Μια γνώμη για το κείμενο των “Φυλών” της Νίνα Ρέιν

Σημεία κοινού

Μια γνώμη για το κείμενο των Φυλών της Νίνα Ρέιν

Η παράσταση «Φυλές» που ανεβάζει ο ΘΟΚ έχει λάβει εξαίρετες κριτικές κυρίως για το υψηλό επίπεδο θεατρικού θεάματος που προσφέρεται στο κοινό, αλλά και για τη διεισδυτική ματιά σε μια δυσλειτουργική οικογένεια με επικέντρωση στη δυσχέρεια επικοινωνίας μεταξύ των μελών της. Τα μηνύματα του έργου περί της σημασίας της γλώσσας, της αλληλεπίδρασης ομιλίας και ακοής και των εναλλακτικών μεθόδων έκφρασης συναισθημάτων μεταδίδονται εύστοχα, όπως και το γλυκόπικρο μεταίχμιο στον καθορισμό του ανήκειν που η πορεία των κωφών χαρακτήρων του έργου συμβολίζει.

Οι κριτικοί θεάτρου έχουν παραθέσει την άποψή τους για το έργο με έμφαση, όπως οφείλουν , στην παράσταση. Αν ξεχάσουμε για λίγο ότι το θέατρο είναι οπτικοακουστικό θέαμα, ότι πάμε για να απολαύσουμε ερμηνείες, να εκτιμήσουμε τις σκηνοθετικές εμπνεύσεις και τα τεχνικά μέσα, αν αγνοήσουμε τις παραστατικές προσεγγίσεις και επικεντρωθούμε μόνο στο λόγο, αν το απογυμνώσουμε ως ένα κείμενο που μια παράσταση αναδεικνύει, το ζητούμενο είναι να φύγουμε από την αίθουσα σε κατάσταση περισυλλογής, προβληματισμού, ίσως σοφότεροι, ίσως μπερδεμένοι. Να έχουμε αισθανθεί, εν κατακλείδι, ένα είδος κλονισμού σκέψεων και ψυχισμού. Αν απομονώσουμε το έργο από την παράσταση, το κείμενο «Φυλές» παρέχει άφθονη τροφή για εσωτερικές διαβουλεύσεις.

Φοβάμαι ότι, εν τέλει, το κείμενο του έργου μας καθοδηγεί σε παράδοξα μονοπάτια, όσον αφορά τη γνωριμία μας με την πραγματικότητα μιας αναπηρίας, το χειρισμό της διαφορετικότητας εντός της οικογένειας, αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο και με την αλήθεια των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν κάποια διαταραχή, ενώ αναζητούν την ταυτότητά τους και κατ’ επέκταση τη «φυλή» στην οποία εντάσσονται. Στο πρώτο μέρος του έργου, όντως δίδεται στον θεατή η ευκαιρία να «ρουφήξει» τη γενναιόδωρη ενδόμυχη εισαγωγή στον κόσμο των κωφών , να απολαύσει την αινιγματική γοητεία της νοηματικής γλώσσας και να εισβάλει νοερά σε μια κοινότητα «διαφορετικών». Όσοι από εμάς είχαμε σχετικές εμπειρίες ή ήρθαμε σε επαφή με ομάδες ατόμων με αναπηρίες, αναγνωρίζουμε το «σύστημα» όπως το περιγράφει ο χαρακτήρας της Σύλβια, και, για όσους δεν το γνωρίζουν , πρόκειται για ουσιαστική διαφώτιση. Η ίδια «επιμόρφωση» επιτυγχάνεται σε σχέση με τις διαφορετικές προσεγγίσεις των μελών της οικογένειας του ατόμου με αναπηρία. Ο πατέρας τελεί υπό άρνηση, η μάνα παλεύει για να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του παιδιού της, τα αδέλφια είναι προστατευτικά και έχουνδιαμορφώσει συγκεκριμένους δεσμούς μαζί του. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βύθισμα στον κόσμο των κωφών και γενικότερα της αναπηρίας.

