Μιστέρο Μπούφο από τον ΘΟΚ: Το γέλιο δεν αρέσει στους ισχυρούς

Με αφορμή… την περιοδεία του ΘΟΚ με το έργο του Ντάριο Φο Μιστέρο Μπούφο, σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη παρουσιάζουμε αποσπάσματα από το πρόγραμμα της παράστασης:

«Κυρίες και κύριοι, ο τίτλος που διάλεξα για αυτήν τη σύντομη ομιλία είναι ‘’εναντίον των γελωτοποιών’’. Πρόκειται για ένα νόμο του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’, ‘’εκ Θεού ηγεμόνα’’, που στο σχολείο μάς μαθαίνουν να τον θεωρούμε εξαιρετικά φωτισμένο και φιλελεύθερο. Είναι ένας νόμος εναντίον των γελωτοποιών, που δυσφημούν και προσβάλλουν. Ο νόμος επέτρεπε σε όλους τους πολίτες να προσβάλλουν τους γελωτοποιούς, να τους δέρνουν και, αν θέλουν, να τους σκοτώνουν κιόλας, χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να οδηγηθούν στα δικαστήρια και να τιμωρηθούν. Σπεύδω να σας βεβαιώσω ότι ο νόμος αυτός δεν ισχύει πια, οπότε μπορώ ακίνδυνα να συνεχίσω.

[...] Πριν απ’ όλα τ’ άλλα, απόψε δέχεστε τις εγκάρδιες και σοβαρές ευχαριστίες ενός εξαιρετικού Δασκάλου της σκηνής, ελάχιστα γνωστού, όχι μόνο σ’ εσάς και στους λαούς της Γαλλίας, της Νορβηγίας, της Φινλανδίας, αλλά και στο λαό της Ιταλίας. Κι όμως, είναι, μετά τον Σαίξπηρ, ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας της αναγεννησιακής Ευρώπης. Αναφέρομαι στον Ρουτζάντε Μπεόλκο, τον πιο μεγάλο δάσκαλο μαζί με τον Μολιέρο: και οι δύο ήταν ηθοποιοί-θεατρικοί συγγραφείς, που τους χλεύαζαν οι κορυφαίοι άνθρωποι των Γραμμάτων της εποχής τους. Προπάντων, τους περιφρονούσαν επειδή έδειχναν στη σκηνή την καθημερινή ζωή, τις χαρές και την απελπισία των κοινών ανθρώπων· την υποκρισία και την έπαρση των μεγάλων και των ισχυρών· και την ακατάπαυστη αδικία. Και το πιο μεγάλο και ασυγχώρητο λάθος τους ήταν το εξής: λέγοντας αυτά τα πράγματα, έκαναν τους ανθρώπους να γελούν. Το γέλιο δεν αρέσει στους ισχυρούς». Απόσπασμα από την ομιλία του Ντάριο Φο στη βραδιά απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον ίδιο. Ντάριο Φο «Εναντίον των γελωτοποιών» (μτφ. Βασίλης Τομανάς), Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2012

«Φυσικά, η πριν από το Νόμπελ σαρανταπεντάχρονη πορεία του κάθε άλλο παρά ομαλή και ανεμπόδιστη υπήρξε. Γιατί ο αυθεντικός, αιρετικός και προκλητικός Ντάριο Φο, ο βάρδος του πολιτικού θεάτρου για τη γενιά του Μάη του ’68, είχε αναλάβει, δεκαετίες ολόκληρες, το ρόλο του θεατρικού δυναμίτη. Στόχοι του ήταν οι μηχανισμοί της εξουσίας και οι κατεστημένοι θεσμοί, οι στερεότυπες ιδέες και προκαταλήψεις, οι κοινωνικές ανισότητες και μορφές αλλοτρίωσης. Ανοικτός πάντα στα προβλήματα του καιρού του και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, ο Φο συγκαταλέγεται στους σημαντικούς θεατρικούς δημιουργούς, οι οποίοι με συνέπεια και αποτελεσματικότητα ανέδειξαν το θέατρο σε μια δυναμική πολιτικο-καλλιτεχνική οντότητα, ικανή να διασκεδάζει, να καταδεικνύει τις σκληρές όψεις της πραγματικότητας και να προβληματίζει με τη συνδρομή του κωμικού.

