Μια άγνωστη, χιουμοριστική συνάντηση των δύο ποιητών στη Λεμεσό

unnamed

Ανοιχτός ορίζοντας

100 χρόνια από το θάνατο του Βασίλη Μιχαηλίδη- 80 χρόνια από το θάνατο του Δημήτρη Λιπέρτη

Μια άγνωστη, χιουμοριστική συνάντηση των δύο ποιητών στη Λεμεσό

Όταν ο Β. Μιχαηλίδης (1849-1917) εργαζόταν ως επιστάτης στο Νοσοκομείο της Λεμεσού, ο φαρμακοποιός Γεώργιος Βοντιτσιάνος τον ενημέρωσε ότι θα τον επισκεφθεί από τη Λάρνακα ο ποιητής Δ. Λιπέρτης (1866-1937), ο οποίος συνήθιζε να καταναλίσκει οινοπνευματώδη ποτά σε μεγάλες ποσότητες. Έτσι, όταν ο Δ. Λιπέρτης πήγε στη Λεμεσό, ο Β. Μιχαηλίδης τού γέμισε το ποτήρι από μια «διπλόποτσαν (χιλιάρικο) κρασί». Τότε ανάμεσα στους δύο ποιητές διημείφθη η εξής στιχομυθία:

«Πκιε να πκιούμεν, τζ’ ο Θεός να πλερώσει, Δημητράκη μου».

«Ευχαριστώ, Βασίλη. [...] Δεν πίννω».

«Πκιε, Δημητράκη μου, πκιε τζ’ άησ’ τα μασκαραλλίκκια».

«Μα ευχαριστώ, Βασίλη, δεν πίννω».

«Αν στενοχωρκέσαι ’πού μέναν, βάλε κόσσινον».

«Ποττέ να στενοχωρηθώ ’πού σέναν; Ούτε λόγος. Δεν πίννω».

«Στην Σκάλαν πίννεις έναν καρατέλλον τζαι ’δά μέσα κάμνεις τον άγιον».

«Πκοιος σου το είπεν πως πίννω στην Σκάλαν;»

Όταν ο Β. Μιχαηλίδης τού ανέφερε ότι την πληροφορία αυτή του την είχε δώσει ο Γ. Βοντιτσιάνος, «οι δύο ποιητές ξέσπασαν στα γέλια» (μαρτυρία Λοΐζου Φιλίππου: 1937).

Μια υπόθεση εργασίας είναι ότι η παραπάνω μαρτυρία δόθηκε στον Λ. Φιλίππου από τον ίδιον τον Δ. Λιπέρτη, με τον οποίον, όπως είναι γνωστό, ο Παφίτης μελετητής διατηρούσε άριστες σχέσεις. Εξάλλου, μια τόσο λεπτομερή στιχομυθία (και σε μια, έτσι κι αλλιώς, ιδιωτική συνάντηση των δύο ποιητών στη Λεμεσό) δεν θα μπορούσε να τη γνώριζε κάποιος μη αυτήκοος μάρτυρας. Ας μην ξεχνούμε, άλλωστε, ότι και σε άλλες περιπτώσεις ο Δ. Λιπέρτης έχει διασώσει σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Β. Μιχαηλίδη. Για παράδειγμα, σε επιστολή του (από Λευκωσία, 2.6.1934) προς τον Γλ. Αλιθέρση, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Β. Μιχαηλίδης «πριν ή αναχωρήση διά το εξωτερικόν, έγραψε επί του τοίχου ενός δωματίου της Μητροπόλεως [στη Λάρνακα] το κάτωθι ποίημα [εννοεί το άτιτλο ποίημα που ξεκινά με το στίχο “Στ’ ανάκτορά σου, άνασσα, να μεταβώ σκοπεύω”], και τούτο διά να πειράξη τον μητροπολίτην Κυπριανόν, όστις […] δεν τον είχε περί πολλού» (Παύλος Παρασκευάς: 1998).

