”, καταλήγει η ανακοίνωση.

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.