Ο Ντάριο Φο γονιμοποίησε τις μεγάλες θεατρικές παραδόσεις από τους λαϊκούς αφηγητές, την κομέντια ντελ άρτε, τους κλόουν, μίμους και καμπαρετίστες ως την αγκίτπροπ και τα κριτικά, μορφοπλαστικά εγχειρήματα πρωτοπόρων του εικοστού αιώνα όπως ο Μαγιακόφσκι. Ιδιοφυής, εκρηκτικός, πνευματώδης, αφομοίωνε τις αντιδράσεις των θεατών και τις επένδυε παραγωγικά στη γραφή του. Ήταν ο σχοινοβάτης που εξισορροπούσε μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου, ανάμεσα στα αιτήματα για αυτοσχεδιαστική έκφραση και λογοτεχνικότητα. Ενεργοποιώντας την κωμωδία, τη φάρσα, την πολιτικοσατιρική επιθεώρηση, το σκετς, όλες τις μορφές του κωμικού γένους, ηγήθηκε ενός ‘’εναλλακτικού θεάτρου’’, πολιτικού και λαϊκού, όπου η θεατρική πράξη συναντούσε την πολιτική δραστηριότητα».

Ελένη Βαροπούλου, Το ζωντανό θέατρο, Άγρα, Αθήνα 2002, σ. 256-259

«Θα ’πρεπε ακόμα να μελετήσουμε με ακρίβεια τις γλωσσικές παραλλαγές, τις διαλέκτους που χρησιμοποιεί ο Ντάριο Φο. Αμφισβητεί την εθνική και φιλολογική γλώσσα, τη γλώσσα που ’χει επιβληθεί μια για πάντα, τη γλώσσα ως ατομική ιδιοκτησία που σέβονται με θαυμαστή ομοψυχία τόσο η σκηνή όσο κι η πλατεία. Απέναντι σ’ αυτήν τη γλώσσα ο Φο ξαναφέρνει στην επιφάνεια και επεξεργάζεται τη ‘’γλώσσα των ζογκλέρ’’ -όπως τη λέει ο ίδιος.

[…] Βλέπετε, ολόκληρο το θέαμα που μας παρουσιάζει, ολόκληρο το Μιστέρο Μπούφο, αυτός ο μονόλογος ενός μίμου που μιλάει και που ο φυσικός του προορισμός είναι ο διάλογος, μας φανερώνει, με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, τη βασική αρχή οποιουδήποτε λαϊκού θεάτρου: την πρωτοκαθεδρία, δηλαδή, και τη μονιμότητα του ανθρώπινου κορμιού απέναντι σ’ όλες τις κοινωνικές μεταμφιέσεις. Μας φανερώνει ακόμη για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που αγαπάει ο Ντάριο Φο- την αξιοπρέπεια του σώματος. Μια αξιοπρέπεια σαρκική, υλική και κυρίως επαναστατική».

Bernard Dort, «Γνήσια επικός ηθοποιός. Ο Φο σχολιάζει με λόγο και παίξιμο», μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, Θέατρο τχ. 40-42, Ιούλης Δεκέμβρης 1974, σ. 79-81

(Στο πρόγραμμα του ΘΟΚ η επιλογή κειμένων έγινε από την Κυριακή Αργυρού)

Μετάφραση: Θωμάς Μοσχόπουλος, Σκηνοθεσία – Μουσική – Στίχοι: Κώστας Γάκης, Δραματουργία: Κώστας Γάκης – Ανθή Φουντά, Σκηνικά – Κοστούμια: Ηλέκτρα Κυθραιώτου, Κίνηση – Χορογραφία: Έλενα Αντωνίου, Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Ευλαμπίου, Βοηθός Σκηνοθέτις: Ανθή Φουντά

Παίζουν: Δημήτρης Αντωνίου, Χάρης Αριστείδου, Πηνελόπη Βασιλείου, Νίκη Δραγούμη, Θανάσης Ισιδώρου, Αφροδίτη Κλεοβούλου, Πάνος Μακρής, Αντωνία Χαραλάμπους

Λεμεσός: Κηποθέατρο, Πέμπτη 12 και Παρασκευή 13 Ιουλίου

Λάρνακα: Παττίχειο Δημοτικό Αμφιθέατρο, Τετάρτη 18 Ιουλίου

Ελ. Αμμόχωστος: Δημοτικό Αμφιθέατρο Δερύνειας, Τετάρτη 25 Ιουλίου

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.