Είναι η ώρα να αποκαλύψει η Τουρκία τις πραγματικές της προθέσεις

886

Του Νίκου Αναστασιάδη*

Στον καθορισμό της ακολουθητέας πολιτικής στο Κυπριακό είναι απαραίτητο να έχουμε επίγνωση του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος.

Πιο συγκεκριμένα στο ευρωπαϊκό πεδίο, το οποίο ήταν και παραμένει ο προνομιακός χώρος διεκδίκησης των δικαίων μας, βρισκόμαστε – ανάμεσα σε άλλα- σε μία περίοδο ανασυγκρότησης μετά από τη βαθιά οικονομική και θεσμική κρίση που άφησε τα σημάδια της σε όλα τα επίπεδα.

Στην άμεση γειτονία μας κυριαρχεί η κρίση στη Συρία με πληθώρα ανοικτών μετώπων σε άλλες χώρες, όπως το Ιράκ και τη Λιβύη και άλλων μετώπων τα οποία έχουν προκαλέσει – κυρίως στη Συρία- μία πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση, η οποία δεν θεωρώ πως μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά χωρίς την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτιών της.

Τα πιο πάνω, μαζί με τις χρόνιες εντάσεις και αστάθεια που προκαλεί το Μεσανατολικό, ενισχύουν τα κινήματα που δρουν εκτός ορθολογικού πλαισίου και διασπείρουν την τρομοκρατία σε παγκόσμιο επίπεδο και ειδικότερα στην Ευρώπη.

Κυρίως όμως αναδεικνύουν την ανάγκη συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων με διεθνείς παρεμβάσεις στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, καθώς και την ανάγκη οικοδόμησης συνεργιών μεταξύ των κρατών της περιοχής μας.

Οσα αδρομερώς περιέγραψα αναδεικνύουν το ρόλο που η χώρα μας δύναται να διαδραματίσει στην ευρύτερη περιοχή ως πυλώνας ασφαλείας, ο οποίος θα μπορεί να ενισχυθεί πολύ περισσότερο με την επίτευξη λύσης στο Κυπριακό.

Τα πιο πάνω είναι που καθιστούν απαραίτητη και την εμπλοκή της διεθνούς κοινότητας στην επικείμενη διάσκεψη για την Κύπρο στη Γενεύη.

Πιο συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία επιπλέον θα έχει και καθοριστικό ρόλο στην πορεία επίλυσης του Κυπριακού και εφαρμογής της πιθανής λύσης, καθώς, όπως επιβεβαιώσαμε οι 27 ηγέτες στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Κύπρος είναι και θα παραμείνει μέλος της Ενωσης και μετά τη λύση.

Με τον ίδιο τρόπο χρήσιμη θα είναι και η παρουσία των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς, όχι μόνο είναι το αρμοδιότερο διεθνές όργανο για την επιβολή της ειρήνης στον κόσμο, αλλά προσβλέπουμε σε αυτό για ανάληψη αυξημένων ευθυνών σε ό,τι αφορά την εγγύηση για εφαρμογή της λύσης στη χώρα μας.

Με την επίλυση του Κυπριακού, η Κύπρος περιφερειακά θα μετατραπεί σε μία χώρα-μοντέλο σταθερότητας και θα ενισχύσει το ρόλο της ως παροχέας ασφάλειας σε μία από τις πλέον ταραχώδεις περιοχές του κόσμου.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η λύση θα τερμάτιζε το παράδοξο σχήμα της ύπαρξης ενός διαιρεμένου κράτους μέλους, ενώ παράλληλα θα ενίσχυε θετικά τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας και τη συνολική αρχιτεκτονική σταθερότητα της Ενωσης.

Τέλος, η λύση ενός διεθνούς προβλήματος που βρίσκεται στην ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών τις τελευταίες δεκαετίες, θα αποτελούσε ένα φάρο ελπίδας που θα δεικνύει πως ακόμη και τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα μπορούν να διευθετηθούν με ειρηνικό τρόπο μέσω των Ηνωμένων Εθνών.

Παρά το γεγονός ότι η ανάγκη της λύσης είναι επιτακτική για τους λόγους που περιέγραψα και πολλούς άλλους που αφορούν κυρίως την ευημερία και την ασφάλεια των πολιτών μας, δεν σημαίνει πως αυτόματα αυτή θα επιτευχθεί.

Ο στόχος της λύσης είναι εφικτός, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και ιδιαίτερα η Τουρκία θα επιδείξει στη διάσκεψη της Γενεύη την απαραίτητη πολιτική βούληση και θα προσέλθει με δημιουργικές προτάσεις –ειδικά στο θέμα της ασφάλειας- που δε θα παραγνωρίζουν τις ανησυχίες της ελληνοκυπριακής πλευράς και θα συμβαδίζουν με την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και ενώπιον της διεθνούς κοινότητας είναι που θα κριθούν οι προθέσεις της Τουρκίας και εάν πράγματι οι δηλώσεις για επιθυμία λύσης δεν συνιστούν ένα συνήθη επικοινωνιακό χειρισμό.

Την ίδια στιγμή είναι καθοριστικής σημασίας να αξιοποιηθεί η περίοδος από σήμερα μέχρι και τις εννέα του Γενάρη προκειμένου να μειώσουμε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις διαφορές που μας χωρίζουν, επιτυγχάνοντας περαιτέρω συγκλίσεις ή και συναντιλήψεις.

Καταλήγοντας, θα επαναλάβω πως ιεραρχώ πολύ ψηλά τις εύλογες ανησυχίες και ευαισθησίες των συμπολιτών μας, τις οποίες απόλυτα λαμβάνω υπόψη στη διαμόρφωση των θέσεών μας και στην προσπάθεια επίτευξης μιας λύσης, η οποία επιδιώκουμε να είναι αμοιβαία αποδεκτή και να μην αφήνει νικητές και ηττημένους.

Εξάλλου τον τελικό λόγο θα τον έχει ο κυπριακός λαός.

*Προέδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας