Φορο-συσκότιση

262

Της Ελένης Μαύρου

Όπως αποκαλύφθηκε πριν λίγες μέρες σε συζήτηση στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, το Τμήμα Φορολογίας έχει υιοθετήσει μια νέα πρακτική για τον έλεγχο των φορολογικών φακέλων πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων και μεγαλοεπιχειρηματιών. Πρακτική που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή τη νέα πρακτική, για να έχουν πρόσβαση και να ελέγξουν οι λειτουργοί του τμήματος συγκεκριμένους φακέλους, χρειάζεται η γραπτή έγκριση του Έφορου Φορολογίας.

Είναι δυνατόν, όμως, να επαφίεται σε ένα και μόνο άτομο μια τέτοια απόφαση; Μπορεί να αποφασίζει ένας και μόνο, ο Έφορος Φορολογίας, ποιοι φάκελοι θα μπαίνουν στα συρτάρια και θα ξεχνιούνται; Γιατί υπάρχει και αυτός ο κίνδυνος, ας μην κοροϊδευόμαστε.

Σίγουρα χρειάζονται προσεκτικές και υπεύθυνες διαδικασίες για να μην στοχοποιούνται και να διαπομπεύονται άδικα άτομα (το είδαμε και αυτό στο παρελθόν), αλλά την ίδια στιγμή χρειάζονται και αξιόπιστες και αντικειμενικές διαδικασίες ελέγχου, που να πείθουν ότι δεν αφήνουν παραθυράκια κάλυψης φοροφυγάδων και μεγαλο-οφειλετών. Ένα στοιχείο τέτοιων διαδικασιών είναι και η ύπαρξη θεσμοθετημένου εποπτικού μηχανισμού, προκειμένου αυτές οι αποφάσεις να λαμβάνονται με διαφάνεια.

Βεβαίως το θέμα του Τμήματος Φορολογίας είναι πολύ ευρύτερο. Και δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένους χειρισμούς (ακόμα περιμένουμε αποτελέσματα από τις έρευνες για τη Λίστα Λανγκάρντ).

Πριν ένα μήνα περίπου ο Υπουργός Οικονομικών μάς διαβεβαίωνε ότι «η λαβίδα των φορολογικών αρχών τσιμπά συνεχώς όσους διαφεύγουν». Πιο παλιά οι κυβερνώντες διακήρυσσαν ότι «το Τμήμα Φορολογίας θα γίνει η αιχμή του δόρατος για να παταχθεί η φοροδιαφυγή και να εισρεύσουν εκατομμύρια στα ταμεία». Εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια «δεσμεύονται» για ενίσχυση του Τμήματος Φορολογίας. Όταν φτάνουμε όμως στο διά ταύτα δεν έχουν απαντήσεις να δώσουν. Γιατί, απλά, η κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη ενδιαφέρεται περισσότερο για την εξυπηρέτηση των προνομιούχων φίλων της, παρά την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος -και αυτό φάνηκε σε μια σειρά από ενέργειές της.

Η οικονομική πολιτική κάθε ευνομούμενου κράτους (και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η εκάστοτε εφαρμοζόμενη φορολογική πολιτική) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με τους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς και με την κοινωνική πολιτική. Θα πρέπει, δηλαδή, να διασφαλίζει ότι τα δημόσια έσοδα στηρίζουν τον αναπτυξιακό σχεδιασμό και την πολιτική στήριξης, ιδιαίτερα, των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού.

Για να γίνει όμως αυτό κατορθωτό είναι απαραίτητο να υπάρχει ισονομία στη φορολογική πολιτική. Και ισονομία και ισότητα δεν σημαίνει ισοπέδωση των βασικών αρχών σε οικονομικό, εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο.

Κάθε χώρα, προκειμένου να ασκήσει δίκαιη φορολογική πολιτική, είναι απαραίτητο να λαμβάνει υπόψη της, μεταξύ των άλλων, ότι η αξία της νομισματικής μονάδας δεν είναι η ίδια για όλους (άλλη αξία έχει ένα ευρώ για αυτόν που έχει μηνιαίο εισόδημα πεντακοσίων ευρώ και άλλη γι’ αυτόν που έχει εισόδημα δύο χιλιάδων ευρώ).

Είναι απαραίτητο να έχουμε ένα διαφανές και απλό (και όχι δαιδαλώδες) φορολογικό σύστημα, ώστε να μην αφήνονται σκιές και παραθυράκια.

Είναι απαραίτητο να έχουμε συγκεκριμένα μέτρα πάταξης της φοροδιαφυγής, όχι μόνο γιατί έτσι θα βελτιωθούν τα δημόσια έσοδα, αλλά πρωτίστως γιατί έτσι θεμελιώνεται η αίσθηση ισονομίας για όλους τους πολίτες. Διαφορετικά θα παραμείνει εμπεδωμένη η εσφαλμένη εντύπωση ότι η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή είναι η «έξυπνη» επιλογή ή ακόμα και «νόμιμη άμυνα».

Πέντε σχεδόν χρόνια μετά, αυτή η κυβέρνηση δεν έπεισε ότι εργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Το αντίθετο!

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.