Οι εκθέσεις της CIA για τη χούντα

584

Συμπληρώνονται σήμερα, 21η Απριλίου, 51 χρόνια από τη διενέργεια του χουντικού στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ελλάδα.

Ήταν η μέρα που η Ελλάδα μπήκε στον γύψο για επτά ολόκληρα χρόνια. Η χούντα κατέρρευσε κάτω από το έγκλημα της στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974.

Στο σημερινό σημείωμα θα παραθέσουμε αποσπάσματα από ένα άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου στην εφημερίδα των Συντακτών, που παρουσιάζει το πώς ανέλυε η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA την κατάσταση που διαμορφωνόταν στην Ελλάδα.

Το πραξικόπημα

Γι’ αυτό καθαυτό το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 διαθέτουμε οκτώ συνοπτικές εκθέσεις του Λάνγκλεϊ, συνταγμένες μέσα στο πρώτο διήμερο σε συνεργασία με τις επιτόπιες «μυστικές υπηρεσίες» (Clandestine Services).

Η πρώτη έκθεση, στις 2 π.μ. (ώρα Ουάσινγκτον) της 21/4/1967, ενημερώνει τα κεντρικά πως «η κυβέρνηση Κανελλόπουλου ανατράπηκε από ένα ταχύτατο και καλοσχεδιασμένο στρατιωτικό πραξικόπημα, διευθυνόμενο απ’ ό,τι φαίνεται από την ανώτατη ηγεσία του ελληνικού στρατού».

Ακολουθούν τρεις λογοκριμένες σειρές και το έγγραφο κλείνει με την καθησυχαστική διαβεβαίωση ότι «το πραξικόπημα αναμένεται να διατηρήσει τις προηγούμενες σταθερές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ».

Εννιάμισι ώρες αργότερα, η επόμενη έκθεση διορθώνει την αρχική εικόνα διευκρινίζοντας ότι «το πραξικόπημα υπήρξε έργο μιας ομάδας ανώτερων αξιωματικών του στρατού και της αεροπορίας που αυτοαποκαλούνταν νωρίτερα “Επαναστατικό Συμβούλιο”» και «ισχυρίζονται πως είχαν ασφαλείς πληροφορίες ότι οι κομμουνιστες ετοιμάζονταν “να ξεκινήσουν ταραχές, απεργίες και γενική αναταραχή στην Αθήνα” το Σάββατο» 22 Απριλίου.

Η συνέχεια του εγγράφου πιστοποιεί πως η CIA είχε σαφή εικόνα των συνωμοτών.

Από τα έγγραφα του 1966 προκύπτει άλλωστε πως η υπηρεσία γνώριζε λεπτομερώς τη σύνθεση του «συμβουλίου».

Ακολουθούν ξανά καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις:

«Ο εκπρόσωπος της ομάδας, στρατηγός Παττακός, δήλωσε στον αεροπορικό ακόλουθο των ΗΠΑ ότι το πραξικόπημα σχεδιάστηκε “για να διασφαλιστεί η εσωτερική ηρεμία, η νομιμοφροσύνη προς τον βασιλέα και η αφοσίωση στο ΝΑΤΟ και τη Δύση, καθώς και η ενότητα του λαού” που δίχασαν οι πολιτικοί».

Ο συντάκτης της έκθεσης διαβεβαιώνει επίσης ότι, σε περίπτωση που «οι υποστηρικτές των Παπανδρέου ή η άκρα Αριστερά συνέλθουν από το αρχικό τους σοκ» κι «επιχειρήσουν να ξεκινήσουν φασαρίες», «οι δυνάμεις ασφαλείας είναι σε θέση να διατηρήσουν την τάξη».

Οι υπόλοιπες εκθέσεις ασχολούνται με τον σχηματισμό της πρώτης χουντικής κυβέρνησης, το εύρος της καταστολής και, πάνω απ’ όλα, με τις αντιδράσεις του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Σημειωτέον ότι απόρρητα παραμένουν μεγάλα τμήματα των δυο τελευταίων εκθέσεων της 22/4/1967.

Μεταξύ άλλων, είναι εμφανές ότι λογοκρίθηκε ο συσχετισμός πραξικοπήματος και Κυπριακού.

Μια καλοπροαίρετη χούντα

Τις πρώτες εκτιμήσεις επισφραγίζει ένα οκτασέλιδο έγγραφο που συντάχθηκε ένα μήνα αργότερα, με τίτλο «Η ελληνική χούντα» (24/5/1967).

Η αρχική επίφαση ουδετερότητας παραχωρεί πλέον τη θέση της στην ανοιχτή συνηγορία.

Η έκθεση ξεκινά με την αισιόδοξη διαπίστωση πως «η κατάσταση είναι εξωτερικά ήρεμη και δεν υπάρχουν σημάδια οποιασδήποτε αποτελεσματικής εσωτερικής αντίστασης στο καθεστώς. Προς το παρόν, μολονότι το κοινό δεν έχει μέχρι στιγμής εκδηλώσει υποστήριξη προς το νέο καθεστώς, φαίνεται ανακουφισμένο από το γεγονός ότι το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε σχετικά ανώδυνα κι ότι υπάρχει προοπτική μιας προσωρινής τουλάχιστον ανάπαυλας από την πολιτική αναταραχή που μάστιζε την Ελλάδα μετά την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή το 1963».

