Με αφορμή… Ρεπερτόριο ΘΟΚ 2017-2018

Με αφορμή την ανακοίνωση του ρεπερτορίου του ΘΟΚ για το 2017-2018, μιλήσαμε με τον Σάββα Κυριακίδη, Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Οργανισμού:

Πώς έγινε η επιλογή του ρεπερτορίου και πόσο σας αντιπροσωπεύει, λαμβάνοντας υπόψη ότι αναλάβατε την καλλιτεχνική διεύθυνση μόλις στις αρχές Μαΐου;

Αν και ο χρόνος υπήρξε αρκετά πιεστικός, η τελική σύνθεση του ρεπερτορίου αλλά και η συνολική του φιλοσοφία εκφράζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίληψή μου για τη λειτουργία του κρατικού μας θεάτρου. Εξάλλου, οφείλω να ομολογήσω ότι μετά την ανακοίνωση του διορισμού μου και μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων μου, είχα κάνει μια σχετική προετοιμασία, η οποία διευκόλυνε το τελικό αποτέλεσμα.

«Ο άλλος», η θεματική γι’ αυτή τη χρονιά: Ποιες εκφάνσεις του «άλλου» θα παρακολουθήσουμε στον ΘΟΚ; Τι σημασία έχει για σας να υπάρχει θεματικός άξονας στο ρεπερτόριο;

Ένας κεντρικός άξονας -όχι κατ’ ανάγκη θεματικός- είναι ένα «εργαλείο» δουλειάς, που βάζει σε πλαίσια τις τελικές επιλογές. Παράλληλα, μπορεί να πυροδοτήσει και άλλες σκέψεις, δράσεις, ενέργειες, που γεννιούνται από το ρεπερτόριο και διευρύνουν την παρέμβαση του θεάτρου στην κοινωνία. Για παράδειγμα, ο φετινός άξονας, τόσο στη γενική του σύλληψη όσο και στις επιμέρους εκφάνσεις του («ο άλλος» ως προς τη στάση ζωής απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο, ως προς την αντισυμβατική συμπεριφορά, «ο άλλος» ως άτομο με «ειδικές δεξιότητες», ως τρίτη ηλικία ή ως σεξουαλικά «διαφορετικός») θα μπορούσε να προσφέρει αφορμές προβληματισμού, όχι μόνο μέσα από τις παραστάσεις των έργων, αλλά και μέσα από παράλληλες εκδηλώσεις, συζητήσεις και θεωρητικές προσεγγίσεις των θεμάτων που θίγει.

Η εμπιστοσύνη σε νέους Κύπριους σκηνοθέτες είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της χρονιάς. Ακόμα και οι μετακλήσεις φαίνονται αρκετά προσεκτικές: ένας σκηνοθέτης κυπριακής καταγωγής και ο Ούβε- Χάουζ, που έχει συνδέσει το όνομά του με μερικές από τις σημαντικές σελίδες του κυπριακού θεάτρου. Αυτή η επιλογή αποτελεί και μια προσπάθεια αποσυμπίεσης της έντασης που είχε δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, με την κριτική για τον μεγάλο αριθμό μετακλήσεων που υπήρχε ή μια συνειδητή επιλογή και στροφή;

Θεωρώ, κατ΄αρχάς, ότι κάθε κρατικό θέατρο οφείλει να δείχνει εμπιστοσύνη στο δυναμικό της χώρας του. Θεωρώ, παράλληλα, μάλλον άδικη την ισοπεδωτική κριτική για τις μετακλήσεις, καθώς, αν κανείς μελετήσει τους αριθμούς τα τελευταία 3-4 χρόνια, θα δει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ακραία όσο, κάποιες φορές, παρουσιάζονται. Ίσως η συγκυρία της τελευταίας περιόδου δημιούργησε αυτήν την εντύπωση. Σπεύδω να τονίσω ότι δεν προτίθεμαι να κάνω διπλωματικές κινήσεις, αλλά να δώσω ευκαιρίες στους καλλιτέχνες της Κύπρου, διατηρώντας παράλληλα την εξωστρέφεια που χρειάζεται ο ΘΟΚ. Το φετινό «δείγμα», με την πρόσκληση ενός καταξιωμένου σκηνοθέτη από το εξωτερικό, είναι ένα μοντέλο που θα ήθελα να ακολουθήσω. Επίσης, οι όποιες μετακλήσεις από την Ελλάδα -και μιλώ κυρίως για σκηνοθέτες, σκηνογράφους κ.λπ. θα βασιστούν σε μια συγκεκριμένη λογική, που θα εντάσσεται στη γενική φιλοσοφία της διεύθυνσης του Οργανισμού.

