Γραμμές του Γιώργου Ταρδίου

George Tardios

Κουμπωμένα Σχήματα/buttoned-up shapes

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή)

Εκδόσεις Αρμίδα, 2017

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει στο Point Centre for Contemporary Art, στις 8 Οκτωβρίου, 6:00 μ.μ., όπου ο συγγραφέας θα απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει αντίτυπα. Ο Σταύρος Καραγιάννης, ο οποίος προλογίζει το έργο, θα κάνει μια σύντομη παρουσίαση της ποίησης του Ταρδίου.

 
ΟΠΟΥΝΤΙΑ
Του ταίριαζαν τα παπουτσόσυκα του Χρίστου
κι εκείνος από νεκρή γη ρούφηξε τα χρόνια του.
 
Γονέων ανωνύμων
και παπαδοθρεμμένος
                 -φύτεψαν στ’ όνομά του τον Χριστό
και του διαλέξαν γυναίκα σκουληκιάρα –
Στους ώμους του κουβαλούσε τον Θεό
Λάτρευε την κάφτρα του αέρα
 
Αραιογένης κι ευσεβούμενος
ολόγιομος με προσευχές.
 
Σπίτι του κοιμούνταν έξι κόρες δίχως προίκα
τίποτ’ άλλο.
 
Ακόμη κι όταν βάδιζε ξυπόλητος, κόρδωνε η ουρά της βράκας του
κι έσβηνε απ’ το διάβα του τ’ αχνάρια.
 
Μα η γη του ήταν κατάστικτη από κάκτους.
Στη δροσιά πρoτού φέξει βάδιζε ανάμεσα στ’ αγκάθια
να ψαρέψει καρπούς με διχαλωτό καλάμι
ζυγιασμένους σε χαρτοσακούλα
λαξεμένους σα νερουλά κάρβουνα.
 
Στεκόταν με τον ήλιο καταμεσήμερα
πλάι στη χειράμαξα, και τα πουλούσε για δυο πιάστρες:
«Σύκα… Παπουτσόσυκα…»
 
Καιγόταν.
Τα φρούτα νέρωναν στον κουβά.
 
Και η ζωή απλωνόταν –
Ως τη νύχτα που ο κοφτερός αέρας έσκισε τα βουνά
Δρεπάνισε σύρριζα τον κάκτο του.
 
Τον τρύπησαν στον ύπνο
Οιμώζουν τ’ αγκάθια καθώς πέφτουν στο τζάμι
Τραυλίζοντας ο Χρίστος ξέντυτος στ’ ανεμοβρόχι
 
Ξύδι το στόμα
Τα δόντια μασούν σίδερα
 
Οι χείμαρροι βάφτισαν την κάννη του όπλου του
 
Ο δείκτης του σταύρωσε τη σκανδάλη.
 
Κάποια στιγμή στόχευσε την ψυχή του
Μονάχα ο Χρίστος είδε
 
Το δωδεκάσφαιρο
να κρώζει διαπερνώντας τον Θεό.
 
ΣΒΗΝΕΙ
Η μάνα μου θαρρεί πως είμαι ο κύρης μου
κι όμως χτυπά κοφτά το τζάμι
γυρεύοντας βοήθεια απ’ τον δρόμο.
«Κλειδώθηκα στην εκκλησιά», μοιρολογεί.
 
Μια απόπειρα για να την λογικέψω
Μονάχα αυτό, τι άλλο;
«Είσαι στην κάμαρά σου», εξηγώ.
«Κοίτα στον τοίχο, φωτογραφία της μάνας σου, του γιου σου».
 
Σωριάζεται στο κάθισμα.
 «Το ξέρω, το ξέρω», συναινεί.
 «Όμως γιατί μ’ εφέρετε σε τούντην εκκλησιάν;»
 
ΠΕΤΡΟΣ
Ο γέρο-Πέτρος
αποκουμπούσε στον λασπότοιχο
κι ο λασπότοιχος στον γέρο-Πέτρο.
 
