H CETA χωρίς παρωπίδες

Έναρξη ισχύος της Συνολικής Οικονομικής Εμπορικής Συμφωνίας ΕΕ-Καναδά

Από την Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου τέθηκε σε ισχύ προσωρινά η Συνολική Οικονομική Εμπορική Συμφωνία (CETA) μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά.

Και μπορεί ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ να επαίρεται πως «η συμφωνία αυτή ενσωματώνει ό,τι ακριβώς επιθυμούμε από την εμπορική πολιτική μας, να λειτουργεί ως εργαλείο ανάπτυξης που ωφελεί τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους Ευρωπαίους πολίτες, αλλά και ως μέσο προώθησης των αξιών μας, τιθάσευσης της παγκοσμιοποίησης και διαμόρφωσης των κανόνων του παγκόσμιου εμπορίου…».

Μπορεί οι ταγοί της ΕΕ να μιλούν για ορόσημο και η επίτροπος, Σεσίλια Μάλμστρομ, αρμόδια για θέματα εμπορίου, να δηλώνει πως «ήρθε η ώρα να αλλάξουν τα πράγματα για τους εξαγωγείς μας».

Και πως η προσωρινή έναρξη ισχύος της συμφωνίας επιτρέπει στις επιχειρήσεις και τους πολίτες της ΕΕ να αρχίσουν ήδη να δρέπουν τα οφέλη της συμφωνίας…

Η CETA θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τους Ευρωπαίους γεωργούς και τους παραγωγούς τροφίμων, ενώ παράλληλα θα προστατεύει πλήρως τους ευαίσθητους τομείς της ΕΕ, λένε οι υπέρμαχοι της εφαρμογής της. Λένε, ακόμα, πως η ΕΕ άνοιξε περαιτέρω την αγορά της για ορισμένα ανταγωνιστικά προϊόντα από τον Καναδά με περιορισμένο και προσαρμοσμένο τρόπο, ενώ παράλληλα εξασφάλισε αυξημένη πρόσβαση στην καναδική αγορά για σημαντικά ευρωπαϊκά εξαγόμενα προϊόντα.

Σε αυτά συγκαταλέγονται τα τυριά, οι οίνοι και τα οινοπνευματώδη ποτά, τα φρούτα και τα λαχανικά, καθώς και μεταποιημένα προϊόντα. Η CETA θα προστατεύει επίσης 143 «γεωγραφικές ενδείξεις» της ΕΕ στον Καναδά, τοπικά τρόφιμα και ποτά υψηλής ποιότητας.

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική

Μελέτη του Πανεπιστημίου Tufts, που παρουσίασε το tvxs.gr, δείχνει ότι αν εφαρμοστεί η CETA, αυτό θα σημαίνει 230.000 χαμένες θέσεις εργασίας έως το 2023. Από αυτές οι 200.000 θα είναι στις χώρες της ΕΕ.

Το κέρδος των επιχειρήσεων θα αυξηθεί από 0,66% έως και 1,76%, αλλά την ίδια ώρα οι μισθοί των εργαζομένων θα συμπιεστούν από 316 – 331 ευρώ στην ΕΕ. Το ΑΕΠ θα μειωθεί από 0,49% έως και 0,96%, ενώ θα ανοίξει η πόρτα στο μη βιώσιμο χρέος.

Η έρευνα που διενεργήθηκε από το Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Ανάπτυξη και το Περιβάλλον του Πανεπιστημίου Tufts τονίζει ότι η CETA αποβλέπει στην περαιτέρω φιλελευθεροποίηση του εμπορίου, των επενδύσεων και άλλων τομέων της κοινωνίας, που μέχρι στιγμής προστατεύονται από τον ανταγωνισμό της αγοράς. «Κατά συνέπεια, η CETA είναι κάτι περισσότερο από μια απλή “εμπορική συμφωνία” και πρέπει να εξετάζεται σε όλη της την περιπλοκότητα, χωρίς παρωπίδες», προσθέτει.

Οι υπέρμαχοι της CETA υπογραμμίζουν την προοπτική της μεγαλύτερης αύξησης του ΑΕΠ λόγω της αύξησης των όγκων του εμπορίου και των επενδύσεων. Από τις επίσημες προβλέψεις προκύπτει αύξηση του ΑΕΠ έως και 0,08% για την Ευρωπαϊκή Ένωση και 0,76% για τον Καναδά.