Αντιλαμβάνομαι ότι θα χρησιμοποιηθούν και παλαιότεροι σκηνοθέτες από Κύπρο τα επόμενα χρόνια;

Πρόθεσή μου είναι να συνομιλήσω με καλλιτέχνες από όλες τις γενιές και να διερευνήσω την πιθανότητα να έχουμε μια γόνιμη συνεργασία μαζί τους.

Μια σημαντική καινοτομία είναι η ανάθεση, για πρώτη φορά εξ όσων γνωρίζω, σε συγγραφέα να γράψει έργο, μια τακτική αρκετά συνηθισμένη σε άλλες χώρες. Είναι κάτι που θα επαναληφθεί και με ποια κριτήρια θα επιλέγονται οι συγγραφείς;

Ναι. Τολμώ να πω ότι θα επιθυμούσα να θεσμοθετηθεί. Και, γιατί όχι, να διευρυνθεί. Θα απευθυνθούμε στους συγγραφείς εκείνους που θα θεωρήσουμε ότι η συνεργασία μαζί τους θα έχει ένα αμφίπλευρο κέρδος.

Καινοτομία επίσης είναι οι «Δράσεις» στο θέατρο Αποθήκες ΘΟΚ. Ποιος ο σκοπός αυτών των Δράσεων; Οι καλλιτέχνες που τις ανέλαβαν θα έχουν να διαχειριστούν ένα κονδύλι για τη διεξαγωγή τους;

Με τις «Δράσεις» στις Αποθήκες θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα πιο ευέλικτο καλλιτεχνικό πρόγραμμα και να απευθυνθούμε, κυρίως, στη νέα γενιά, διευρύνοντας συγχρόνως το κοινό μας. Έχουμε εμπιστευτεί δύο ταλαντούχους νέους καλλιτέχνες, τον Στέφανο Δρουσιώτη και τον Παναγιώτη Λάρκου, που έχουν ευρείες καλλιτεχνικές ανησυχίες και οι πρώτες συζητήσεις μαζί τους ενόψει της σύνθεσης των «Δράσεων» αυτών είναι πολύ αισιόδοξες. Πράγματι, σε συνεργασία με το Δ.Σ. και τη Διεύθυνση θα διαχειριστούν κάποια δεδομένα, οικονομικά και άλλα, για να υλοποιήσουν τη σκέψη τους. Η θεματική τους, ωστόσο, θα έχει τη δική της αυτονομία.

Η επιλογή της καλοκαιρινής παραγωγής αρχαίου δράματος θα γίνει αντιλαμβάνομαι αργότερα. Θα συνεχίσει η στόχευση των τελευταίων χρόνων για σχεδιασμό παράγωγης που θα μπορεί οπωσδήποτε να «περάσει» Επίδαυρο;

Δεν γνωρίζω ποια θα είναι η πολιτική της Διεύθυνσης του Ελληνικού Φεστιβάλ και αν θα προβλέπεται η δυνατότητα επαναλαμβανόμενης παρουσίας του ΘΟΚ στην Επίδαυρο. Εμείς θα σχεδιάσουμε μια παραγωγή αρχαίου δράματος που θα μας εκφράζει αισθητικά και καλλιτεχνικά. Αυτό είναι το κεντρικό ζητούμενο. Φυσικά και θα επιθυμούσαμε, μαζί με την παρουσία μας στην Κύπρο, να δείξουμε τη δουλειά μας και στην Ελλάδα. Αυτό, ωστόσο, είναι μια απόφαση που πρέπει να πάρουμε με το Διοικητικό Συμβούλιο, σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα, που δεν είναι μόνο καλλιτεχνικά.

Ίσως είναι ακόμα νωρίς, αλλά έχετε μήπως μια εικόνα για τη συνέχεια, για το ρεπερτόριο των επόμενων θεατρικών περιόδων;

Είναι πράγματι νωρίς. Αυτήν την περίοδο οι προσπάθειές μας συγκεντρώνονται στην όσο το δυνατό καλύτερη υποστήριξη της καλοκαιρινής μας παραγωγής, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι μια εξαιρετική δουλειά, γεμάτη ενέργεια και πάθος. Μια ομαδική εργασία υψηλού αισθητικού και υποκριτικού επιπέδου, για την οποία είμαι πολύ ικανοποιημένος.

Το ρεπερτόριο του ΘΟΚ για το 2017-2018 εδώ