Κλάρα Ζαχαράκη- Γεωργίου: Ο σκηνογράφος να σέβεται και να υπηρετεί το θεατρικό έργο

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Η Κλάρα Ζαχαράκη-Γεωργίου γεννήθηκε στη Λέρο και έζησε, όπως μας αναφέρει, «σκληρά χρόνια, απάνθρωπα για τα παιδιά», αφού μεγάλωσε μέσα στον πόλεμο, την Κατοχή, τον εμφύλιο, τους διωγμούς των αριστερών. Τις εμπειρίες αυτές κατέγραψε στο βιβλίο της Μεγαλώσαμε όπως τα αγριόχορτα. Κατάφερε με τη βοήθεια της αδελφή της, που ήταν εργάτρια, αλλά και δουλεύοντας η ίδια, να πραγματοποιήσει το όνειρό της και να σπουδάσει ζωγραφική και σκηνογραφία. Βρέθηκε στην Κύπρο με τον σύζυγό της και το 1977 σκηνοθέτησε στο ΘΟΚ το Βαρελάκι με το μέλι του Λεβ Ουστίνωφ σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Καυκαρίδη. Μετά από αυτό το πρώτο έργο ακολούθησαν αρκετά άλλα, καταγράφοντας, παράλληλα με την εικαστική της πορεία, μια σημαντική παρουσία στο θέατρο του τόπου για την οποία μιλούμε. Απευθυνόμενη στους νεότερους σκηνογράφους αναφέρει πως «το πρώτο βήμα τους» πρέπει «να είναι η γνωριμία και η γνώση του θεατρικού έργου», ενώ «η συνεργασία με όλους τους παράγοντες της παράστασης είναι βασικό στοιχείο μιας σωστής δουλειάς».

ΚΛΑΡΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΟΥ

  • Ο σκηνογράφος σέβεται και υπηρετεί το θεατρικό έργο
  • Παραμένει στην καρδιά μου η συνεργασία μου με τον κόσμο του θεάτρου

Πώς αποφασίσατε να σπουδάσετε ζωγραφική; Πόσο εύκολη ήταν μια τέτοια απόφαση;

Την απόφαση για σπουδές στη ζωγραφική την πήρα αρκετά αργότερα από την αγάπη και την κλίση που ένιωθα από παιδί. Μεγάλωσα μέσα σε πολύ δύσκολες ώρες για την πατρίδα μου. Πόλεμος, κατοχή από τους Ιταλούς και Γερμανούς και στη συνέχεια το μοίρασμα της Ευρώπης από τις μεγάλες δυνάμεις. Σε πολύ μικρή ηλικία ένιωσα τι σημαίνει αυτό. Νέα εισβολή, αυτή τη φορά από τους «συμμάχους» μας. Τα Δεκεμβριανά, ο εμφύλιος πόλεμος και νέα κατοχή από τους Δυτικούς. Το όνειρο, λοιπόν, για σπουδές, όποιες κι αν ήταν, άπιαστο για παιδιά οικογενειών που είχε τσακίσει ο πόλεμος. Θάνατος, φυλακίσεις, διωγμός για τους αντιφρονούντες. Τελείωσα το σχολείο με τρομερές δυσκολίες και η φτώχεια που μας επισώρευσε ο πόλεμος και οι διωγμοί, έκαναν αδύνατη, έστω και ως σκέψη, την απόφαση για σπουδές. Το σιωπηλό μου κλάμα τις νύχτες έκανε την αδελφή μου, που ήταν εργάτρια ειδικευμένη, να πάρει την απόφαση ότι πρέπει να σπουδάσω. Στην ερώτηση της μάνας «Πώς;» η απάντησή της ήταν «Θα αναλάβω εγώ, θα πεθάνει το καταλαβαίνεις;» Καημένη μάνα… καημένη Άννα. Ήμουν πια είκοσι χρόνων . Μόνο η αγάπη μου για τη ζωγραφική υπήρχε. Προετοιμασία ανύπαρκτη. Μόνο καημούς. Ωστόσο δεν το βάλαμε κάτω. Προσπάθησα. Μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών . Δούλευα ταυτόχρονα και σπούδαζα, γιατί τα οικονομικά ήταν πολύ δύσκολα.

