Γραμμές του Κώστα Λυμπουρή

Κώστας Λυμπουρής

ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΦΟΡΤΗΓΩΝ
(Μυθιστόρημα)

Εκδόσεις Πάπυρος, 2017

Την Τρίτη 17 Απριλίου 2018, ώρα 19:00, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων των Πολιτιστικών Υπηρεσιών στη Λευκωσία θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου μαζί με το βιβλίο της Κωνσταντίας Σωτηρίου Φωνές από χώμα (μια κοινή προσέγγιση), από τον Αν. Καθηγητή του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Αντώνη Πετρίδη.

[…] Μαζεύτηκαν στην αυλή των Εθνικόφρονων Σωματείων Δικώμου. Κανένας δεν τους ανέμενε, ούτε μπήκε κάποιος στον κόπο να σημειώσει την παρουσία τους. Ευτυχώς, υπήρχαν δέντρα που τους προστάτευαν κάπως από τον ήλιο του Ιούλη. Ήταν ακόμα πρωί, γύρω στις 8:00, η ζέστη όμως ήταν κιόλας αισθητή. Ήταν άλλωστε οι μέρες που οι θερμοκρασίες στην Κύπρο συχνά φτάνουν ή και ξεπερνούν τους σαράντα βαθμούς.

[…] Στα νότια του χωριού, τουρκικά αεροπλάνα έριχναν συνεχώς αλεξιπτωτιστές. Τους έβλεπαν τόσο καθαρά, τόσο κοντά τους, να πέφτουν ανενόχλητοι, αφού κανένας δεν έβαλλε εναντίον τους. Ήταν και η πρώτη φορά που ένιωσε τι σημαίνει να είσαι μικρός και ασήμαντος στο έδαφος, εκτεθειμένος σ’ ό,τι πανίσχυρο έρχεται από τον ουρανό…

Σιγά σιγά συγκεντρώνονταν ολοένα και πιο πολλοί συγχωριανοί, και αυτό έκανε την κατάσταση δυσκολότερη. Κανένας δεν ήξερε τι θα έκαναν, ποιος ήταν ο προορισμός τους. Κάποιοι άρχισαν να λένε διάφορα: πως θα τους έστελναν στα γύρω φυλάκια ή πως θα ενίσχυαν το στρατόπεδο στο Συγχαρί. Βρήκε το τελευταίο εντελώς ανόητο, αφού σε τέτοιες περιπτώσεις τα στρατόπεδα εκκενώνονται, να μην τα ισοπεδώσουν τα αεροπλάνα. Κάποιος επέμενε ότι, για να μην τους ζητήσουν να πάνε με τα στρατιωτικά τους, μάλλον δεν θα γινόταν επιστράτευση. Τέλος, άλλος ανακοίνωσε με πολύ ενθουσιασμό ότι είδε στον ουρανό ελληνικά αεροπλάνα και πως «δεν είμαστε μόνοι μας, η Ελλάδα είναι οπωσδήποτε δίπλα μας…». Πολλοί έσπευσαν να συμφωνήσουν. Ήταν πιο πολύ η ανάγκη τους να ελπίζουν…

[…] Η ώρα περνούσε απίστευτα αργά. Είχε πάει 8:30 π.μ. και δεν ήξεραν τι γινόταν. Τότε μόνο βγήκε από το οίκημα ένας νεαρός υπολοχαγός, που θέλησε να τους μιλήσει. Δεν κατάλαβαν αν ήταν Κύπριος ή Ελλαδίτης, πάντως η προφορά του δεν θύμιζε την κυπριακή ντοπιολαλιά· η γλώσσα του πήγαινε ροδάνι.

«Κάποιοι λένε πως γίνεται εισβολή. Είναι οι εχθροί της νέας κατάστασης πραγμάτων που επικράτησε στην Κύπρο. Πρόθεσή τους είναι να κάμψουν το ηθικό μας, κι αυτό δεν πρέπει να τους το επιτρέψουμε. Οι Τούρκοι κάνουν ασκήσεις. Γι’ αυτό βλέπετε και τους αλεξιπτωτιστές. Εγώ ρωτώ: Αν επρόκειτο για εισβολή, δεν θα ακούγατε τα δικά μας πολυβόλα να κελαηδούν;»

Σπουδαία λογική, που έκανε τον Στέφανο να ανησυχήσει ακόμα πιο πολύ. Οι άνθρωποι είτε δεν ήξεραν τι τους γινόταν είτε έπαιζαν τόσο άτσαλα ένα κακοστημένο παιχνίδι.

