Γραμμές της Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα

Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ

Εκδόσεις Περί λύχνων αφάς, Λευκωσία 2010

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ

Δεν αγάπησα όπως μπορούσα.
Δεν αγαπήθηκα όπως θα ‘θελα.
Δεν έχω βρει
τη μοναδική τη λέξη
τον ήχο τον μοναδικό
που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει.
Τη σκέψη τη μοναδική
που τον πυρήνα ξεκλειδώνει
της ζωής.
Δεν έχω βρει
του αιώνιου τη διάφανη σφαίρα
που κάθε τι δικό μου
ζεστό, σπαταλημένο,
σε δάκρυ κρυστάλλινο μαζεύει.

 

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

Να διαβάσω τη χιλιοχρονίτικη
γλώσσα των χόρτων
και εκείνων των ριζών
που σκαλίζουν το βάθος
στην καθημερινή τους πάλη

με την δίψα.

Στις πέτρινες βαριές αυλές
να γυρέψω σκιά
να βολέψω την ελπίδα
κοντά στους άσπρους τοίχους της υπομονής.

Σπίτι να χτίσω
στον κρατήρα
κατ’ απ’ τα διασταυρούμενα πυρά
των τουφεκιών.

Από τον τόπο μου
τόσο μακριά
να διδάσκομαι
μίσος κι αγάπη.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Η βαλίτσα περιμένει.
Πόσα όμως πράγματα να βάλω
που δεν μπορώ να στερηθώ.

Μπορώ τάχα να πάρω της πασχαλιάς τις ευωδιές
τον ουρανό που κάτω του μεγάλωσα
τις καταπράσινες πεδιάδες
των αδέκαστων βουνών τα ύφη,
και τους ανθρώπους
που μοιραζόμασταν μαζί τη θλίψη;

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Να όμως που σε παίρνω –
καθρέφτισμα στο δάκρυ,
μ’ εκείνα τα μικρά αιμοσφαίρια
με τα οποία αναπνέω.
Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.

 

Ποιήματα για τη μητέρα

III. ΣΚΟΙΝΕΝΙΕΣ ΣΚΑΛΕΣ

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

Χαμογελώντας εσύ
με περιμένεις
στο λευκό μονοπάτι
να μου διηγηθείς
πώς γίνανε όλα τούτα.
Πώς η εστία μας έσβησε
και το κενό μας κοιτάζει
μ’ ασπρισμένο μάτι;
Πώς οι κάμαρες γέμισαν
πτώματα πεταλούδων
σκονισμένα
κι η σκόνη τους
πασπαλίζει τα κεφάλια μας;

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ

Υγρό κολλά το σκοτάδι.
Με φωτοστέφανο θολό
λάμπει η σελήνη.
Λευκή ομίχλη, ευωδιαστή
το ξερό χορτάρι
ανασταίνει.
Χαδιάρα νύχτα.
Η μυρωδιά του κάμπου
μες στα μαλλιά φωλιάζει.

Και μόνο ο φωτισμένος δρόμος
της ασφάλτου
προς τον νηφάλιο κόσμο
ανυποχώρητα τραβά.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Είναι ίσως η αγάπη
εκείνος ο νεκρός πλανήτης,
αστέρι
που έσβησε κρυφά από μας
εδώ κι εκατομμύρια έτη φωτός.

Και η λάμψη του σ’ εμάς
απατηλά
ακόμη ταξιδεύει;

 

ΓΡΑΦΕΙΣ

Μήπως με λέξεις πρέπει να γεμίσεις
μιαν ανεπάρκεια ασύλληπτη –
κάτ’ απ’ τα πόδια σου
χαίνον κενό;
Γράφεις, όλο γράφεις
ρίχνοντας μέσα λέξεις
γράμματα, ήχους…

Τι βάραθρο να ‘ναι αυτό;

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ

Νοστάλγησα τη βροχή
Και την υγρή σκιά της.
Τον αέρα που φωτίζει.
Της βαλανιδιάς την ευωδιά
και των κουκουναριών.
Το φως που
από τα φύλλα
της λεύκης κυλά.
Τις σταγόνες στο μέτωπο
που κουβαλούν της λήθης δροσιά.
Την πάχνη του φθινοπώρου νοσταλγώ
την ανάσα του παγωμένου λιβαδιού.
Τη νοσταλγώ και την προσμένω.
Εκείνη τη βροχή.

 

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Έρχονται κάποτε στιγμές –
αγωνίες, ταλαντεύσεις
βαθιές, σουβλερές
αποκαλύψεις.

Στο πάτωμα κάτω
κομματάκια αμέτρητα συντριμμένος
ο καθρέφτης
του εαυτού σου.

Εσύ από πάνω του
κομματάκι κομματάκι
μαζεύεις
μα είναι η εικόνα στρεβλωμένη.

Με ματωμένα δάκτυλα
μαζεύεις ξανά
τη μορφή σου.

 

ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Διάβαζε αργά τις λέξεις
γουλιά γουλιά
για να ’χουν χρόνο
σαν πουλιά
μες στο ψηλό δωμάτιο να πετάξουν.
Ξελιγωμένα, μετά από μπόρα,
από ταξίδι μακρινό
πάνω από χειμωνιάτικους γιαλούς
πετώντας
να βρίσκουν καταφύγιο στην κάμαρά σου.
Το κελάδημά τους στο ταβάνι θα ηχήσει
κι ήσυχα στον τοίχο θα κουρνιάσουν
έπειτα ώρα πολλή
μες στο σκοτάδι θα σιωπούν.