Η σκηνογραφία πώς προέκυψε;

Από μαθήτρια αγαπούσα το θέατρο και πρωτοστατούσα στις παραστάσεις του σχολείου. Έτσι, μόλις η Σχολή δημιούργησε την ειδίκευση της σκηνογραφίας, δεν δίστασα να την ακολουθήσω παράλληλα με τη ζωγραφική, έστω κι αν αυτό σήμαινε πολύ περισσότερες ώρες δουλειάς.

Τι θυμάστε από τις σπουδές σας;

Θα ‘θελα να πω για τις δύσκολες αλλά και δημιουργικές ώρες των σπουδών μου. Για την πολύ σημαντική παρουσία σπουδαίων καλλιτεχνών που ήταν δάσκαλοί μου. Ο Μαυροείδης, ο Μόραλης στη ζωγραφική, ο γλύπτης Απάρτης στο σχέδιο και ο Βασιλειάδης στη σκηνογραφία. Τους αγαπούσα όπως και αυτοί και μου έδειχναν την εκτίμησή τους στον αγώνα που έδινα ως εργαζόμενη φοιτήτρια. Την εποχή εκείνη υπήρχαν και σημαντικά δίδακτρα. Η Σχολή εθεωρείτο «είδος πολυτελείας» και οι φοιτητές σε μεγάλο ποσοστό ήταν πλούσιοι μεγαλοαστοί. Ανάμεσα στους συμφοιτητές μου υπήρχαν σπουδαία παιδιά και φίλοι, που μέχρι τώρα χαίρομαι τη φιλία τους και την παρουσία τους μέσα στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω και μερικούς σπουδαίους καλλιτέχνες, που δεν ανήκαν στη Σχολή, αλλά μου συμπαραστάθηκαν στην πορεία μου, όπως ο ζωγράφος Σικελιώτης, ο Ορέστης Κανέλης περίφημος ακουαρελίστας, ο γλύπτης Νικόλας και φυσικά ο χαράκτης Τάσος που με ζεστασιά και καλοσύνη με δέχθηκε και μου δίδαξε τις αρετές του «Ασπρόμαυρου» κόσμου όταν του πήρα και του έδειξα μια μεγάλη σειρά σχεδίων και έργων για την εισβολή των Τούρκων.

Έχετε κάποιους σκηνογράφους ως πρότυπο, τους οποίους θαυμάζετε;

Όχι. Η σκηνογραφία είναι η πλέον σύνθετη τέχνη. Σ’ αυτήν συνεργάζονται ο λόγος, η ζωγραφική, η μουσική, ο χορός, η κινησιολογία, ο φωτισμός. Από τη στιγμή που ανάβει μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του θεάτρου ένα σπίρτο, αυτό είναι σκηνογραφία. Κάθε σκηνογράφος διαλέγει τη δική του αισθητική και άποψη. Βέβαια, έχει σημασία ο κοινός οραματισμός με τον σκηνοθέτη. Τον καιρό που άρχισα εγώ να εργάζομαι στον ΘΟΚ δεν υπήρχαν πολλοί σκηνογράφοι. Πολλοί είχαν σπουδάσει απλώς ζωγραφική. Δεν είχαν ειδικές σπουδές. Όσο για γυναίκες, σπάνιες.