Γύρω στις 9:00 π.μ. είχαν πάνω από τα κεφάλια τους την πρώτη βύθιση τουρκικού πολεμικού αεροπλάνου. Σκέφτηκε πως δεν είχε διαβάσει πουθενά αν στην κόλαση ακούγονται ανάλογοι ήχοι. Τότε όμως το βίωνε ως το χειρότερο που μπορούσε ν’ ακούσει και να νιώσει ο άνθρωπος. Ήχος μεταλλικός, απότομος, επιθετικός, που καθώς μάλιστα έρχεται από ψηλά, σου σπάζει ξαφνικά το νευρικό σύστημα και σμπαραλιάζει όλον τον ψυχικό σου κόσμο. Έπεσαν μπρούμυτα, κοντά στους κορμούς των δέντρων. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι καλύφθηκαν. Ευτυχώς που το αεροπλάνο δεν έβαλε εναντίον τους.

[…] Εκείνη τη στιγμή παρατηρήθηκε αρκετή κινητικότητα. Έξω στον δρόμο σταμάτησαν τρία ανοικτά φορτηγά. Στον χώρο της αυλής, όπου βρίσκονταν, μπαινόβγαιναν άνθρωποι του Σωματείου, γνωστοί τους, αλλά και άλλοι άγνωστοι με στρατιωτικές στολές – ανάμεσά τους κι ο νεαρός αξιωματικός που τους είχε πει ότι δεν γινόταν εισβολή. Συνεννοούνταν μεταξύ τους με άλλο ύφος πια, με ταραχή και προβληματισμό στα πρόσωπά τους. Ήταν φανερό πως λήφθηκαν κάποιες αποφάσεις, που αφορούσαν τους συγκεντρωμένους.

Πράγματι, αμέσως ακούστηκε η εντολή, από τον ένα στον άλλο, μέχρι να φτάσει σε όλους:

«Στα φορτηγά, ανεβείτε στα φορτηγά!»

Κανένας δεν ένιωσε την ανάγκη να τους μιλήσει, να τους πει πού θα πήγαιναν. Μόνο, την ώρα που είχαν ανεβεί και γέμισε η κάσα του φορτηγού, κάποιος από την παράταξη των πραξικοπηματιών τον πλησίασε. Ήταν από κείνους που θα ’λεγε κανείς ιδεολόγο, με την έννοια ότι πίστευε στην ιδέα της Ένωσης, ανεχόταν όμως και τις βίαιες μεθόδους στον «αγώνα» για την επίτευξή της. Πριν από χρόνια κάναν λίγη παρέα, και γι’ αυτό ίσως ένιωσε την ανάγκη να του πει:

«Στο καλό, Στέφανε.»

«Πού μας στέλνετε, Βασίλη;»

«Θα πάτε εκεί που γίνεται η εισβολή, να πάρετε όπλα να πολεμήσετε. Εδώ δεν έχουμε να σας δώσουμε», απάντησε εκείνος.

Αυτά είπαν μόνο. Άλλωστε, ούτε χρόνος υπήρχε για άλλες κουβέντες –τα φορτηγά είχαν βάλει ήδη μπροστά τις μηχανές τους– ούτε είχε νόημα να του πει οτιδήποτε άλλο. Τι να του έλεγε δηλαδή; Πως ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι οι ομοϊδεάτες του δεν είχαν νιώσει την υποχρέωση να γράψουν, έστω σ’ ένα χαρτί, τα ονόματά τους; Ή ότι και ζώα ακόμα να ’στελναν για σφαγή, θα τα μετρούσαν, τουλάχιστον; Και θα ενημέρωναν: «Σας στέλνουμε τόσα κομμάτια!»

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα)

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.