Γραμμές της Έλενας Τουμαζή – Ρεμπελίνας

Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα

ΕΡΧΟΥ

Εκδόσεις Αφή, 2011

Κρατικό Βραβείο Ποίησης


Γράφεις κοιτάζοντας κατάματα

Αυτό που σε κοιτάζει

Ανυπεράσπιστο

Και ολόκληρο

 


 

Πατήρ

Μνήμη J.Gr.

Πήρε μια πευκοβελόνα

Κι’ άρχισε να ράβει με προσοχή

Τη θρυμματισμένη μνήμη

Φροντίζοντας

Να κρύβει το πρόσωπο του πίσω

Από τα πυκνά φυλλώματα

Ωσότου συνέλθω από τον πόνο της επέμβασης

Χάθηκε αθόρυβα

Στο δικό του δάσος

 


 

Μια χούφτα οι αθώοι

Αποσύρουν ο ένας μετά τον άλλον

την παρουσία τους από τη ζωή μας

Ξεγυμνώνουν τη δική μας απουσία

Κοιμάμαι μ’ ένα βλέμμα που έπεσε απάνω μου

σε μια μόνο τρομερή στιγμή

Κάποιος μου μίλησε και δεν τον άκουσα

Κάποιος με κοίταξε και δεν τον γνώρισα

Τώρα απομένει στα χέρια μου το ψαροκόκκαλο

του ονόματος του

Αν μπορούσα αν ήξερα τουλάχιστον

να μαστορεύω φλογέρες…

 


 

Αεί ωραία

Μια υποψία παιδιού
μια σπασμένη μετώπη ένα ακροκέραμο
-νάμαν πουλί να πέταγα –
το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο
-υπάρχω ακόμη;

 

Δελφίνια αγγίζονται απαλά
κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου
απέραντο ασήμι
κεντρίζει
τη ναρκωμένη μνήμη
Ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες
καθώς κοιτάς τούς φοίνικες
τα περιστέρια
να ερωτεύονται στον άνεμο

 

Η θάλασσα
αεί
ωραία
ην και εστίν και έσται

 


 

Αν είναι αυτό η έρημος θα πω
της έρημου το τραγούδι
Αν είναι η σιωπή
αν είναι η σιωπή
– ώ ας μη ψοφήσω
μες στο αρράγιστο το τσόφλι της ξανά
Θα βγω μες στους λιμιώνες
να γεννηθώ μαζί σου


 

Ας τους
Δεν ξέρουν τί κρύβεται
Μέσα στα παραμύθια

Η συμπόνια
Το βλέμμα
για σένα
για μένα

Που μας αφαίρεσαν την ιστορία

 


Γράφεις με ευγνωμοσύνη
Βουτώντας την πέννα σου
στο ασήμι της θάλασσας
Που σε κοιτάζει αμετάβλητη


 

Η χώρα της ψυχής

Πότιζα αρμύρα τα σγουρά σου τα μαλλιά
Και άλειφα με λάδι το κορμί σου
Σου έφτιαξα φωλιά από κλαριά
Με φύλλα ευωδιαστά του παραδείσου

 

Μονάχη μου σε πήρα αγκαλιά
Και σε ταξίδεψα σε θάλασσες – θυμήσου
Κι’ όταν σε έκαιγε πληγή παλιά
Με το λαγούτο μου ψιθύριζα «κοιμήσου»

 

Μα ήρθαν καιροί λυπητεροί χρόνια σκληρά
Και μέσα σου κατοίκησεν η σκόνη
Οι εχθροί αρπάξαν ρόδα τρυφερά
Απ’ το μικρό μας μοσχομύριστο μπαλκόνι

 

Και το κεφάλι απόστρεψες ευθύς
Ως χώθηκε στην πόλη το κοντάρι
Λησμόνησες τη χώρα της ψυχής
Και άφησες το κύμα να μας πάρει

 


 

Όπως κάποτε
Ένα καράβι
Αναμμένο
Βαθειά μέσα ατή νύχτα
Αγκυροβολεί ησυχάζοντας
Λικνίζεται απαλά
Στο ύψιλον δύο σκοτεινών δέντρων
Βαθειά μέσα στη νύχτα
Προστάζει
Τη ψυχή σου
Να μιλήσει
Σαλεύει
Όπως το κύμα
Τη μνήμη του κορμιού…

 

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.