Οι υπερχρεώσεις των τραπεζών ξανά στο φως

1261
unnamed

Της Ελένης Μαύρου

Το ζήτημα με τις υπερχρεώσεις τραπεζών που ανέδειξε τις προηγούμενες μέρες ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος, σε συνέντευξή του στη «Χαραυγή», φαίνεται ότι έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι αρχικά φαινόταν.

Ήδη, συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα αναμένεται να επιβαρυνθεί με τουλάχιστον €35 εκατομμύρια. Και έπονται άλλα…

Οι υπερχρεώσεις, από ορισμένα τουλάχιστον τραπεζικά ιδρύματα, προέκυψαν από ρήτρα στις δανειακές συμβάσεις, η οποία καθόριζε ως Βασικό Επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Όταν όμως στη συνέχεια το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε κατακόρυφα, δεν έγιναν οι αναγκαίες προσαρμογές, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να συνεχίσουν να χρεώνονται με το παλιό επιτόκιο!

Για να αντιληφθείτε το μέγεθος του «λάθους» αναφερόμαστε σε πολλές εκατοντάδες συνήθη στεγαστικά δάνεια.

Σε καθένα από αυτά προκύπτουν υπερχρεώσεις μέχρι και 50 χιλιάδες ευρώ. Άστε που δεν αποκλείεται η ίδια ή παρόμοια ρήτρα να χρησιμοποιήθηκε και σε άλλου είδους δάνεια.

Σημειώνεται, δε, ότι η έρευνα από τον Επίτροπο περιορίστηκε στις περιπτώσεις που αφορούσαν τα εν λόγω παράπονα.

Μάλιστα, μεταξύ των δανείων που παρουσιάζουν πρόβλημα περιλαμβάνονται και δάνεια τα οποία συνομολογήθηκαν μέσω του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών με αποτέλεσμα οι υπερχρεώσεις να βαρύνουν όχι μόνο τους ίδιους τους δανειολήπτες αλλά και ευρύτερα τους φορολογουμένους, αφού τα δάνεια του Φορέα επιδοτούνται από το κράτος.

Ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος κάλεσε ήδη την τράπεζα να επιστρέψει την πρόσθετη επιβάρυνση στον δανειολήπτη. Η τράπεζα αποδέχθηκε την επανόρθωση και από κοινού με τον Επίτροπο καθόρισαν διαδικασία για την αποζημίωση και άλλων δανειοληπτών που επηρεάζονται.

Τέλος καλό, λοιπόν, όλα καλά;

Θυμίζουμε ότι οι καταγγελίες για αδιαφανείς πρακτικές των τραπεζών που καταλήγουν σε υπερχρεώσεις δεν είναι πρόσφατες.

Και βεβαίως δεν μιλούμε απλώς για κυπριακό φαινόμενο. Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ισπανία (οι ισπανικές τράπεζες που εφάρμοζαν παρόμοιες αθέμιτες πρακτικές επιβάλλοντας ρήτρα «κατώτατου επιτοκίου» θα αναγκαστούν τώρα να επιστρέψουν τέσσερα και πλέον δις ευρώ σε δανειολήπτες) αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος.

Η ελλιπής ενημέρωση των καταναλωτών για τα δικαιώματά τους και τη νομιμότητα ή όχι των τραπεζικών χρεώσεων, το γεγονός ότι αυτές οι χρεώσεις αφορούν μικροποσά αν εξεταστούν μεμονωμένα (συμποσούνται ωστόσο σε πολλά εκατομμύρια ευρώ), αλλά και η απουσία αυστηρού ελέγχου από πλευράς του κράτους (και η απροθυμία, σε κάποιες περιπτώσεις, να εφαρμοστεί η νομοθεσία) είναι μερικοί από τους λόγους που κάποιες τράπεζες υιοθετούν ακόμα καταχρηστικές ρήτρες.

Στην περίπτωση της Κύπρου, η απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου επιβεβαιώνει ότι ακόμα και σήμερα παραμένουν κενά στην εφαρμογή δανειακών συμβάσεων, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες πολλές φορές να επωμίζονται μεγαλύτερο κόστος από αυτό που οφείλουν να καταβάλουν με βάση τις συμβάσεις που έχουν υπογράψει.

Είναι, λοιπόν, ευθύνη του κράτους να αποτρέψει ανάλογα φαινόμενα εκμετάλλευσης στο σύνολο του τραπεζικού τομέα.

Άλλωστε, στην απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η προστασία των καταναλωτών αποτελεί θέμα δημοσίου συμφέροντος και ότι είναι υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις, που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.