Βολικοί και χρήσιμοι για το κυπριακό

Οι εκθέσεις της CIA υμνούν απροκάλυπτα το δικτατορικό καθεστώς

σε σχέση με το μείζον «εθνικό θέμα» της εποχής: το Κυπριακό.

«Ο σφριγιλός πολιτικός έλεγχος που ασκεί η χούντα στο εσωτερικό τής επιτρέπει να είναι περισσότερο εποικοδομητική σε σχέση με την Κύπρο απ’ ό,τι τα προηγούμενα ελληνικά καθεστώτα», τονίζει η έκθεση της 4/3/1968.

«Ο Παπαδόπουλος έχει απ’ ό,τι φαίνεται πείσει τους συναδέλφους του πως η συνέχιση της διαμάχης είναι τόσο επιβλαβής στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Ελλάδας ώστε πρέπει να επιδιωχθεί επίλυσή της, ακόμη και με τίμημα σημαντικές παραχωρήσεις στην Τουρκία».

Η ίδια εκτίμηση επαναλαμβάνεται σταθερά και στις επόμενες εκθέσεις.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι αναλυτές της CIA επιχειρηματολογούν υπέρ της άρσης των περιορισμών που είχαν επιβληθεί στη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ μετά το πραξικόπημα.

Η έκθεση της 6/7/1967 αποκαλεί «ανθελληνικές» τις διαμαρτυρίες για το πραξικόπημα και κλείνει με την εκτίμηση πως «η διάθεση της κυβέρνησης [Κόλλια] να διατηρήσει ενεργό ρόλο στο δυτικό αμυντικό σύστημα εξαρτάται ίσως σε μεγάλο βαθμό από το βαθμό αποδοχής της νομιμότητας του καθεστώτος εντός του ΝΑΤΟ».

Στις 4/3/1968 επαναλαμβάνεται δις η διατύπωση πως «η αποκατάσταση του προγράμματος στρατιωτικής βοήθειας θα δικαιώσει στα μάτια του Παπαδόπουλου τη θέση του κι ενδέχεται να τον βοηθήσει να στρέψει γρηγορότερα τη χούντα στην κατεύθυνση συνταγματικών μορφών».

Στις 23/4/1970 τονίζεται, τέλος, η αυξανόμενη σημασία των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα μετά το κλείσιμο του Wheelus Field στη Λιβύη και «το αυξανόμενο ρεύμα αντιαμερικανικών αισθημάτων στην Τουρκία, όπως μαρτυρούν οι ταραχές ενάντια στις επισκέψεις του 6ου Στόλου».

Ταυτόχρονα υπενθυμίζεται πως «υπάρχουν όρια, πέρα από τα οποία οι αμερικανικές πιέσεις παύουν να είναι αποτελεσματικές» – και πως η χούντα μπορεί να αρνηθεί τη χρήση τους, «αν κατά τη γνώμη της η πολιτική των ΗΠΑ έναντί της είναι τιμωρητική και παράλογη».

Πίσω από τη βιτρίνα

Μόνιμη επωδό στις αναλύσεις της CIA, από ένα σημείο και μετά, συνιστά η αντιδιαστολή μεταξύ «μετριοπαθούς» Παπαδόπουλου και «σκληροπυρηνικών» συντρόφων του.

Μεταξύ άλλων, η επίκλησή της δικαιολογούσε και την αποφυγή οποιουδήποτε εκδημοκρατισμού.

«Η μόνη σημαντική απειλή για την τωρινή ηγεσία προέρχεται από την ίδια τη χούντα», εκτιμά η έκθεση της 4/3/1968.

«Μια νεότερη σκληροπυρηνική φράξια, ανυπόμονη για τα εμπόδια που συναντά η εξουσία της χούντας, έχει αρχίσει ν’ αναδύεται» και «σε ορισμένα ζητήματα κατάφερε να κινητοποιήσει σημαντικό τμήμα της χούντας και να αλλάξει ή ακόμη και ν’ ανατρέψει κάποιες από τις επιλογές που υποστήριξε ο Παπαδόπουλος».

Παρά τις ενδιάμεσες αλλαγές, και την εμφανή ισχυροποίηση του δικτάτορα, η ίδια εικόνα αναπαράγεται και στις 23/4/1970: ο Παπαδόπουλος, διαβάζουμε, «κάθε άλλο παρά απόλυτος ηγεμόνας είναι και δεν μπορεί να επιβάλει στους στρατιωτικούς συναδέλφους του ν’ αποδεχθούν πολιτικές στις οποίες είναι σφόδρα αντίθετοι, όπως κάθε ευρεία φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος ή πρώιμη αποκατάσταση δημοκρατικών θεσμών».