Τη συνάντηση των δύο ποιητών πρέπει να την τοποθετήσουμε, αρχικά, ανάμεσα στα χρόνια 1879-1901, όταν δηλαδή ο Β. Μιχαηλίδης εργαζόταν ως επιστάτης στο Νοσοκομείο της Λεμεσού. Ωστόσο, το μεγάλο αυτό διάστημα θα μπορούσε ίσως να περιοριστεί, γιατί, σύμφωνα με τον Λ. Φιλίππου, ο Δ. Λιπέρτης επισκέφθηκε τον Β. Μιχαηλίδη «όταν εμεγάλωσε». Επομένως, ο terminus post quem πρέπει να τοποθετηθεί τουλάχιστον 8-10 χρόνια αργότερα, αφού το 1879 ο Δ. Λιπέρτης ήταν μόλις 13 χρόνων. Από την άλλη, όμως, αν και ο Β. Μιχαηλίδης χρησιμοποιεί στην παραπάνω στιχομυθία τον υποκοριστικό/θωπευτικό τύπο «Δημητράκης», θα ήταν παρακινδυνευμένο να περιοριστεί και ο terminus ante quem, όχι μόνο γιατί ο Β. Μιχαηλίδης ήταν, έτσι κι αλλιώς, 17 χρόνια μεγαλύτερος (και, άρα, θα δικαιολογείτο, εν μέρει, μια τέτοια επιλογή), αλλά και γιατί, αν κρίνουμε από τους τίτλους ακόμη και εργασιών που δημοσιεύτηκαν ύστερα από το θάνατο του Δ. Λιπέρτη, φαίνεται ότι μερικά άτομα από το οικογενειακό και το φιλικό περιβάλλον του χρησιμοποιούσαν συνήθως τον υποκοριστικό τύπο του ονόματός του (βλ. π.χ. τη μεταθανάτια εργασία του Σάββα Χρίστη με τίτλο «Δημητράκης Θεοφάνη Λιπέρτης…», 1945).

Πάντως η φιλολογική έριδα που χώρισε τους μελετητές σε «μιχαηλιδικούς» και «λιπερτικούς» (και εκδηλώθηκε κυρίως μέσα από τις στήλες των περιοδικών Κυπριακά Γράμματα και Πάφος) δεν πρέπει να άφησε ανεπηρέαστο τον Δ. Λιπέρτη, ιδιαίτερα από τα τέλη του 1934 κ.ε. Αλλιώς πώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς το μένος του απέναντι στον Αντώνη Κ. Ιντιάνο, ο οποίος ήταν ο πιο ένθερμος θιασώτης της ποίησης του Β. Μιχαηλίδη, αλλά και ο μελετητής που τοποθέτησε την ποίηση του Δ. Λιπέρτη στις πραγματικές της διαστάσεις, απομυθοποιώντας τις διάφορες διθυραμβικές κρίσεις που διατυπώθηκαν για το έργο του κατά καιρούς; Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο Δ. Λιπέρτης ένιωθε πικραμένος από τη στάση του Α. Κ. Ιντιάνου, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι από το 1934 κ.ε. άρχισε να αντιμετωπίζει ανταγωνιστικά και την ποίηση του Β. Μιχαηλίδη. Αρκεί να αναφέρουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα κειμένου του Γλαύκου Χρίστη, ο οποίος είναι συγγενής του Δ. Λιπέρτη: «Θυμάμαι τον βάρδο της Κύπρου ή τον “εθνικό ποιητή” της Κύπρου, όπως τον απεκάλεσαν, Δημήτρη Λιπέρτη. Σε προχωρημένη ηλικία. [...] Δυο καλά λογοτεχνικά περιοδικά εκδίδονταν τότε. Τα Κυπριακά Γράμματα και η Πάφος. [...] Για κάποιο λόγο η Πάφος πρόβαλλε πολύ τον Λιπέρτη, και τα Κυπριακά Γράμματα τον άλλο βάρδο της Κύπρου, Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο Λιπέρτης έβλεπε σαν να γινότανε σε βάρος του η προβολή του δεύτερου κι αυτό τον πίκραινε» (Γλ. Χρίστης: 2003).

Δρ Κυριάκος Ιωάννου, Φιλόλογος

(Τροποποιημένη αναδημοσίευση από το περιοδικό Μικροφιλολογικά).