Νίκου Νικολαΐδη της Κύπρου, “Ανθρώπινες και άνθινες ζωές” (αποσπάσματα)

[…] Ό,τι απομένει τώρα είναι να κοιτάξουμε τις μικρές πρόζες του Νίκου Νικολαΐδη. Είν’ εκδομένες σ’ έναν τόμο με τον τίτλο: Ανθρώπινες και άνθινες ζωές, έχουνε όμως δημοσιευτεί και μερικές άλλες σε διάφορα περιοδικά. M’ αυτό το είδος του λόγου έχουν καταπιαστεί πολλοί. Mόνο δυο όμως έχουνε πετύχει οπωσδήποτε: O Zαχαρίας Παπαντωνίου με τους Πεζούς ρυθμούς κι ο Mιχαήλ Pοδάς με τα Aμαρτωλά. Στο βιβλίο του Παπαντωνίου βρίσκουμε αρκετά πεζοτράγουδα καλογραμμένα, πλούσια σε λυρισμό. Tους λείπει όμως η φιλοσοφική διάθεση, ο ποιητικός αυθορμητισμός, η συμπύκνωση της ζωής, οι αδρές εικόνες, το χαριτωμένο ύφος, η απαλότητα κι η απλότητα των Aνθρώπινων και άνθινων ζωών του Nικολαΐδη. Oι μικρές αυτές πρόζες είτε μοιάζουν με μικρά αλλά ιδιόρρυθμα διηγήματα είτε με σκίτσα απ’ τη ζωή είτε με λυρικά παθητικά τραγούδια, που αγκαλιάζουν μόνο μια στιγμή της εσώτερης ζωής του συγγραφέα. Ποικιλία θεμάτων. Πλούτος στην έκφραση. Aδρές πινελιές. Συγκρατημένο λυρικό ξέσπασμα. Ήρεμος στοχασμός. Φυσιολογική ενατένιση των πραγμάτων από μια γαλήνια μοναξιά. Oι Aνθρώπινες και άνθινες ζωές μόνο με κάτι αποσπάσματα από το Γκιουλιστάν του Σααδί μπορούνε να παραβληθούν.

[…] Tεύκρος Aνθίας, «Nίκος Nικολαΐδης», Διαλέξεις περί των κορυφαίων κυπρίων φιλοσόφων και πεζογράφων, Πάφος 1937, σσ. 96-9

Νίκου Νικολαΐδη της Κύπρου, Ανθρώπινες και άνθινες ζωές (αποσπάσματα)

 Ο ΛΕΪΜΟΝΟΚΗΠΟΣ

 ΕΙΧΑΜΕ ένα λεϊμονόκηπο που οι περιστάσεις το ’φεραν να τον αποξενωθούμε.

Τότες που τον κλείσαμε, και δώσαμε το κλειδί στον νέο νοικοκύρη, δεν μας έκανε καμιά εντύπωση.

– Η αρχή του λεϊμονόκηπου ήτανε μια νεραντζιά, είπε ο πατέρας μ’ αλαφριά καρδιά.

Και είχαμε ακόμα στην αυλή μας μια νεραντζιά· στην εποχή, θα ζητούσαμε μπόλι από τον αγοραστή.

Στην εποχή ζητήσαμε το μπόλι.

– Ξέρετε… γείτονα!… για να ’χουμε στη νεραντζιά μας ένα κλώνο λεϊμονιά ν’ αβγοκόβουμε τη σούπα.

Μα ο αγοραστής είπε: «Όχι», μ’ ένα παράξενο τρόπο!

– Πώς είναι δυνατό τέτοιο πράμα.

– Πώς είναι δυνατό τέτοιο πράμα!… είπε. Κι εξακολούθησε να μας αρνιέται – να μας αρνιέται ένα μπόλι από τ’ αποκλάδια του απέραντου λεϊμονόκηπου – με την εντύπωση πως: βέβαια, του ζητούσαμε κάτι που καμιά καλοσύνη δε θα μπορούσε να τον κάνει να πει: «Πάρτε…».

Μας έδωσε όμως ένα καλάθι λεϊμόνια και μας είπε να μη στενοχωριόμαστε να του ζητούμε, οπότα θέλουμε…

Εκείνη τη μέρα κλάψαμε, κλάψαμε την απώλεια του λεϊμονόκηπου.

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

ΕΧΟΥΜΕ στο πατρογονικό μου σπίτι μια γέρικη, άσπρη τριανταφυλλιά.

Καλοπιασμένη, σκαλωμένη στον σαθρότοιχο, τραβά ώς απάνω, κι αδράχνοντας το χαλκά της καμάρας, κατεβαίνει και κρεμιέται από τον παραστάτη της πόρτας.

Κι είναι τόσο γέρικη και στριμμένη μες στα ξεράδια της, τόσο καλοριζωμένη, λες κι είναι συνόκαιρη του σπιτιού μας και γέρασε μ’ αυτό.

