Η πραγματική λευτεριά αργεί ακόμη

  • Ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος μιλά για το ρόλο του στην ταινία «Το τελευταίο σημείωμα»

 

Της Μαρίας Φράγκου

  • «Είναι θέμα ιστορικής μνήμης, όχι συγκίνησης. Δεν έχει νόημα να συγκινηθούν μόνο όσοι θα δουν την ταινία. Σημασία έχει να δει κανείς τι έχει περάσει αυτός ο τόπος και πώς τα κατάφερε να φτάσει ως εδώ που έχει φτάσει…»

Δύο κόσμοι αναμετρώνται. Ο πατριωτισμός των Ελλήνων κομμουνιστών από τη μια και η αλαζονεία-κυριαρχία των ναζί από την άλλη. Η ανθρωπιά από τη μια και η απανθρωπιά από την άλλη. Η αγάπη για τον άνθρωπο και ο αγώνας για την αξιοπρέπειά του, ο κόσμος των Ελλήνων πατριωτών. Η εξουσία και η μανία του εξανδραποδισμού του ανθρώπου, ο κόσμος των ναζί…

Ούτε πρωτοτυπώ ούτε λέω κάτι νέο. Βγαίνοντας από την αίθουσα του σινεμά στην Αθήνα, πριν από δέκα μέρες, μετά από δυο ώρες που παρακολούθησα την ταινία «Το τελευταίο σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη, προσπαθούσα να ταξινομήσω σε σειρά τις σκέψεις μου. Θαυμασμός γι’ αυτούς που δεν λιποψύχησαν, γι’ αυτούς που δεν δείλιασαν και στάθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι 200 της Καισαριανής δεν είναι ιστορία άγνωστη. Έβλεπα στη μεγάλη οθόνη, όμως, μια ταινία όχι ιστορική, αλλά μια ταινία που λέει την ιστορική αλήθεια.

Έφερνα ξανά και ξανά την ταινία στο μυαλό μου κι έλεγα «αυτή ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή»… Όχι η άλλη. Ή μήπως η άλλη; Μόνο η κουβέντα με έναν από τους συντελεστές θα με «έβγαζε» από τη δύσκολη θέση. Και ήταν ευτυχής συγκυρία η γνωριμία μου με τον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο. Τον ερασιτέχνη ηθοποιό από την Κίνηση Καλλιτεχνών με αναπηρία που υποδύεται στην ταινία τον ανάπηρο κρατούμενο στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και οδηγείται με τους άλλους 199 συγκρατουμένους του στο εκτελεστικό απόσπασμα της Καισαριανής. Το «παρών» που φωνάζει είναι το ίδιο συγκλονιστικό κι έχει το ίδιο πάθος με το «παρών» του κεντρικού ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του καθοδηγητή Κώστα και όλων των υπολοίπων…

Μιλήσαμε πολύ με τον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο… Με «ταξίδεψε» στην Κρήτη και στις σκηνές της δικής του συμμετοχής στην ταινία, και όσο κι αν προσπαθήσαμε να βρούμε τη συγκλονιστικότερη στιγμή της ταινίας, δεν τα καταφέραμε, γιατί αυτές είναι πολλές. Ως κορυφαία στιγμή, ωστόσο, κατατάξαμε και οι δυο, όπως και οι θεατές -αυτό είναι βέβαιο- τη σκηνή του γλεντιού των κρατουμένων. Ήξεραν πως το πρωί θα οδηγηθούν στο απόσπασμα. Κι αυτοί έστησαν γλέντι με χορούς και τραγούδια, προετοιμαζόμενοι για το μεγάλο ταξίδι, αψηφώντας το θάνατο.

«Είναι θέμα ιστορικής μνήμης, όχι συγκίνησης. Δεν έχει νόημα να συγκινηθούν μόνο όσοι θα δουν την ταινία. Σημασία έχει να δει κανείς τι έχει περάσει αυτός ο τόπος και πώς τα κατάφερε να φτάσει ως εδώ που έχει φτάσει… Υπάρχει ένα δέος. Εγώ ένιωσα ένα δέος βλέποντας την ταινία» μου λέει.

Επιλέγει τις λέξεις του. Δεν συμφωνεί με τις δικές μου «συγκινητική» ή ακόμα «συγκλονιστική». Συνταρακτική, ορίζει, τη σκηνή που οι 200 ενώ ξέρουν πως την άλλη ημέρα θα εκτελεστούν, το βράδυ της παραμονής γλεντάνε. «Αυτή η σκηνή λέει πολλά. Αψηφούν το θάνατο, στο όνομα των ιδεών και της πατρίδας» μου λέει και φέρνει ξανά την ταινία στο μυαλό του.