Ποια ήταν η πρώτη σκηνογραφία σας;

Στην Κύπρο ήρθα μόλις τέλειωσα τη Σχολή, έτσι δεν είχα προλάβει να δουλέψω αλλού. Για αρκετά χρόνια κανείς δεν με πρότεινε. Είπαμε για την ανδροκρατία; Ο πρώτος που μου έδωσε έργο ήταν , το 1977, ο αείμνηστος Βλαδίμηρος Καυκαρίδης με το Βαρελάκι με το μέλι του Λεβ Ουστίνωφ. Συγκινητικό ήταν όταν χρόνια μετά, που βρεθήκαμε στη Μόσχα με τον Νίκο Σιαφκάλη και τον Χριστάκη Γεωργίου για συνέδριο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, συναντήθηκα με τον Λεβ Ουστίνωφ. Είχε μάθει για τον ερχομό μας και ζήτησε να με δει, επειδή σκηνογράφησα σχεδόν όλα τα έργα του που ανέβηκαν στην Κύπρο. Μου φίλησε το χέρι κατασυγκινημένος και αργότερα στο γραφείο μού έδειξε τις αφίσες που είχα ζωγραφίσει για τα έργα του, αναρτημένες στον τοίχο.

Θυμάμαι πάντα με αγάπη αυτό το πρώτο παιδικό έργο. Ίσως πίστευαν όλοι ότι μια γυναίκα κάνει καλύτερη δουλειά για τα παιδικά έργα, δεν είναι βέβαια έτσι. Το θεατρικό έργο έχει τους ίδιους προβληματισμούς και ανάγκες είτε είναι για μεγάλους είτε για μικρούς. Καμιά φορά χρειάζεται μεγαλύτερη φαντασία και ευρηματικότητα για το παιδί θεατή. Έχει πιο πολλές απαιτήσεις, πιο ευαίσθητες κεραίες.

Μπορείτε να μας πείτε κάποιες άλλες στιγμές αυτής της πορείας σας, τις οποίες θυμάστε ιδιαίτερα;

Με τη δυναμική ομάδα των ηθοποιών, τη ραχοκοκαλιά κάθε έργου, με δένει εκτίμηση και αγάπη μέσα στο χρόνο. Εκείνο που μένει στις σκέψεις μου και την καρδιά μου είναι η συνεργασία μου με τον κόσμο του θεάτρου. Είναι μια πορεία πολλών χρόνων, κυρίως στις σκηνές του ΘΟΚ αλλά και στο ελεύθερο θέατρο, στο Θέατρο Ένα του Αντρέα Χριστοδουλίδη και την ΕΘΑΛ της Λεμεσού με διευθυντή τον Μηνά Τίγκιλη. Δούλεψα με όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες του ΘΟΚ και πραγματικά είχα τη χαρά να μην έρθω σε σύγκρουση με κανένα. Από το τεχνικό προσωπικό έχω τις καλύτερες αναμνήσεις. Ξεχώριζα τον Μάστρε Λοΐζο, που η πείρα και η δεξιότητά του έδινε λύσεις σε όλα τα προβλήματα. Έργα που μένουν ιδιαίτερα στη μνήμη μου είναι απ’ τα παιδικά Το βαρελάκι με το μέλι και από τον ΘΟΚ Το θαμμένο παιδί, Αχ αυτά τα φαντάσματα, η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας, Καληνύχτα μητέρα, Ατσάλινες Μαγκνόλιες και στο Θέατρο Ένα Η γυναίκα με τα μαύρα και Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια στην ΕΘΑΛ.

Άγρια χρόνια, αβάστακτα για τον ελληνικό λαό, που είχε πολλούς νεκρούς και άλλους που για χρόνια βασανίστηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Φτώχεια που εξόντωνε και ρήμαζε τη ζωή του απλού λαού. Όλα αυτά που βασανιστικά κλείνονταν στην ψυχή μου και καθόριζαν τη ζωή μου. Αυτά όλα τα έκρυβα μέσα μου, ώσπου ήρθε η στιγμή να γίνουν κείμενο και βιβλίο.