Είναι όμως πραγματικά έτσι;

Γιατί, σύμφωνα με τη μελέτη του Πανεπιστημίου Tufts, όλες αυτές οι προβλέψεις πηγάζουν από ένα και μόνο μοντέλο των εμπορικών ανταλλαγών, το οποίο υποθέτει πλήρη απασχόληση και κανέναν αρνητικό αντίκτυπο της κατανομής εισοδημάτων σε όλες τις χώρες, αποκλείοντας τους μεγάλους κινδύνους της βαθύτερης φιλελευθεροποίησης.

Οι ερευνητές του Tufts, όπως εξηγούν, πραγματοποίησαν εναλλακτικές προβλέψεις των οικονομικών επιπτώσεων της CETA χρησιμοποιώντας το Παγκόσμιο Μοντέλο Πολιτικής (GPM) των Ηνωμένων Εθνών.

«Όταν συνεκτιμηθούν οι αλλαγές στην απασχόληση και στην κατανομή του εισοδήματος, καθώς και το γεγονός ότι η CETA είναι κάτι περισσότερο από μια απλή εμπορική συμφωνία παλαιού τύπου, τα αποτελέσματα που προκύπτουν είναι πολύ διαφορετικά», σημειώνουν. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η CETA θα επιφέρει ανεργία, ανισότητα, απώλειες ευημερίας και μείωση των ενδοενωσιακών εμπορικών ανταλλαγών.

Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

Η CETA θα οδηγήσει σε ενδοενωσιακή εκτροπή των εμπορικών ανταλλαγών. Το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας μπορεί να βελτιωθούν, αλλά αυτό θα γίνει σε βάρος του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων χωρών της ΕΕ.

Η CETA θα οδηγήσει σε μείωση του μεριδίου εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία. Οι ανταγωνιστικές πιέσεις που ασκούνται από την CETA σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους θα αυξήσουν το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που προκύπτει από το κεφάλαιο, μειώνοντας το μερίδιο που προκύπτει από την εργασία.

Έως το 2023 το μερίδιο των κερδών θα έχει αυξηθεί κατά 1,76% και κατά 0,66% στον Καναδά και την ΕΕ, αντιστοίχως, αντικατοπτρίζοντας τη μείωση στο μερίδιο της εργασίας. Η CETA θα οδηγήσει σε συμπίεση των μισθών.

Έως το 2023, οι εργαζόμενοι θα έχουν χάσει μέσες ετήσιες αυξήσεις αποδοχών ύψους 1.776 ευρώ στον Καναδά και μεταξύ των 316 ευρώ και 331 ευρώ στην ΕΕ, ανάλογα με τη χώρα. Οι χώρες με υψηλότερα μερίδια εισοδήματος από την εργασία και μεγαλύτερη ανεργία, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, θα υποστούν την πιο έντονη συμπίεση μισθών.

Η CETA θα οδηγήσει σε καθαρές απώλειες δημοσίων εσόδων. Οι ανταγωνιστικές πιέσεις που ασκούνται μέσω της CETA στις κυβερνήσεις από διεθνείς επενδυτές και ο συρρικνούμενος χώρος πολιτικής για την υποστήριξη των εγχώριων επενδύσεων και της παραγωγής θα μειώσει τα δημόσια έσοδα και τις αντίστοιχες δαπάνες.

Τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα θα αυξηθούν επίσης ως ποσοστό του ΑΕΠ σε κάθε χώρα της ΕΕ, ωθώντας τα δημόσια οικονομικά πιο κοντά στα όρια που έχουν τεθεί από τη συνθήκη του Μάαστριχ ή και πέρα από αυτά.

Η CETA θα οδηγήσει σε απώλειες θέσεων εργασίας. Έως το 2023 περίπου 230.000 θέσεις εργασίας θα χαθούν στις χώρες της CETA, από τις οποίες 200.000 στην ΕΕ και ακόμη 80.000 στον υπόλοιπο κόσμο, επιδεινώνοντας τον αυξανόμενο λόγο εξαρτώμενων ατόμων (τον μέσο αριθμό ατόμων που συντηρούνται από μία θέση εργασίας).

