Η Ιστορία δεν είναι ταμπλό για μικροπολιτικές

845

Της  Ελένης Μαύρου

Η μνήμη στρέφεται αναπόφευκτα αυτές τις μέρες στο μαύρο καλοκαίρι του 1974. Ακούμε ξανά αυτές τις μέρες θύμησες ανθρώπων που στην επίθεση που δέχθηκε η δημοκρατία στον τόπο μας την περίοδο 1970-74 απάντησαν «παρών». Ανθρώπων που πλήρωσαν ακριβά -κάποιοι με τη ζωή τους- γιατί αντιτάχθηκαν στο φασισμό. Αλλά και όλων εκείνων που στη μάχη για τη δημοκρατία έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα.

Ακούμε όμως και εκείνους που σιγά-σιγά «ξαναγράφουν την Ιστορία». Όλους εκείνους που χθες θυμήθηκαν μόνο το ρόλο της Χούντας των Αθηνών στο πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη «ξεχνώντας» ότι ούτε οι γεωστρατηγικοί στόχοι υποταγής της Κύπρου στα νατοϊκά συμφέροντα ούτε οι επεκτατικοί τουρκικοί υπολογισμοί θα είχαν πετύχει, αν δεν υπήρχαν πρόθυμοι δούρειοι ίπποι -η ΕΟΚΑ Β’- για να τους υλοποιήσουν. Και τις συνέπειες τις ζούμε μέχρι σήμερα -έστω κι αν κάποιοι βολεύτηκαν σε μισή πατρίδα.

Η κυβέρνηση Αναστασιάδη – ΔΗΣΥ καταθέτει με το ένα χέρι στεφάνια στους τάφους των νεκρών αντιστασιακών και με το άλλο στους τάφους των πραξικοπηματιών. Διοργανώνει αποκαλυπτήρια του «Μνημείου Δημοκρατίας και Αντίστασης», όταν μόλις πριν από ένα μήνα έθετε υπό την αιγίδα της ημερίδα αφιερωμένη στη ζωή και δράση του ολετήρα της Κύπρου, του Γρίβα, τιμώντας τα 120 χρόνια από τη γέννησή του.

Κύριο μέλημά τους να δώσουν άφεση αμαρτιών στον εθνικισμό και να «ξεπλύνουν» το αίμα που λεκιάζει τη λαμπερή εικόνα της δεξιάς, να «ξεπλύνουν» την προδοσία του Γρίβα και της ΕΟΚΑ Β’ που οργάνωσαν την προδοσία, αν και γνώριζαν ότι αυτό θα έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία να εισβάλει. Γιατί δεν βρήκαν ποτέ το θάρρος να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, να δακτυλοδείξουν ενόχους και να ζητήσουν, έστω, την οφειλόμενη συγγνώμη. Κάποιοι μας κουνούν μάλιστα το δάχτυλο. Παραδίδουν μαθήματα κι από πάνω σε αυτούς που έχυσαν αίμα, για να μην περάσουν ο φασισμός και η εισβολή.

Πληθαίνουν με τον καιρό και οι παραινέσεις: «Θάψτε επιτέλους τα μίση, ο τόπος χρειάζεται ενότητα», «πόσο καιρό θα ξύνετε πληγές;», «συγχωράτε». Εκείνο που δεν παραδέχονται όσοι υποκριτικά φωνάζουν «συγχωράτε» είναι ότι στην πραγματικότητα εννοούν «λησμονάτε». Μπορεί όμως κάποιος, ειλικρινά, να αποδεχτεί ότι είχαν όλοι ευθύνη για τα όσα έγιναν το 1974 -και εκείνοι που υπερασπίζονταν τη δημοκρατία και εκείνοι που την πολεμούσαν; Ποιος και πώς μπορεί να ξεχάσει τις συλλήψεις, τα Καλάσνικοφ, τα βασανιστήρια, τα παλικάρια που έφραξαν με το αίμα τους το δρόμο στο φασισμό ή, από την άλλη, εκείνους που πανηγύριζαν πως «επέθανεν ο Μούσκος»; Μπορούμε να ξεχάσουμε όταν η θυσία των ηρώων μας εξακολουθεί να «δείχνει μέσα στην πιο βαθιά νυχτιά των δολοφόνων τα ίχνη»; Μπορούμε να ξεχάσουμε όταν τα ξεφτισμένα συνθήματα των «ανένδοτων αγώνων της εθνικοφροσύνης» βρικολακιάζουν; Μπορούμε να ξεχάσουμε τη στιγμή που θα ’πρεπε να αντλούμε διδάγματα από την Ιστορία;

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στη λήθη να σκεπάσει το έγκλημα που διεπράχθη σε βάρος αυτού του λαού. Οι τελετές και τα μνημόσυνα δεν έχουν αντίκρισμα όταν δεν βοηθάνε να πέσει οριστικά και αμετάκλητα η βαριά ταφόπετρα πάνω από τις αιτίες που γεννούν το φασισμό, τη βία, την αδικία.

Η Ιστορία δεν είναι ταμπλό για να παίζονται μικροπολιτικά παιγνίδια. Η αναδρομή στην Ιστορία μπορεί να μην βολεύει κάποιους αλλά είναι διαδικασία απαραίτητη, γιατί η αγωνιστική διάθεση ενός λαού δεν μπορεί να στηρίζεται στην κενή συνθηματολογία.  Είναι απαραίτητη, γιατί λαοί που ξεχνούν, είναι υποχρεωμένοι να ξαναζήσουν τις τραγωδίες τους και η Κύπρος δεν αντέχει μια ακόμα τραγωδία.

 

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.