Πρόσφατα παρουσιάστηκε στην Κύπρο το βιβλίο Μεγαλώσαμε όπως τα αγριόχορτα. Ποια ανάγκη σάς έσπρωξε σ΄ αυτό το βιβλίο;

Σκεφτόμουν πως θα ‘θελα ν’ αφήσω στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τις ώρες και τις εμπειρίες που έζησα πριν έρθουν στη ζωή μου. Γεννήθηκα λίγο πριν την κήρυξη του πολέμου στην Ελλάδα από τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς Ναζί του Χίτλερ. Σκληρά χρόνια, απάνθρωπα για τα παιδιά, αν μάλιστα στην οικογένεια έρχονται η φυλάκιση του πατέρα και μιας κόρης, ο σκοτωμός του πρώτου αγοριού στα δεκαεπτάμισί του χρόνια. Ήρθαν και οι διωγμοί για τις ιδεολογικές στάσεις. Άγρια χρόνια, αβάστακτα για τον ελληνικό λαό, που είχε πολλούς νεκρούς και άλλους που για χρόνια βασανίστηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Φτώχεια που εξόντωνε και ρήμαζε τη ζωή του απλού λαού. Όλα αυτά που βασανιστικά κλείνονταν στην ψυχή μου και καθόριζαν τη ζωή μου. Αυτά όλα τα έκρυβα μέσα μου, ώσπου ήρθε η στιγμή να γίνουν κείμενο και βιβλίο.

Υπάρχει σκέψη για κάποιο άλλο βιβλίο;

Προς το παρόν όχι. Πολύ με πόνεσε αυτό. Οι μαρτυρίες από πρόσωπα που γνώρισα έγιναν ένα με μένα και γι’ αυτό πολλές φορές μιλώ στο πρώτο πρόσωπο. Ελπίζω να ηρεμήσω πια.

Την πορεία σας συνεχίζει με επιτυχία ο γιος σας Εδουάρδος Γεωργίου. Συζητάτε μαζί του τις σκηνογραφίες του; Όχι. Εργάζεται χωρίς να συζητάμε. Mε εκείνους που συνεργάζεται, φυσικά, ανταλλάσσει σκέψεις και γνώμες. Μετά την πρεμιέρα του έργου, όμως, κουβεντιάζουμε πολύ.

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους σκηνογράφους;

Δεν θα το έλεγα συμβουλή. Άποψη θα σας εκφέρω. Το πρώτο βήμα είναι η γνωριμία και η γνώση του θεατρικού έργου. Αυτό πρέπει να σεβαστείς και να υπηρετήσεις. Όταν εκφράζει ιδέες και ιδανικά, καλό θα είναι να ταιριάζει με τα δικά σου. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσες να υπηρετήσεις κάτι με το οποίο διαφωνείς. Η συνεργασία με όλους τους παράγοντες της παράστασης είναι βασικό στοιχείο μιας σωστής δουλειάς. Είπαμε ότι το θέατρο είναι ομαδική τέχνη. Δεν μπορεί να γίνεται πεδίο διαφορετικών απόψεων. Συνεργασία και σεβασμός όλων των παραγόντων. Ο κάθε ένας θα έρθει να βοηθήσει, ώστε το αποτέλεσμα να είναι το καλύτερο δυνατό. Μελέτη και σκληρή ευσυνείδητη δουλειά.

Σεβασμός στις ιδέες που θέλει να προβάλει ο θεατρικός συγγραφέας. Ιδιαίτερα στα κλασικά έργα. Τα μεταμοντέρνα πειράματα μόνο στα μεταμοντέρνα έργα. Τα κοστούμια στο έργο μπορεί να έχουν- και πρέπει να έχουνσημαντικό ρόλο στην εντύπωση που δημιουργείται. Μελέτη της εποχής αλλά και της προσωπικότητας που έχει ο ήρωας. Να δίνει το χαρακτήρα, την εποχή, αλλά ακόμα και την κοινωνική τάξη που ανήκει. Στοιχεία σύγχρονα μπορούν να υπάρχουν ως νύξεις. Ο ηθοποιός να νιώθει το κοστούμι του μέρος του εαυτού του. Κανένα κλασικό κείμενο δεν έγινε αθάνατο απ’ το σκηνικό του ή τα κοστούμια. Αυτά ξεχνιούνται. Είναι εφήμερα. Ο λόγος μένει αθάνατος, αν είναι τέτοιος.