Ώσπου
θαμπωμένος
πλάι στης φωτιάς τα κούτσουρα
κρύωσε ο Πέτρος πιο πολύ
Το ξύλο υπερέβηκε την πέτρα.
 
Πριν από κάτι καρδιοχτύπια
τινάχτηκαν τα άκρα
για τροφή.
 
Τον βρήκαν
ετοιμόρροπο.
Ένα φλιτζάνι τσάι καθόταν
πλάι του
κι ακόμη άχνιζε.
 
Έξω
η λάσπη σκόνιζε το χαντάκι.
 
ΚΟΥΜΠΩΜΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΑ
(απόσπασμα)
 
iii.
Η μάνα μου είναι 92 και άνους.
Κάθε που μ’ αντικρίζει, βλέπει τον άντρα της.
Τόσο, που λέει τ’ όνομά του, αργά
«Χα-ρά-λα-μπος…»
Η αγάπη πήζει τα χείλη της.
 
Είναι εδώ ο Ρίτσαρντ, ο Νεκροθάφτης.
Του λέει πως θέλει ν’ αγοράσει τάφο από τώρα.
Γνωρίζονται καλά οι δυο τους.
Διαυγείς κουβέντες για ιπτάμενες βόμβες, ένα νοικιασμένο διαμέρισμα στην οδό Γκουτζ
Συσκοτίσεις
Η Εβραία σπιτονοικοκυρά, σφιχτοδεμένη στον κορσέ μοιρολογεί «Άβε Μαρία»
σε ξεκούρδιστο πιάνο.
Προειδοποιητικές σειρήνες
Αϋπνία σε Υπόγειους Σταθμούς
Νοτισμένα ροχαλητά, ποδαρίλα
Βομβαρδισμένα κτίρια, τσαλακωμένοι ήχοι.
Ο σπιτονοικοκύρης, με γιλέκο και ρεπούμπλικα
πήρε εντολή απ’ την «Κυρά» να φέρει μέσα τον γάτο Μπρούνο.
«Όλα Εντάξει»
Παγωμένο φως
Δρόμοι ολόκληροι μετακινήθηκαν στο μάκρος της νυχτός.
Κραμποσαλάτα στο Λάιονς Κόρνερ Χάουζ
Ο Τσάπλιν τρεμοπαίζει σε άσπρο-μαύρο
Νίκες σε Διαγωνισμούς Χορού
Χορός χορός χορός πανάθεμά τον…
 
Κι ύστερα το αναπόφευκτο «Πανάθεμα τον άντρα μου!»
 
Τα φαντάσματα στριμώχνονται σαν σχίνα σε στεγνούς  χερσότοπους.
 
«Σαν ήμουν έγκυος το τζορτζ
Κλοτσούσε και κλοτσούσε για να σκοτώσει το μωρό»
 
ΙΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΟΣ
(απόσπασμα)
iv.
Προείδε η Ιουλία
πως συρρικνώθηκε στα μαύρα, πως ξενοδούλευε
πως σκούρανε απ’ τον ήλιο.
Να ψήνει ολονυχτίς ψωμιά για να πουλήσει.
Να κάνει τη δούλα.
 
Χωρίς προίκα
οι κόρες της θα έμεναν ανύπανδρες.
 
Θα’ ρχόταν με την άμαξα η θεια της
να της προσφέρει πιάστρες
να την εκλιπαρήσει να γυρίσει.
 
Αντί γι’ αυτό, για να ταΐσει τα παιδιά της
εκείνη θα πουλούσε το μαγαζί,
θα έφτιαχνε φρούτα παστά
θα έστελνε την πρωτότοκη πέρα απ’ τη θάλασσα
για να δουλέψει εξόριστη.
 
Οι σκέψεις αντιπάλευαν
όσο η Ιουλία αντέκοβε τον ήλιο.

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.