Είναι πάντα φορτωμένη τριαντάφυλλα – αμύριστα, μικρούλικα, ασήμαντα – έτοιμη, πάντα, να τα τινάξει απάνω μας…

      σα δάκρυα στη λύπη μας,

σα γέλια στη χαρά μας.

Λένε, στο σπίτι, πως ξεφύλλισε τ’ άνθια της απάνω στο νυφιάτικο πέπλο της μάνας μου, και πως τα πρώτα μου βήματα τα ’συρα πάνω στα στρωμένα της πέταλα.

Εγώ θυμούμαι που λύθηκε σε άνθινα δάκρυα απάνω στο νεκροκρέβατο του πατέρα.

Ω! γέρικη συμπονετικιά τριανταφυλλιά… Αν το μαράζι καταβάλει τη νιότη μου, και πεθάνω πριν σε σωριάσουν τα γερατειά, τίναξε και για μένα λίγα άνθινα δάκρυα.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ

ΜΙΑ συντροφιά μεγάλων αγοριών καθότανε στο ζαχαροπλαστείο. Θέμα της θορυβώδικης κουβέντας τους ήτανε η Γυναίκα· και για μακριές ώρες, τ’ ανεξάντλητο θέμα έβγαινε, γαϊτάνι, από τα λάλα στόματα.

Μια στιγμή μπήκε μια γυναίκα. Πέρασε σιμά τους, έδωσε μια παραγγελία και βγήκε.

Η φανταχτερή λάμψη της, το φρου φρου των φουστανιών της, ο αέρας, το μυρωδικό της επιβάλανε σιωπή. Τα λάλα στόματα κλείσανε, τα παιδιά κοιταχτήκανε πολλή ώρα σιωπηλά, αμήχανα, κι η κουβέντα δεν συνεχίστη.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΑΠΟΨΕ  οι γριούλες πέφτουνε σε μακριές σιωπές. Λίγα λόγια, και πάλι σιωπή.

Μια ασήμαντη αφορμή ανέβασε την παλιά ιστορία – που η κάθε γριούλα φυλάγει στο βάθος του θυμητικού της – και κάτι γλυκό κι απαλό ξαναζεί στις παγωμένες τους καρδιές.

Οι γριούλες πέφτουνε σε μακριές σιωπές, γιατί η καρδιά δεν ξανοίγει στη ζεστασιά της εμπιστοσύνης, για να διηγηθεί «την παλιάν ερωτική ιστορία…».

ΔΙΠΛΟΖΩΗ

ΤΙΣ αυγινές ώρες – πριν ο ήλιος διώξει τις λευκές μουσελίνες που αχνοσκεπάζουν τα δέντρα· και τις βραδινές – μετά, αφού ο ήλιος δύσει, κι απλωθούν οι άλλες, οι μενεξεδιές – βγαίνω αναζητώντας μακρινές αναμνήσεις.

Τις ώρες αυτές, οι ογρές μουσελίνες κρύβουν την ειδή των δέντρων και τις μικρόλογες λεπτομέρειες των πάρκων.

Μέσα στη θολούρα τα κομψά κιόσκια φαντάζουν σαν τ’ απλοϊκά καλύβια, και τα τετράψηλα παλάτια, σαν τα καλλίγραμμα βουνά του χωριού μου.

Τις ώρες αυτές, αγκαλιάζοντας τις μακρινές αναμνήσεις, ζω την περασμένη μου ζωή.

Στο μεταξύ, τις ώρες που ο ήλιος πυρώνει τις στέγες και τις ασφαλτωμένες στράτες – μάταια οι καπνοδόχες ξετυλίγουν ενάντιά του μαύρα κρέπια – μέσα στ’ ανθρώπινο μελίσσι, εργατική μέλισσα κι εγώ, σκύβω στη δουλειά.

Ε, ανάγκη να ζήσουμε!

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

ΠΩΣ από μια κρυφή βαριεστισιά παρατάει κανείς τον τόπο του, τις συνήθειες και τη δουλειά του, και ξεκινάει για ταξίδι αλαργινό; Έτσι κι εγώ μια μέρα, σπάζοντας τις λουλουδένιες αλυσίδες, αλάργεψα από την αγάπη… μα δεν πέρασε πολύς καιρός, και να ’μαι πάλι πίσω, καθώς εκείνονα που, θαρρώντας πως ξεμακραίνει, γυρνά απ’ άλλο μονοπάτι στο ίδιο λημέρι.

– Καλώς τονα!… Τί νέα φέρνεις από το ταξίδι;…

– Πιο γερές, καινούργιες αλυσίδες.

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ του ζωγράφου τη μεγάλη ζωγραφιά:

«Δέντρα ανθισμένα… Ήλιος και λουλούδια στα πράσινα χαλιά… Νερά τρεχούμενα… και φόντο, ο πιο γαλάζιος ουρανός. Μα κάτι λείπει… Λείπει, στο κέντρο της εικόνας, μια ξανθή-αέρινη Κερά, που να δηλώνει την Ανοιξιάτικη Ψυχή… Λείπει το παν!…».