Η διαμάχη με τον Ιωαννίδη

Πιο ενδιαφέρουσες αποδεικνύονται οι πληροφορίες για τις εσωτερικές τριβές της χούντας που καταγράφονται σε δυο εκθέσεις του 1972.

«Στα τέλη του 1970», διαβάζουμε στην πρώτη (25/9/1972), «μια μείζων αντιπαράθεση αναπτύχθηκε ανάμεσα στον πρωθυπουργό και κάμποσους συναδέλφους του στο Επαναστατικό Συμβούλιο, που απαίτησαν από τον Παπαδόπουλο είτε να υποταχθεί στη συλλογική βούληση είτε να παραιτηθεί. Οι διοικητές των στρατιωτικών μονάδων γύρω από την Αθήνα συμπαρατάχθηκαν ωστόσο με τον Παπαδόπουλο και τα δυσαρεστημένα μέλη του Επαναστατικού Συμβουλίου, ανίκανα να συμφωνήσουν για διάδοχο, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ηταν μια καθαρή νίκη του Παπαδόπουλου, άφησε όμως ένα υπόγειο ρεύμα δυσφορίας που παραμένει σε κάποιους τομείς μεταξύ των στρατιωτικών».

Η δεύτερη έκθεση (9/11/1972) μας πληροφορεί, πάλι, ότι «το περασμένο καλοκαίρι σχεδιάστηκε πραξικόπημα, το οποίο ο Παπαδόπουλος πληροφορήθηκε και απέφυγε».

Αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη των αναλυτών για τους συσχετισμούς που διαμορφώνονταν στο παρασκήνιο:

«Ενα πραξικόπημα υπό την ηγεσία του απόστρατου συνταγματάρχη Σταματελόπουλου (που στρατολόγησε πολλούς από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς του 1967), σε συνεργασία με τον επικεφαλής της στρατονομίας Ιωαννίδη, θα κινούνταν πιθανόν αργά προς μια συνταγματική κυβέρνηση και μεγαλύτερη συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα του 1968.

Ενα πραξικόπημα όπου θα κυριαρχούσαν οι νεότεροι αξιωματικοί της χούντας θα εγκαθίδρυε ίσως ένα σφιχτότερο, πιο δικτατορικό καθεστώς.

Κατά τα λοιπά, κανένα τους δε θα ήταν πολύ διαφορετικό από το παρόν καθεστώς· δηλαδή φιλονατοϊκό, κραυγαλέα αντικομμουνιστικό, πουριτανικό» (9/11/1972).

Τελικά, ο Παπαδόπουλος ανατράπηκε από τη συμμαχία «Ιωαννίδη-νέων», που έθεσε τέρμα στην ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση του 1973.

Διάψευση ενός μύθου

Προτού γίνει ακόμη πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ρίτσαρντ Νίξον έσπευσε να εκφράσει την υποστήριξή του στους δικτάτορες (21/6/1967) |

Ενας διαδεδομένος μύθος, που δεν αναπαράγεται μόνο από νοσταλγούς της δικτατορίας, θέλει την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη ως αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας των ΗΠΑ, επειδή η κυβέρνηση Μαρκεζίνη αρνήθηκε να συνδράμει την αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ κατά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τον Οκτώβριο του 1973.

Το ανυπόστατο αυτών των ισχυρισμών έχει τεκμηριωθεί πλήρως σε σχετικό άρθρο του ιστορικού Λεωνίδα Καλλιβρετάκη («Το ελληνικό δικτατορικό καθεστώς στη συγκυρία του Μεσανατολικού πολέμου του 1973», περ. «Μνήμων», 33 [2013-14], σ. 207-31).

Εξίσου αποκαλυπτική είναι όμως επ’ αυτού και η πολυσέλιδη έκθεση «Η Ελλάδα υπό τον Ιωαννίδη: επιπτώσεις για τις σχέσεις ΗΠΑ-Ελλάδας», που συντάχθηκε από τη CIA με τη συνδρομή και άλλων αμερικανικών υπηρεσιών (18/4/1974).

Αναφερόμενη ειδικά στη στάση της χούντας κατά την πρόσφατη αραβοϊσραηλινή σύρραξη, η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι ο Παπαδόπουλος υπήρξε πολύ πιο συνεργάσιμος απ’ ό,τι η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να προσδοκά από τον διάδοχό του.

Επιμέλεια κειμένου: Μιχάλης Μιχαήλ

 

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

1. Παττακός, Λαδάς, Παπαδόπουλος, Ζωιτάκης και αξιωματικοί χωρών του ΝΑΤΟ παρακολουθούν άσκηση στο Πεδίο Βολής Χανίων. (ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΕΠΤΑΕΤΙΑ 1967-74, Αθήνα 2007)

 

2. Η ηγεσία της χούντας μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

 

3. Ο «αυταρχικός λαϊκισμός» της χούντας δεν άφηνε καθόλου ασυγκίνητη τη CIA. ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ (Αθήνα 1974).

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.