Οι γεννήτορες της κυπριακής οινοβιομηχανίας

350

ΕΤΚΟ-ΚΕΟ-ΛΟΕΛ-ΣΟΔΑΠ

Σε καιρούς χαλεπούς πολυποίκιλη ήταν η οικονομική και κοινωνική προσφορά τους για τον τόπο και τον κόσμο της Κύπρου

Του Χρήστου Χαραλάμπους

Υπήρξαν αναμφίβολα οι βασικότερες βιομηχανικές μονάδες του τόπου που, αν και με έδρα τη Λεμεσό (λόγω του λιμανιού), ωστόσο λειτούργησαν σαν στυλοβάτες της κυπριακής οικονομίας προσφέροντας για πολλές δεκαετίες μοναδική διέξοδο για τη διάθεση της παραγωγής του σημαντικού, μέχρι πριν λίγα χρόνια, κλάδου της αμπελουργίας, αλλά και εργασία και κατ’ επέκταση οικονομική αρωγή σε χιλιάδες οικογένειες.

Ο χαρακτηρισμός «γίγαντες» που δόθηκε, εντός και εκτός Κύπρου, στις πρωτοπόρες οινοβιομηχανίες ΕΤΚΟ, ΚΕΟ, ΛΟΕΛ και ΣΟΔΑΠ δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος και την έκταση της πολυποίκιλης οικονομικής, κοινωνικής και με άλλους τρόπους σημαντικής προσφορά τους στον τόπο και τον κόσμο της Κύπρου. Προσφορά που εκτιμήθηκε και τέθηκε ως κριτήριο από το ΑΚΕΛ για τη φετινή απονομή του Βραβείου «Κώστας Παρτασίδης – Βάσος Παπαδόπουλος» στους τέσσερις σκαπανείς της κυπριακής οινοβιομηχανίας.

Είναι γνωστό ότι το κυπριακό κρασί χάνεται στις χιλιετίες και προς τούτο υπάρχουν πάμπολλες γραπτές και άλλες ιστορικές μαρτυρίες (όπως «οι πρώτοι οίνον πίοντες» και κάποια άλλα από τα υπέροχα ψηφιδωτά της Πάφου), που καθιστούν τη μικρή μας χώρα ως την αρχαιότερη οινοπαραγωγό στη Μεσόγειο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, στη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων και του μεσαίωνα αλλά και αργότερα, όπως επεσήμανε και ο τέως δήμαρχος της Λεμεσού Ανδρέας Χρίστου μιλώντας στην τελετή βράβευσης των τεσσάρων οινοβιομηχανιών, οι διάφοροι ξένοι περιηγητές της Κύπρου, στις αναφορές και τις ταξιδιωτικές περιγραφές τους για το νησί και τον κόσμο του, προσδίδουν μεγάλη σημασία στο αμπέλι και το κρασί.

Στην ίδια ομιλία, ο Ανδρέας Χρίστου αναφέρθηκε στη «χρυσή» εποχή που όλη την παραγωγή σταφυλιών της Κύπρου την απορροφούσαν η ΕΤΚΟ, η ΚΕΟ, η ΛΟΕΛ και ο ΣΟΔΑΠ με τους εκατοντάδες αμπελουργούς «να συρρέουν καθημερινώς στη Λεμεσό -τις πλείστες φορές να διανυκτερεύουν μέχρι να πάρουν σειρά παράδοσης των σταφυλιών τους- για περίπου τέσσερις συνεχόμενους μήνες κατά την ετήσια σοδειά…»

Βέβαια στα χρόνια που ακολούθησαν, οι παραλαβές σταφυλιών περιορίστηκαν σαν απότοκο της δραματικής μείωσης των εξαγωγών των κυπριακών κρασιών και βέβαια είδαμε να ξεριζώνονται ή να εγκαταλείπονται τεράστιες εκτάσεις αμπελιών. Από την άλλη όμως δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι οι τέσσερις μεγάλες οινοβιομηχανίες, μπροστά στις προκλήσεις των καιρών, έκαναν τα τελευταία χρόνια νέα άλματα, κατορθώνοντας με την παραγωγή μιας γκάμας διακεκριμένων κρασιών, να ξαναμπούν στον διεθνή ανταγωνιστικό στίβο, τιμώντας και συνεχίζοντας την ιστορική τους πορεία.

 

Το 1844 η ETKO άνοιξε το δρόμο

 

Το δρόμο για την οινοβιομηχανία στην Κύπρο άνοιξε το 1844 με την ίδρυση της ΕΤΚΟ και τη δημιουργία του πρώτου οινοποιείου στη Ζανατζιά, ο Χριστόδουλος Χατζηπαύλου. Από τότε μέχρι και σήμερα η οικογένεια Χατζηπαύλου (6η γενιά σήμερα) ασχολείται αποκλειστικά με την παραγωγή, εμπορία και εξαγωγή κρασιών.

Το 1969 το εργοστάσιο της ΕΤΚΟ μετακινήθηκε στις γνωστές σύγχρονες μεγάλες εγκαταστάσεις της κοντά στο νέο λιμάνι Λεμεσού.

Στη συνέχεια, η ΕΤΚΟ προχώρησε στη δημιουργία ενός οινοποιείου στην Τρίπολη της Πελοποννήσου και του οινοποιείου «Όλυμπος» στο Όμοδος (στην καρδιά των κρασοχωριών) με ιδιόκτητους αμπελώνες τόσο από ντόπιες όσο και από ξένες ποικιλίες σταφυλιών.