Οι λέξεις βγαίνουν αργά από το στόμα του. Η συγκίνησή του είναι ευδιάκριτη… Και αναφέρεται και σε άλλες συνταρακτικές σκηνές, όπως αυτή που οι κρατούμενοι γράφουν τα τελευταία σημειώματα προς τους δικούς τους, όταν τους πήγαιναν για εκτέλεση. «Και το πιο συνταρακτικό, επίσης, είναι ότι αυτοί ξέρανε ότι άξιζε τον κόπο, αλλά εμείς δεν ξέρω αν τους δικαιώσαμε. Στο μετά από εκείνα τα χρόνια…

Συνταρακτική στιγμή είναι επίσης, αυτή που όταν ο διοικητής Φύσερ χαρίζει τη ζωή στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη κι αυτός αρνείται. Ο Σουκατζίδης και οι υπόλοιποι συναγωνιστές του ήταν άνθρωποι. Είχαν αδυναμίες. Δεν νομίζω πως κάποιος από αυτούς ήθελε να πεθάνει. Έπρεπε, όμως, να πεθάνουν σε σχέση με αυτά που πίστευαν όσο ζούσαν». Περιμένω να πει και για άλλη μια συνταρακτική σκηνή. Ίσως να διστάζει, γιατί αφορά το δικό του ρόλο, τη δική του συμμετοχή. Είναι η στιγμή της εκτέλεσης του ανάπηρου, τον οποίο ο Χρήστος με τόση αλήθεια υποδύεται.

«Στην εκτέλεση δεν με πάνε, πάω μόνος μου…» συμπληρώνει. Κι αυτή η στιγμή, όντως, που μόνο άμα δει κανείς την ταινία νιώθει το μεγαλείο του ήρωα, κατατάσσεται στις συνταρακτικότερες. Και όταν τα όπλα στρέφονται κατά των κομμουνιστών-μελλοθανάτων, οι συγκρατούμενοί του θα τον σηκώσουν ψηλά για να δεχθεί τη σφαίρα του Γερμανού εκτελεστή στην καρδιά…

Όταν κάτι αλλάζει, κάποιοι έχουν να χάσουν κάτι

Αυτή η λευτεριά, για την οποία αγωνίστηκαν και οι 200 της Καισαριανής, αργεί ακόμη; «Η πραγματική λευτεριά αργεί ακόμα. Και αργεί γιατί είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων. Θα πρέπει ο καθένας και η καθεμιά από εμάς να κάνει μια ενδοσκόπηση για να μπορέσει να ζήσει σύμφωνα με αυτά που θέλει να πρεσβεύει. Δεν είναι τόσο εύκολο. Υπάρχουν αδυναμίες, εγωισμοί, συμφέροντα…

Όταν αλλάζει κάτι, κάποιοι έχουν να χάσουν κάτι. Και δεν είναι μόνο αυτοί που πραγματικά έχουν να χάσουν κάτι. Κυρίως είναι και οι γύρω από αυτούς. Τη ζημιά δεν την κάνουν οι αστοί, ας πούμε. Οι αστοί είναι λίγοι. Τη ζημιά την κάνουν αυτοί που είναι δίπλα από τους αστούς. Που φοβούνται μην χάσουν αυτά που παίρνουν από την αστική τάξη. Δεν είναι τυχαίο που τα πολύ λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα είναι σχεδόν στη μέση.

Ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά ως ψηφοφόροι. Και δεν αναφέρομαι στους φασίστες της Χρυσής Αυγής, αλλά σε αυτούς που ψηφίζουν παραδοσιακά Νέα Δημοκρατία, σε αυτούς που ήταν βασιλόφρονες, γιατί η Φρειδερίκη τους είχε δώσει, τότε, κάτι… ή καθώς επίσης, επειδή ψηφίζουμε στη βάση οικογενειακής κατεύθυνσης.  Για αυτό λέω πως τα λαϊκά στρώματα είναι στη μέση…».

Στους νεότερους τι λέει αυτή η ταινία; Τι προσφέρει; «Ίσως ένα κίνητρο να ψάξουν την ιστορία του τόπου μας. Η δική μου γενιά, για παράδειγμα, ξέρει ποιων Ελλήνων πολιτικών οι μπαμπάδες ήταν σε κατοχικές κυβερνήσεις και μετά πέρασαν, χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό, σε δήθεν εθνικόφρονες ελληνικές κυβερνήσεις που κυβέρνησαν για δεκαετίες τον τόπο».

Υπάρχει ιστορική συνέχεια αυτού που προβάλλει «Το τελευταίο σημείωμα»; Όχι, δεν υπάρχει ιστορική συνέχεια, λέει ο Χρήστος. Και απαριθμεί τα όσα ακολούθησαν εκείνης της εποχής. «Μετά το 1944 άρχισε ο εμφύλιος, ήταν η Βάρκιζα, έδωσαν τα όπλα… Ήταν το μικρό αντάρτικο του Άρη, η δολοφονία του Άρη, μετά ξανά-μανά στα όπλα.

