Γραμμές του Αλάσιου

Αλάσιος

Ο Ήρωας μου- η ελπίδα μου ένας αιώνας

Λευκωσία 2016

 

Σφήκες

Ήρθαν σαν τότε κι έλεγαν

πως άλλαξε ο καιρός

κι είναι τρελοί όσοι ανεβαίνουν.

Μου’ παν πως οι βλαστοί

μέσα στ’ αγκάθια αργοπεθαίνουνε.

Γέλασα και τους άφησα

να στήνουν γι’ άλλους σκιάχτρα.

Έξι χρονών κυνήγαγα

τις σφήκες στα νερά.

Μ’ ένα θυμάρι στέκοντας

στο φύκος ρηχής όχθης.

Έξι χρονών κι ακούμπαγαν

τις σφήκες μικρά χέρια

άφοβα και ξερίζωναν

το φοβερό κεντρί!

 

Ο ένας και οι όλοι

Έβαζε το καπέλο του στραβά

και κοίταζε τ’ αστέρια,

είχε στα μάτια του φωτιά

και χώμα μες στα χέρια.

 

Δεν μας εμοίραζε κρασί

για να περνούν οι πόνοι.

Ήταν μια αγκάλη ανοικτή

για να σωθούμε όλοι.

 

Μόνο που έπρεπε οι γροθιές

αίμα να στάζουν˙ χαρακιές

των προτινών των μούλων…

κι όχι στα γόνατα πληγές

που σέρνονταν των δούλων.

 

Το τραγούδι του ήλιου

Εμένα με μεγάλωσαν τα βουνά.

Τα ξέρω από τότε

που ‘ τρεχε το νερό στις γειτονιές

και τους παλιούς «Γερόλακκους».

Εμένα ο ήλιος δε μου χαμογέλασε

πίσω από κουρτίνες πρώτου ορόφου.

Μ’ έκαψε το θέρος μες στ’ «αντάτζιη»

κι έμαθα τη γλύκα της σκιάς.

Γνώρισα τα δειλινά τον πιο πιστό μου φίλο.

Εμένα με μεγάλωσαν τα βουνά

με τον λαμπρό μου ήλιο κάθε ώρας.

Μ’ αφήνουν αδιάφορο

Οι λάμψεις του θριάμβου σας:

τα κρύσταλλα κι οι πόλεις του μπετόν.

 

Οι τοκογλύφοι

Κάθε μήνα στην αρχή

έλεγχα τα χρέη μου.

Έκανα τους υπολογισμούς μου…

είκοσι χρόνια, δέκα πέντε…

Πότε να ξοφλήσω, να’μαι λεύτερος.

Κάθε μήνα στην αρχή

έλεγχα τη φυλακή μου.

Δέκα χρόνια να περάσουν

να’ μαι λεύτερος.

Λίγο ακόμα να δουλέψω, λίγο ακόμα.

Πέρασαν τα χρόνια.

Ελευθερώθηκα…

Μα φύγαν τα χρόνια της ζωής μου.

Μάζεψαν οι τοκογλύφοι

Όλο μου το μόχθο, μιας ζωής.

Μου ‘κλεψαν κι όλα τα χρόνια.

Τα καλύτερα.

 

Αδετεα

Μέσα στα ερέβη της υπομονής

χάνεται του οίστρου

του θλιμμένου το βασίλεμα,

χάνεται και η ψυχή.

Πες μου, πού είναι το ποτάμι της,

να σηκωθώ να βρω την παρακμή,

την άυλη φυγή των ναυαγών της;

 

Μια μέρα της γης

Το πρωί ο «κουρκουτάς»

πάνω στην οροφή

κυνηγούσε  τις σαύρες και τον χρόνο

τον άπιαστο.

Το μεσημέρι ο άλλος, ο Μάριος

γύρευε πού να φυτέψει τις ελιές.

Δύο η ώρα κι η μάνα μου

ογδοντατεσσέρων χρονών

τα φύλλα καμάρωνε της καρυδιάς,

που ξεπετάχτηκαν.

Τ’ απόγευμα στον δρόμο του «Λιβαδιού»

δυο φίδια αγκαλιασμένα

με πάθος ερωτοτροπούσαν…

Όμως στις οκτώ η ώρα

που ‘φευγε η μέρα και το φως,

ο θείος μου ο Σταυρής

που ‘παιζε ακορντεόν και αστεία,

έφευγε κι αυτός απ’ τη ζωή.

 

Ο χρόνος

Ο χρόνος της ζωής μας

είναι ένας βαθύς ωκεανός

που  ταξιδεύουμε τη μέρα˙

ίσως συχνότερα στα σκοτεινά.

Κάποια λιμάνια μόνο τρέχουμε να βρούμε.

Λίγο λίγο φεύγουν οι λευκές γραμμές

σαν τα πουλιά μες τα φθινόπωρα.

Πόσα ταξίδια χάνουμε

πόσες ακρογιαλιές

στη βιασύνη μας για το λιμεναρχείο!

 

 

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.