Γραμμές του Γιώργου Μολέσκη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Το ημιτελές ποίημα

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2014

 

ΑΓΟΥΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Στις μνήμες των παιδικών μου χρόνων
μεγάλο μέρος κρατούν οι γεύσεις
άγουρων πραγμάτων:
η ξινή του σταφυλιού,
η στυφή του φοινικιού,
η πικρή της ελιάς,
η ανεκπλήρωτη της φιλίας,
η μονομερής της αγάπης,
η αλμυρή του θανάτου.

Και η μυρωδιά της μεγάλης βροχής,
που ξεθάβει μέσα από το χώμα
κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,
σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας.

 

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε

στην καρδιά του – εκείνες τις δυο ώρες

μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού

της διακοπής από τη σκοπιά-, ήρθε

και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,

αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,

εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…

Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,

μα η φωνή μου δεν έβγαινε , σάμπως να βρισκόμουν

μέσα σε βαθύ πηγάδι

και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.

Κι εκείνος με ακολουθούσε.

 

Σαν να μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα

-ήτανε Αύγουστος- εκείνος

βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ

προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,

μα δεν μπορούσα να βγω.

 

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.

Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα

κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο

πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι

κι αναζητώ διέξοδο.

 

Κάθε φορά από την αρχή.

 

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

 

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

                                         Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

 

Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Μην τον γυρεύετε στη γη του, έφυγε για αλλού,

πήγε να περπατήσει σε άλλους τόπους,

να συναντήσει άλλους ανθρώπους,

να δει τη δύση και την ανατολή ενός άλλου ήλιου,

το φως ενός άλλου φεγγαριού

να πέφτει πάνω στην ταφόπλακα του

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.