Δεν είδε δυο πεταλούδες που παιχνιδίζουν στη φωτεινή μεριά της ζωγραφιάς, ούτε δυο πουλάκια που ζευγαρώνουν στη σκιά!

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

ΣΤΕΚΕΙ στο παράθυρο η Κυρία. Βλέπει κάτω στον κήπο.

Φυσάει ένας αέρας. – Είναι η πνοή που φέρνει το φθινόπωρο.

Συλλογίζεται πως είναι η εποχή που πεθαίνει ό,τι είναι μαραζωμένο.

Αυτό το ξέρει κι ο αγαπημένος άρρωστος πολύ καλά. Μεθαύριο που θα συρθεί σε τούτο το παράθυρο, θα δει τα φύλλα της βερικοκιάς… κι εκείνο κει, στο βάθος, το νέο πλατάνι.

Κατεβαίνει η Κυρία και παραγγέλλει να κόψουν τη βερικοκιά και το πλατάνι… Να κόψουν και την κληματαριά…

– Γιατί!;… Γιατί!;…

– Έτσι δε θα ’βρει τόπο ν’ ακουμπήσει το φθινόπωρο στον κήπο μας…

Ο άρρωστος ακούει το χτύπο του τσεκουριού.

– Τί κόβουν;!… Τί κόβουν;!… Είναι κανένα σάπιο δέντρο και το κόβουνε μη σωριαστεί και πνίξει τα λουλούδια;

– Κόβουν ένα πλατάνι, μια βερικοκιά και την κληματαριά.

– Γιατί;!… Γιατί;!…

– Για να μη βρει, τάχα, τόπο το φθινόπωρο ν’ ακουμπήσει στον κήπο μας;!…

[...] Ανθρώπινες και άνθινες ζωές. Έτσι, σαν τον ακούραστο συλλέκτη πολύτιμων πετραδιών, περπατά μέσα στη ζωή ψάχνοντας, ψάχνοντας ακόμη και στον ύπνο του, εκείνη την εικόνα, εκείνη τη συνταραχτική μικρή λεπτομέρεια, που ξαφνικά φωτίζουν και βαθαίνουν το νόημα της ζωής. Σκύβει και μαζεύει. Και, ταυτόχρονα, ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται, σε μικρές πρόζες ή σε πολύ μικρά διηγήματα, δουλεμένα και ξαναδουλεμένα μέσα στο μυαλό του, πριν ακόμα να ριχτούν στο χαρτί, μήνες, καμιά φορά και χρόνια ολάκερα, με μια επίμονη, ακούραστη αναζήτηση της καίριας έκφρασης, του ρυθμού της φράσης, του κυματισμού της συγκίνησης, ανακαλύπτοντας τη μόνη λέξη που ταιριάζει, το μόνο ρήμα που λειτουργεί, κι απ’ όλη την γκάμα των σημείων της στίξης, παίρνοντας το μοναδικό, σκαλίζοντας με άφταστη λεπτότητα και σιγουράδα, με τη λίμα, με το γυαλί, με το φελλό και με το βελούδο, γυαλίζοντας, στρογγυλεύοντας, εξευγενίζοντας τις επιφάνειες. Τέλος, κάποια μέρα, η πρόζα κρίνεται άξια να φανερωθεί στο φως. Δημοσιεύεται σε κανένα περιοδικό της Κύπρου ή της Αλεξάνδρειας ή και μόνο απαγγέλλεται σε μερικούς φίλους και ρίχνεται στο πέτσινο δισάκκι του συλλέκτη των «Ανθρώπινων και άνθινων ζωών». Είναι κάτι αριστουργηματικές καμέες, υποδείγματα ύφους και γλώσσας, σκληρές κι αρμονικές, τελειωμένες, απρόσβλητες από τα χρόνια και τους συρμούς. Κι η αρμονία της φόρμας τους, η στιλπνότητα της επιφάνειάς τους, η ευγένεια της υφής τους, ισορροπούνται και σφιχτοδένονται από το μυστικό πυρήνα της ύπαρξής τους, το νόημα της πρόζας, που πότε είναι μια συμβολική εικόνα, πότε μια λυρική ιδέα, πότε μια νοσταλγική ανάμνηση και πάντα, πάντα, ένα κρύσταλλο από την πείρα και την πλατύτατη εποπτεία της Ζωής. [...]

Στρατής Τσίρκας, «Ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης», Αλεξανδρινή Λογοτεχνία, Αλεξάνδρεια 1950, σσ. 59-79.

Αποσπάσματα από την έκδοση: Νίκου Νικολαΐδη της Κύπρου, Ανθρώπινες και άνθινες ζωές, σε επιμέλεια Λευτέρη Παπαλεοντίου. Μικροφιλολογικά τετράδια 24, (2017) Παράρτημα του περιοδικού μικροφιλολογικά (αρ.42)

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.