Η CETA θα οδηγήσει σε καθαρές απώλειες από πλευράς ΑΕΠ. Καθώς οι επενδύσεις και η ζήτηση από το εξωτερικό παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, οι συνολικές μειώσεις της ζήτησης που θα προκληθούν από την αύξηση της ανεργίας θα πλήξουν επίσης την παραγωγικότητα και θα προκαλέσουν σωρευτικές απώλειες ευημερίας που θα ανέρχονται σε 0,96% και 0,49% του εθνικού εισοδήματος στον Καναδά και στην ΕΕ, αντίστοιχα. Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο (-0.23%) και η Γερμανία (-0.37%) θα πληγούν λιγότερο, η Γαλλία (-0.65%) και η Ιταλία (-0.78%) θα χάσουν περισσότερα από άλλες χώρες της ΕΕ (-0.53%).

Αύξηση της ανεργίας και της ανισότητας

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης καταλήγει πως η επιδίωξη της τόνωσης των εξαγωγών ως υποκατάστατο της εγχώριας ζήτησης δεν αποτελεί βιώσιμη αναπτυξιακή στρατηγική για την ΕΕ ή για τον Καναδά.

Στο τρέχον περιβάλλον υψηλής ανεργίας και χαμηλής ανάπτυξης, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με μείωση του κόστους της εργασίας δεν μπορεί παρά να βλάψει την οικονομία. Εάν οι παράγοντες χάραξης πολιτικής υιοθετούσαν τη CETA και ακολουθούσαν αυτή την οδό, πολύ σύντομα θα έμεναν με μία μόνο επιλογή, προκειμένου να αναζωπυρώσουν τη ζήτηση μπροστά στις αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις: να αυξήσουν τον ιδιωτικό δανεισμό, ενδεχομένως μέσω χρηματοοικονομικής χαλάρωσης των ρυθμίσεων, ανοίγοντας την πόρτα στο μη βιώσιμο χρέος και τη χρηματοοικονομική αστάθεια.

Αντί να επαναλάβουν τα ίδια σφάλματα του παρελθόντος, οι παράγοντες χάραξης πολιτικής πρέπει αντίθετα να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα με συντονισμένη και μακρόχρονη στήριξη των εισοδημάτων των εργαζομένων και να αναζητήσουν τρόπους προκειμένου να δρομολογηθεί μια απολύτως απαραίτητη κοινωνικο-οικολογική μετάβαση.

Συνοψίζοντας, η CETA δεν θα οδηγήσει μόνο σε οικονομικές απώλειες αλλά επίσης σε αύξηση της ανεργίας και της ανισότητας, με αρνητικές συνέπειες για την κοινωνική συνοχή σε ένα ήδη περίπλοκο και ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον.

Πλήρης εφαρμογή όταν όλα τα κράτη-μέλη κυρώσουν τη συμφωνία

Η προσωρινή εφαρμογή της CETA έπεται της έγκρισής της από τα κράτη μέλη της ΕΕ, όπως αποτυπώθηκε στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο, θα αρχίσει να ισχύει πλήρως και οριστικά μόλις την κυρώσουν όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τον Καναδά, για να διασφαλίσει την εύρυθμη και αποτελεσματική εφαρμογή της.

Η ΕΕ και ο Καναδάς υπέγραψαν τη CETA στις 30 Οκτωβρίου 2016, κατόπιν της έγκρισης των κρατών μελών της ΕΕ, όπως αποτυπώθηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Στις 15 Φεβρουαρίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδωσε επίσης την έγκρισή του. Στις 16 Μαΐου 2017 η καναδική πλευρά κύρωσε τη CETA. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας μόλις ο Καναδάς ενέκρινε όλες τις απαιτούμενες εκτελεστικές διατάξεις.

Η CETA θα εφαρμοστεί πλήρως μόλις όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ κυρώσουν τη συμφωνία σύμφωνα με τις αντίστοιχες συνταγματικές τους επιταγές. Όταν η CETA τεθεί σε πλήρη ισχύ, ένα νέο και βελτιωμένο σύστημα επενδυτικών δικαστηρίων θα αντικαταστήσει τον τρέχοντα μηχανισμό επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών (ISDS) που υπάρχει σε πολλές διμερείς εμπορικές συμφωνίες τις οποίες διαπραγματεύτηκαν στο παρελθόν κυβερνήσεις κρατών-μελών της ΕΕ.

Ο νέος μηχανισμός θα είναι διαφανής και δεν θα βασίζεται σε ειδικά (ad hoc) δικαστήρια.

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.