Κάννες: Κοινωνίες της αποξένωσης και μαγικός ρεαλισμός

SOURCE ΚΥΠΕ

Με τη Μόνικα Μπελούτσι «οικοδέσποινα» έγινε χτες το βράδυ η επίσημη έναρξη του 70ου κινηματογραφικού φεστιβάλ των Κανών. Πριν από την παρουσίαση και την προβολή της γαλλικής ταινίας «Τα φαντάσματα του Ισμαήλ» του Αρνό Ντεπλεσέν, στη σκηνή του Μεγάρου του Φεστιβάλ ανέβηκαν και τα εννιά μέλη της κριτικής επιτροπής με πρόεδρο τον Ισπανό σκηνοθέτη, τακτικό με ταινίες του στο φεστιβάλ, Πέδρο Αλμοδόβαρ και με μέλη από διάφορες ευρωπαϊκές και άλλες χώρες: την Αμερικανίδα ηθοποιό Τζέσικα Τσαστέιν, τον Ιταλό σκηνοθέτη Παόλο Σορεντίνο (άλλο τακτικό των Κανών), τη Γερμανίδα σκηνοθέτρια Μάρε Αντε (γνωστή για την εξαιρετική περσινή ταινία της «Τόνι Ερντμαν»), τη Γαλλίδα ηθοποιό Ανιές Ζιαουί, την Κινέζα ηθοποιό Φαν Μπινγκμπίνγκ (που απολαύσαμε και στο πρόσφατο αμερικανικό μπλοκ-μπάστερ Χ-Men), τον γαλλο-λιβανέζο μουσικοσυνθέτη Γκάμπριελ Γιάρεντ και τον Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Παρκ Τσαν-Γουκ και τον Αμερικανό ηθοποιό Γουίλ Σμιθ.

Η παρουσία του Γουίλ Σμιθ οδήγησε πολλούς δημοσιογράφους να γράψουν πως η φετινή διαμόρφωση των εννιά συνολικά μελών της επιτροπής που θα δουν και θα κρίνουν τις 19 ταινίες του διαγωνιστικού είναι ανομοιογενής και ίσως προκαλέσει προβλήματα, αν και, η παρουσία του δυναμικού Αλμοδοβάρ πιστεύεται πως θα μπορέσει να εναρμονήσει τις απόψεις. Πάντως, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε η κριτική επιτροπή Αλμοδοβάρ και Σμιθ «συγκρούστηκαν» όταν ο Αλμοδοβάρ μίλησε ενάντια στην παρουσία στο φεστιβάλ εταιριών παραγωγής όπως η Netflix, εταιρία που ειδικεύεται στο streaming αποφεύγοντας την άμεση διανομή των ταινιών της. Αντίθετα, ο Γουίλ Σμιθ ανάφερε πως αυτό δεν εμποδίζει τους θεατές να βλέπουν τις ταινίες και στις αίθουσες – «τα παιδιά μου», τόνισε, «πάνε δυο φορές τη βδομάδα στο σινεμά, στην αίθουσα, αν και στο σπίτι βλέπουν και ταινίες σε streaming».

Σήμερα ξεκίνησε και το διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ με δυο πολύ καλές ταινίες: «Loveless» του Ρώσου Αντρέι Ζβιαγκίντσεβ και «Wonderstruck» του Αμερικανού Τοντ Χέινς. Η αποξένωση στις σύγχρονες κοινωνίες και ιδιαίτερα στη μετα-κομουνιστική, αφημένη σε ένα άγριο καπιταλισμό, Ρωσία, που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή είναι το κύριο θέμα της νέας ταινίας του Αντρέι Ζβιαγκίντσεβ («Λεβιάθαν», «Έλενα»). Πρωταγωνιστές του είναι ένα αποξενωμένο μεταξύ του ζευγάρι, ο καθένας με νέο σύντροφο, που μόλις έχει πάρει διαζύγιο, και που το βασικό του πρόβλημα είναι ποιος θα αναλάβει τη φροντίδα του 12χρονου γιου τους, που κανένας τους δεν θέλει. Κάποια στιγμή το αγόρι θα εξαφανιστεί και οι γονείς θα αρχίσουν μια αγωνιώδη έρευνα για την ανακάλυψή του, βοηθούμενοι από μια ομάδα εθελοντών που αφιερώνουν το χρόνο τους στην αναζήτηση εξαφανισμένων παιδιών.

