Η απολαυστική κωμικοτραγική ταινία ‘Το ‘πάρτι’

SOURCE ΚΥΠΕ
Banner728x90

Στα 71 λεπτά που διαρκεί (ταυτόχρονα και σε αληθινή χρονική διάρκεια) η απολαυστική κωμικοτραγική ταινία «Το πάρτι» της Σάλι Πόρτερ, που είδαμε χθες στο διαγωνιστικό τμήμα της 76ης Μπερλινάλε, βγαίνουν στην επιφάνεια αποκαλύψεις και πράματα που θα χρειάζονταν μέρες και βδομάδες (ίσως και πολύ περισσότερο) για να αποκαλυφθούν.

Το πάρτι του τίτλου δίνει για μια μικρή ομάδα φίλων και υποστηρικτών η Τζάνετ (Κριστίν Σκοτ Τόμας), μια μεσήλικη γυναίκα που έχει επιλεγεί υπουργός υγείας από το κυβερνών κόμμα: τον πιο θερμό υποστηρικτή της και άντρα της, Μπιλ (Τίμοθι Σπολ), την Έϊπριλ (Πατρίσια Κλάρκσον), μια ιδιαίτερα κυνική (τουλάχιστο φαινομενικά) φίλη, την Μάρθα (Τσέρι Τζόουνς), μια λεσβία φίλη και τη νεαρή σύντροφό της Τζίνι (Έμιλι Μόρτιμερ), τον Τομ (Γκίλιαν Μέρφι), φίλο της πιο στενής της φίλης, Μίριαμ, η οποία έχει όμως καθυστερήσει και αναμένεται να φτάσει μετά το δείπνο που ετοιμάζει η Τζάνετ. Τα πράγματα όμως πολύ γρήγορα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά. Ενα όπλο που κουβαλάει κρυφά ο Τομ και μια σοκ ανακοίνωση που κάνει ο Μπιλ θα φέρουν τα πάνω κάτω. Στο τραπέζι (που δεν στρώνεται ποτέ) ανοιχτά όλα: τα ψέματα, η υποκρισία, οι αρχές και τα ηθικά και πολιτικά διλήμματα.

Στον κλειστό, αποπνιχτικό όπως αποκαλύπτεται σταδιακά, χώρο του σπιτιού, με μια κάμερα που ψάχνει, διεισδύει, επιμένει, και με τη χρήση του μαυρόασπρου φιλμ (του πιο κατάλληλου για να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα της σήψης και της διάλυσης), με εκπληκτικούς, σφιχτοδεμένους, διανθισμένους με χιούμορ και ειρωνεία, διαλόγους, η Πότερ σκάβει βαθιά, φτάνει στα πιο μύχια βάθη της ψυχής των χαρακτήρων της, για να διαλύσει την οποιαδήποτε κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και της κυβερνώσας αστικής κοινωνίας. Στην πορεία της είχε μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών, με τον καθένα να δίνει τον καλύτερο εαυτό του – ομάδα που της αξίζει ένα βραβείο συνόλου.

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την προβολή της ταινίας της, η Πότερ μίλησε για τη χρήση του μαυρόασπρου φιλμ (φιλμ που αγαπά ιδιαίτερα, όπως τόνισε), «γιατί είναι πιο γραφικό, συναισθηματικά έντονο σε χρώμα», αλλά και για την επίδραση του Brexit, που συνέβηκε λίγες μέρες πριν τελειώσουν τα γυρίσματα: «Οι άνθρωποι έφταναν στο πλατό με δάκρυα. Υπήρχε σοκ, λύπη και τρόμος, γιατί ηθοποιοί και συνεργείο ήταν πανευρωπαϊκά – Ρώσος διευθυντής φωτογραφίας, Αργεντινός σκηνογράφος που ζει στο Παρίσι, γαλλικό συνεργείο ήχου… Γι’ αυτό η ιδέα της πτώσης των συνόρων και του εθνικισμού που αρχίζει να βγάζει το κεφάλι του, προκάλεσαν το σοκ στους ανθρώπους αυτούς.»

Εκείνο που εντυπωσιάζει πάνω από όλα στην πολύ καλή ταινία «Μια φανταστική γυναίκα» του Χιλιανού σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Λέλιο («Γκλόρια») είναι η φροντίδα και η αγάπη με τα οποία αντιμετωπίζει την τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια του, Μαρίνα: με ευαισθησία, ευρηματικότητα, ευφυΐα και ιδιαίτερα με χιούμορ, ένα χιούμορ που δίνει στο δράμα της μιαν απελευθερωτική τάση. Γιατί, η Μαρίνα, ερωτευμένη σφοδρά με τον Ορλάντο (Φρανσίσκο Ρέγιες), όπως και ο Ορλάντο μ’ αυτήν, κάποια στιγμή, με τον ξαφνικό του θάνατο από ανεύρυσμα, έχει να αντιμετωπίσει την αστυνομία τη συντηρητική, εξοργισμένη οικογένειά του, που της φέρονται σαν σκουπίδι και την πετάνε από το διαμέρισμα του αγαπημένου της.

Η Μαρίνα όμως προσπαθεί, από τη μια, να ξεπεράσει την απομόνωση και το πένθος, σε μια ρατσιστική στην πραγματικότητα κοινωνία, γεμάτη σεξουαλικές και άλλες προκαταλήψεις, που δεν είναι έτοιμη να δεχτεί το είδος της, ενώ, από την άλλη, αρχίζει να μάχεται με περηφάνειά και αξιοπρέπεια για όσα νόμιμα της ανήκουν, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τις διάφορες, δραματικές καταστάσεις εκεί που θα περίμενε κανείς μια καθαρά δραματική αντιμετώπιση. Κι είναι χάρη στην εξαίρετη παρουσία της τρανσεξουαλικής Ντανιέλα Βέγκα, που η Μαρίνα καταφέρνει να πείσει πέρα για πέρα και να κερδίσει τη συμπάθεια του θεατή (ρόλο πρέπει να πω που θα είναι σίγουρα στα φαβορί για το βραβείο της Μπερλινάλε) και το μελόδραμα του Λέλιο να προκαλέσει την αληθινή συγκίνηση.

Ενα διπλό ταξίδι κάνουν οι δυο πρωταγωνιστές της ταινίας «Λαμπερές νύχτες» του Τόμας Άρσλαν: Ενας πάτερας, μηχανικός στο Βερολίνο, που ξεκινάει για τη Νορβηγία για την κηδεία του πατέρα του, περνώντας μαζί του τον 14χρονο, κάπως αποξενωμένο, γιο του, που ζει με τη χωρισμένη απ’ αυτόν μητέρα του. Από τη μια, ρόουντ-μούβι και από την άλλη εσωτερικό ταξίδι στον κόσμο και τα αισθήματα μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στον πατέρα και το γιο. Θέμα, βέβαια, που έχουμε δει αρκετές φορές στην οθόνη και που ο Άρσλαν προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να ανανεώσει. Οι περισσότερες καταστάσεις είναι πια κλισέ και το μόνο ενδιαφέρον είναι η ωραία χρήση (συχνά αντιστικτικά δοσμένη) των εξωτερικών χώρων καθώς ένα μεγάλο τράβελινγκ στους άδειους, βουτηγμένους στην ομίχλη, δρόμους στο βουνό στο οποίο κατευθύνονται προς το φινάλε πατέρας και γιος.

SOURCE ΚΥΠΕ