Το ’49 η τελική ήττα. Ακολούθως, έως το ’74, με μικρά διαλείμματα, τα όσα μεσολάβησαν. Κυνηγητά, εξορίες. Φτάνουμε στη δεκαετία του ’70, νομιμοποίηση ΚΚΕ και άλλων αριστερών οργανώσεων, αστική δημοκρατία, Γκορμπατσόφ, κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, το δήθεν τέλος των ιδεολογιών. Δεκαετία του ’90 με άγριο καπιταλισμό και από το 2000 και μετά ξαναρχίζουμε… Πολλά τα διδάγματα αυτές τις δύο δεκαετίες…».

Δικαίωση; Υπήρξε δικαίωση; «Ηθικά, ίσως, υπήρξε. Όταν πλέον οι κρατούντες ένιωσαν ότι δεν κινδυνεύουν. Η αναγνώριση των αγώνων και των θυσιών της Αριστεράς έγινε και γιατί όταν αυτοί που ήταν στην εξουσία ένιωθαν ότι πλέον δεν κινδυνεύουν από την Αριστερά» λέει αργά και σταθερά, τονίζοντας τις λέξεις.

Σήμερα, σε μια εποχή με έντονο το επιχείρημα της κατάρρευσης των ιδεολογιών, την εξίσωση του κομμουνισμού με το ναζισμό, η ταινία απαντά και σε αυτή τη στρέβλωση; «Δεν ήταν σκοπός της ταινίας, αλλά, ναι, υπενθυμίζει…  Γιατί ξέχασαν και τα θετικά που πήραν, αυτά που κέρδισαν, όσοι επιχειρούν την ισοπέδωση. Είναι εύκολο να παίξεις με τους δύο πόλους. Δεν είναι τυχαίο που οι εδώ ναζί της Χρυσής Αυγής πλακώνονται στο ξύλο μόνο με αριστερούς και αριστερές οργανώσεις. Δεν πλακώνεται στο ξύλο με τη Ν.Δ. ή τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, το Ποτάμι κ.λπ.» λέει με νόημα.

Ένα στοίχημα

Πώς βρέθηκε στην ταινία ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος; Ο ίδιος είναι μέλος της Κίνησης Καλλιτεχνών με Αναπηρία. Πρόκειται για μία συλλογικότητα στην οποία συμμετέχουν διάφορες ομάδες ατόμων με αναπηρία και μεμονωμένα άτομα, ερασιτέχνες ή μη. Και μέσω ενός φίλου του και ακτιβιστή, του σκηνοθέτη Αντώνη Ρέλλα, έγινε η επαφή με τον Παντελή Βούλγαρη. Ο ίδιος, ένα φόβο έκθεσης τον είχε. «Δεν μπορώ να με φανταστώ να παίζω θέατρο. Δεν το έχω. Ήταν, ωστόσο, πολύ βοηθητικοί ο κ. Βούλγαρης και η κα Καρυστιάνη και όλη η παραγωγή».

Η ιστορία της ταινίας στην οποία κλήθηκε ο Χρήστος να έχει συμμετοχή τού ήταν και γνώριμη και μίλαγε και στην ψυχή του. «Γι’ αυτό και συμμετείχα χωρίς άγχος και ενδοιασμό. Είμαι ικανοποιημένος που το αποτέλεσμα της ταινίας μού ταιριάζει. Και ως άνθρωπο. Αυτό είναι το σημαντικό. Ότι συμμετείχα κάπου που το χάρηκα. Ήταν κάτι που το ήθελα, που μου άρεσε, ήταν ένα στοίχημα και για μένα και για την Κίνηση Καλλιτεχνών με Αναπηρία».

Όπως μαθαίνω από τον Χρήστο Κωσνταντακόπουλο, η Κίνηση Καλλιτεχνών με Αναπηρία δίνει μια μεγάλη μάχη για την καθολική προσβασιμότητα στο περιεχόμενο της Τέχνης. Και ως θεατής αλλά και ως πρωταγωνιστής, ο ανάπηρος. Μέχρι πρότινος ίσχυε στην Ελλάδα ο νόμος επί Μεταξά, σύμφωνα με τον οποίο για να σπουδάσει κάποιος ηθοποιός θα έπρεπε να είναι αρτιμελής. Η κίνηση πάλεψε για την κατάργησή του, η οποία έγινε μετά από τη συζήτηση του θέματος, μέσα από ερώτηση στη Βουλή, από την τότε βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Μάνια Παπαδημητρίου. Η Κίνηση Καλλιτεχνών με Αναπηρία είχε συνεργασία με τον Παντελή Βούλγαρη και στην ταινία «Μικρά Αγγλία».

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.