Το ζευγάρι που σκιαγραφεί ο Ζβιαγκίντσεβ είναι ένα συνηθισμένο μεσοαστικό ζευγάρι μιας σύγχρονης αστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας της πληροφορικής και της υλικής ευημερίας, με κύριο στόχο το χρήμα και την προσωπική καλοπέραση. Ενας αποτυχημένος γάμος (η γυναίκα χρησιμοποίησε τον άντρα για να ξεφύγει από μια σκληρή, ψυχρή μοναχική μητέρα, ο άντρας γιατί θέλησε να κρατήσει το παιδί της νεαρής τότε εγκύου φιλενάδας) που με το διαζύγιο θα τους οδηγήσει, όπως πιστεύουν σε μια καλύτερη ζωή. Μια ζωή στην οποία είναι έτοιμοι να θυσιάσουν ένα αθώο παιδί.

Με μεθοδικότητα, με ένα απλό στιλ (που θυμίζει τις ταινίες του Μπέργκμαν), από το οποίο όμως δεν λείπει και ένας λυρισμός (ιδιαίτερα στις σκηνές στη φύση, στο χιονισμένο δάσος, στο ποτάμι όπου βρίσκει στην αρχή καταφύγιο το αγόρι), ο Ζβιαγκίντσεβ αφηγείται το συναρπαστικό αυτό δράμα του. Ενα δράμα, ταυτόχρονα αλληγορία πάνω στη σύγχρονη Ρωσία, μια Ρωσία στην οποία «ο κάθε άνθρωπος νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του», όπως ανάφερε ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Μιας Ρωσίας που έχει χάσει τον προσανατολισμό της, έτοιμη να θυσιάσει το μέλλον της (τα παιδιά της) για να μπορεί η ίδια να περνάει καλά. Μόνη διέξοδος, η ομάδα των άγνωστων εθελοντών που ενδιαφέρονται για τους άλλους, για την κοινωνία, έτοιμοι να βοηθήσουν. Μόνος τρόπος για να αντισταθούμε σε ένα είδος αποκτήνωσης πυ αναπτύσσεται σε τέτοιες κοινωνίες.

Ο λυρισμός, η ποίηση, μαζί και ένας «μαγικός ρεαλισμός» διαπνέουν την ανεξάρτητη παραγωγή «Wonderstruck» του Τοντ Χέινς («Κάρολ», «Far From Home»). Η ταινία, με βάση ένα μυθιστόρημα του Μπράιαν Σλέζνικ, αφηγείται την παράλληλη περιπέτεια δυο παιδιών, ενός αγοριού, του Μπεν, κι ενός κοριτσιού, της Ρόουζ, που ξεκινούν σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης, που θα τους αποκαλύψει τις απαντήσεις που ψάχνουν. Δυο ιστορίες με διαφορά 50 χρόνων, η μια (εκείνη της κωφάλαλης Ρόουζ) να εκτυλίσσεται το 1927 και η άλλη (εκείνη του Μπεν, ο οποίος ύστερα από κεραυνό χάνει προσωρινά την ακοή του) να εκτυλίσσεται το 1977. Δυο χρονιές σημαδιακές στην πρόσφατη ιστορία της Αμερικής, η πρώτη, στις παραμονές της μεγάλης ύφεσης, αλλά και τέλος του βωβού κινηματογράφου και εμφάνιση του Ομιλούντος, και η δεύτερη στη μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ περίοδο, περίοδο αμφισβήτησης και εξέγερσης της νεολαίας. Με μαυρόασπρο φιλμ και χωρίς διάλογο στην αφήγηση της πρώτης ιστορίας, με έγχρωμο φιλμ και ένα στιλ εμπνευσμένο από τις καλύτερες ταινίες της τότε περιόδου, ο Χέινς αφηγείται με άνεση, ωραίο ρυθμό, και με εικαστικά όμορφες εικόνες, την μαγική πρέπει να πω πορεία των δυο μικρών του ηρώων, που τελικά θα βρουν την κατανόηση, θα ανακαλύψουν τον πολιτισμικό πλούτο των διαφόρων κοινωνιών τους και θα βρουν τις απαντήσεις που ψάχνουν. Σε αντίθεση με την εποχή μας και τα εμπόδια που δημιουργούν και στήνουν οι πολιτικοί (τύπου Τραμπ) στην οποιαδήποτε προσπάθεια αλληλοκατανόησης και αποδοχής μιας διαφορετικής κουλτούρας.

SOURCE ΚΥΠΕ