Στο δεύτερο μέρος, η συγγραφέας φαίνεται να έχει αποφασίσει ότι θα υπερέχει πλέον το δράμα. Φαίνεται να αισθάνεται ότι το έχει παρακάνει με το διδακτισμό, ότι έχει προβεί σε αρκετό «spoonfeeding» ώστε ο θεατής να γνωρίσει αυτό τον νέο κόσμο και του έχει μεταδώσει επιτυχώς τη μελέτη περί πολλαπλών επιπέδων επικοινωνιακών δυσκολιών, και επομένως οφείλει πλέον να επιστρέψει στο συμβατικό θεατρικό είδος και να προσφέρει τις απαιτούμενες κορυφώσεις και συγκινήσεις. Κάνει στροφή σε μια παράθεση γεγονότων που θα επιφέρουν μεν τις απαραίτητες, για ένα θέαμα, συγκρούσεις, φαντάζουν δε αμφίβολα ως προς την αξιοπιστία του και μοιάζουν αφύσικα και φτιαχτά για σκοπούς δημιουργίας εντάσεων. Ο κωφός μας ήρωας το παρακάνει με τη λατρεία του προς τη νοηματική γλώσσα και φτάνει μέχρι την παρανομία. Πιο ομαλή και επαρκής η εξέλιξη του χαρακτήρα θα ήταν αν περιοριζόταν στην απαίτησή του να μάθει η οικογένειά του τη νοηματική. Η μετατροπή στη σχέση Μπίλυ και Σύλβιας, ως συνέπεια της σταδιακά αντίστροφα αναλογικής μετεξέλιξής τους, σε θέματα αυτοπεποίθησης, ταυτότητας και αυτογνωσίας, θα μπορούσε να σταθεί ως μια αυτόνομη πτυχή του έργου, αλλά κάπως διαλύεται, όπως και η απελπισία της κοπέλας που κουφαίνεται σταδιακά, που χάνεται ενώ δίδεται έμφαση στα αχρείαστα γεγονότα που περιβάλλουν την οικογένεια-επίκεντρο. Ο Ντάνιελ, έχοντας συστηθεί ως βαθύτατα δυστυχής, μετατρέπεται σε άλλο ένα άτομο με γλωσσική διαταραχή, που προκύπτει προφανώς από ψυχολογικά ζητήματα, δίχως όμως να έχει τεθεί ένα σταθερό υπόβαθρο. Προσωπικά ένιωσα ότι βρέθηκα ενώπιον μιας «ζαβολιάς» της συγγραφέα, μιας παρατραβηγμένης υπόθεσης που θέλει με ευκολία να οδηγηθεί σε μια εκλογικευμένη ολοκλήρωση. Και τελικά, ενώ ένα γενικό, κάπως απλοϊκό, συμπέρασμα που θα εξάγουμε εξερχόμενοι είναι ότι οι λέξεις, τα χείλη και η γλώσσα δεν είναι ο μόνος τρόπος για να επικοινωνούν οι άνθρωποι, που θα ήταν γλυκό αλλά και ρεαλιστικό, αφού το θέμα μας αφορά κοινωνικές πραγματικότητες, συμβαίνει κάτι άλλο -έρχεται μια δεύτερη δυσχέρεια, στην ίδια οικογένεια, που επιφέρει παρόμοια συμπτώματα. Τότε μόνο επιτυγχάνεται η ζητούμενη επικοινωνία.

Αισθάνθηκα ότι δεν μου φέρθηκε τίμια αυτό το έργο. Ίσως γιατί η παράσταση ήταν στημένη με τέτοιον τρόπο που επιβαλλόταν να απορροφήσω και να εμβαθύνω σε κάθε ήχο και κάθε παύση. Διερωτώμαι ακόμη γιατί χρειάστηκαν αχρείαστες και τεχνητές συγγραφικές μέθοδοι όταν η δημιουργός είχε διερευνήσει το θέμα της σε βάθος και είχε την ικανότητα και τη διάθεση να δώσει μια τόσο ενδιαφέρουσα θεματολογία και να χειριστεί μια πλειάδα ερωτημάτων που πλανώνται στον κόσμο μας, στη γειτονιά μας ακόμα. Με τόσες υποσχόμενες προϋποθέσεις, «αυτό που τους συνέβη» (το οποίο έψαχνε, όπως αναφέρει σε συνέντευξή της που περιέχεται στο πρόγραμμα της παράστασης) βγήκε τελικά αφύσικο και επιτηδευμένο, στερώντας τελικά από τον παραλήπτη βαρυσήμαντες για τη ζωή έννοιες προς μελέτη.



Ανθή Ζαχαριάδου

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.