Δημιουργώντας τη σειρά «Κτήμα Χατζηπαύλου», η εταιρεία παράγει μικρές ποσότητες ποιοτικών και πολυβραβευμένων κρασιών, δίνοντας παράλληλα ιδιαίτερη έμφαση και στην παραγωγή και προβολή της κουμανταρίας, του μοναδικού κυπριακού κρασιού με ονομασία προέλευσης.

 

ΚΕΟ και νεκρανάσταση του «Μαραθεύτικου»

 

Το 1927 ιδρύθηκε η ΚΕΟ, μια δημόσια εταιρεία η οποία κατασκεύασε και το πρώτο στην Κύπρο ζυθοποιείο παράγοντας από το 1951 την ομώνυμη μπίρα.

Το οινοποιείο της ΚΕΟ στη Λεμεσό είναι ένα σύγχρονο συγκρότημα με αποθηκευτική ικανότητα περίπου 45 εκατομμυρίων λίτρων. Επιπλέον, η εταιρεία λειτουργεί τρία οινοποιεία στην περιοχή των κρασοχωριών του Τροόδους. Τα οινοποιεία στη Μαλλιά και στο Πέρα Πεδί είναι μεταξύ των πρώτων που κτίστηκαν στην Κύπρο. Το 1986 ιδρύθηκε το οινοποιείο Λαόνα boutique, κοντά στο Άρσος και προστέθηκε στην οικογένεια της ΚΕΟ το 1993.

Ένα μεγάλο μέρος των πόρων και κεφαλαίων της ΚΕΟ έχουν επενδυθεί στη Μαλλιά, στην ανακάλυψη εκ νέου των κυπριακών ποικιλιών σταφυλιών, πολλές από τις οποίες χρονολογούνται από τα αρχαία χρόνια, μια περίοδος κατά την οποία τα κυπριακά κρασιά αντανακλούσαν την κληρονομιά του νησιού και έχαιραν μεγάλης δόξας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η KEO ήταν επίσης ένα από τα πρώτα οινοποιεία που βοήθησαν στη διάσωση και προώθηση του «Μαραθεύτικου», του βασιλιά των ερυθρών γηγενών ποικιλιών σταφυλιού που κινδύνευε με αφανισμό.

 

ΛΟΕΛ των αμπελουργών και των εργαζομένων

 

Εν μέσω του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (1943) ιδρύθηκε η μετοχική εταιρεία οινοπνευματωδών ΛΟΕΛ από μια ομάδα εργαζομένων που στόχευαν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας σε μια δική τους εταιρεία και αμπελουργών που διεκδικούσαν τη σταθεροποίηση της διάθεσης των προϊόντων τους.

Οι αρχικές εγκαταστάσεις της εταιρείας ήταν σε ενοικιαζόμενα υποστατικά στην οδό Ναυαρίνου και σταδιακά μέχρι το 1953 μεταφέρθηκαν σε ιδιόκτητο παραλιακό χώρο μεταξύ των δύο λιμανιών, με δυναμικότητα επεξεργασίας μέχρι 25 εκατομμύρια κιλά σταφύλι το χρόνο.

Πέρα όμως από την παραγωγή εκλεκτών κρασιών, η ΛΟΕΛ έχει καταγράψει στο ενεργητικό της και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των τελευταίων χρόνων, με τη νομιμοποίηση της παραγωγής και διάθεσης της ζιβανίας. Σήμερα, η «Ζιβάνα ΛΟΕΛ» κατέχει, αναμφίβολα, την πρωτιά στην προτίμηση των καταναλωτών, με μερίδιο αγοράς που ξεπερνά το 75%. Ένα παραδοσιακό ποτό που έχει αγαπηθεί όχι μόνο από τους Κυπρίους, αλλά και από όλους τους ξένους επισκέπτες του νησιού μας που την έχουν δοκιμάσει.

 

Λεμεσός – Πάφος ένωσαν δυνάμεις με τον ΣΟΔΑΠ

 

Το 1947, μια ομάδα προνοητικών αμπελουργών από τη Λεμεσό και την Πάφο, αποφάσισαν να οργανώσουν την παραγωγή και διάθεση των σταφυλιών και της σταφίδας τους, απαλλάσσοντας τον εαυτό τους από τις ανασφάλειες των δύσκολων καιρών που επικρατούσαν τότε στην Κύπρο.

Έτσι προέκυψε η δημιουργία της τέταρτης μεγάλης κυπριακής οινοβιομηχανίας, του οινοποιητικού συνεργατισμού  ΣΟΔΑΠ, που ένωσε περίπου 10.000 οικογένειες, από 144 αμπελοχώρια.

Με τις οικονομικές δυνατότητες που εξασφάλισε ο ΣΟΔΑΠ έγινε κατορθωτή η δημιουργία μεγάλου μεγέθους εργοστασιακών μονάδων στη Λεμεσό και στην Πάφο μέχρι το 2012, οπότε όλες οι εργασίες του ΣΟΔΑΠ μεταφέρθηκαν στο νέο σύγχρονο οινοποιείο που κατασκευάστηκε στην Πάφο, στην περιοχή Στρουμπιού – Πολεμίου.

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.