“Ο Αλαβροστοισειώτης” στην Κύπρο: Μια έμμετρη γλώσσα που κουβαλάει ένα καθαρά υπαρξιακό φορτίο

@Ζωής Τριανταφύλλου

Συνεντεύξεις στον Αντώνη Γεωργίου
Ο Αλαβροστοισειώτης του Παύλου Λιασίδη ανέβηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία του Νίκου Χατζόπουλου. Η αρχική ιδέα για το ανέβασμα του έργου ήταν των ηθοποιών της παράστασης και ήταν μια συμπαραγωγή του Φεστιβάλ με το Σπίτι της Κύπρου «χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί». Μιλήσαμε με τρεις από τους ηθοποιούς, τον Κλείτο Κωμοδίκη, τη Μαρίνα Αργυρίδου και τον Γιωργή Τσουρή που είχε συμμετάσχει και στην παράσταση του Αλαβροστοισειώτη που είχε ανεβεί με επιτυχία το 2002 από τον ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Ανδρέα Τσουρή. Όπως μας ανέφεραν οι ηθοποιοί, «η πλειοψηφία των θεατών στην Αθήνα κατάλαβε την πλοκή και το σύμπαν του Λιασίδη» και σημειώνουν ότι οι ίδιοι δεν αντιμετώπισαν το κείμενο «ως μια καθημερινότητα αλλά ούτε και ως κάτι ξένο. Η βαθιά αγάπη και η ακούραστη φροντίδα του Νίκου για τη γλώσσα ήταν πολύ συγκινητική και ως εκ τούτου καταλυτική για το τελικό αποτέλεσμα».

Η παράσταση του Αλαβροστοισειώτη παρουσιάζεται στην Κύπρο στο Θέατρο ΘΟΚ, Νέα Σκηνή, το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου, στις 7.00 μ.μ. και 9.00 μ.μ. και στο Παττίχειο Δημοτικό Θέατρο Λεμεσού την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου, 8.00 μ.μ.

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΩΜΟΔΙΚΗΣ ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΓΥΡΙΔΟΥ, ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΣΟΥΡΗΣ

  • Μια έμμετρη γλώσσα που κουβαλάει ένα καθαρά υπαρξιακό φορτίο
  • Κατορθώσαμε να παρασύρουμε τους θεατές στο κυπριακό ιδίωμα

Τι σας οδήγησε στην απόφαση να ανεβάσετε αυτό το έργο;

Kλείτος Κωμοδίκης: Όλα ξεκίνησαν πριν δύο χρόνια σχεδόν όταν με τον Γιωργή ψάχναμε ένα έργο να ανεβάσουμε στην Αθήνα, τόσο αόριστα τόσο γενικά. Ψάχνοντας, λοιπόν, μου δίνει ο Γιωργής τον Αλαβροστοισειώτη να τον διαβάσω. Ήταν λοιπόν σαν όλα να έχουν σκηνοθετηθεί από πριν. Η ιδέα ότι ένα ανέβασμα ενός κυπριακού έργου στην κυπριακή διάλεκτο μπορεί να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα όλο και μεγάλωνε στο μυαλό μας. Αρχίσαμε, λοιπόν, όλα αυτά που ονειρευόμασταν δειλά δειλά να τα ζωντανεύουμε. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνουμε ήταν να βρούμε άξιους συνεπιβάτες και καλλιτέχνες που θα ενστερνίζονταν όλα αυτό το εγχείρημα. Και κάπως έτσι μπήκε το νερό στο αυλάκι.

Η ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε τη διάλεκτο που μιλάγανε οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας αποτέλεσε φάρο σε κάθε μας βήμα. Αλλά ο άνθρωπος που μας έκανε την τιμή να ανάψει τον φάρο ήταν ο σκηνοθέτης μας Νίκος Χατζόπουλος. Όταν με τον Γιωργή καταστρώναμε την ιδανική διανομή για την παράσταση, ο Νίκος ήταν το πρώτο και το τελευταίο όνομα που έπεσε στο τραπέζι. Πρώτα η Άνδρη Θεοδότου και έπειτα η Μαρίνα Αργυρίδου και ο Δημήτρης Αντωνίου μπήκαν με ιδιαίτερη χαρά σε αυτό το ονειροπόλο τρένο.

Αν δεν ήταν όμως το Σπίτι της Κύπρου, η κυπριακή πρεσβεία και πιο συγκεκριμένα η Μαρία Παναγίδου, τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ήταν αυτή που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε την ιδέα μας και της έδωσε σάρκα και οστά.

Ο σπουδαίος μουσικός και συνθέτης Σταύρος Λάντζιας με τη μουσική που έγραψε και έπαιξε ζωντανά ήταν το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Η Βασιλική Σύρμα με τα κουστούμια και την σκηνική προσαρμογή, ο Σάκης Μπιρμπίλης με τα φώτα και η Βάλια Παπακωνσταντίνου με τις χορογραφίες συνέβαλαν καταλυτικά στο ανέβασμα της παράστασης.

Ποια ήταν η αίσθησή σας από την κυπριακή διάλεκτο του έργου; Ήταν δύσκολη η κατανόησή της και η ερμηνεία της;
Μαρίνα Αργυρίδου: Η προσωπική μου επαφή με το έργο γέννησε πολλά ερωτήματα γύρω από το πώς χρησιμοποιούνται σήμερα τα κυπριακά ως καθομιλουμένη και ταυτόχρονα πόσο πλούτο κρύβει, πόσα γλωσσικά δάνεια παίρνει από διάφορες χώρες και πόσο βιωματικό και χρηστικό εργαλείο ήταν για τους παλιούς. Ως ομάδα φυσικά και βρεθήκαμε μπροστά σε απορίες, διαφωνίες, σε πρωτάκουστες λέξεις και εκφράσεις, ανατρέχοντας πολλές φορές στο γλωσσάρι του έργου. Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόσες διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στις επαρχίες της Κύπρου και πόσο άρρηκτη σχέση έχει η κυπριακή διάλεκτος με τα αρχαία ελληνικά.

Πώς λειτούργησε η διάλεκτος στην Αθήνα; Νιώσατε να δημιούργησε δυσκολίες στον θεατή που δεν την γνωρίζει;

Μαρίνα Αργυρίδου: Η βασική μας έγνοια εξ αρχής ήταν να μεταφέρουμε τις ατμόσφαιρες του έργου, τις διαθέσεις των χαρακτήρων και την ποιητικότητα του κειμένου. Επιλέξαμε τις 10 πιο άγνωστες λέξεις του έργου, τις τυπώσαμε και τις μοιράσαμε στο κοινό για να αποκτήσουν μια πρώτη οικειότητα με τη συγκεκριμένη διάλεκτο. Η πλειοψηφία των θεατών κατάλαβε την πλοκή και το σύμπαν του Λιασίδη, οπότε πιστεύω ότι πετύχαμε τους στόχους μας. Δεν αντιμετωπίσαμε το κείμενο ως μια καθημερινότητα αλλά ούτε και ως κάτι ξένο. Ο Χατζόπουλος μάς οδήγησε σε εκείνη τη χρυσή τομή, όπου μέσα από τον έμμετρο ποιητικό λόγο υπηρετούσαμε καθημερινά ζητήματα της κυπριακής επαρχίας του ’60. Ασχοληθήκαμε επισταμένα με τους ήχους των λέξεων και τους τονισμούς των φράσεων, ακριβώς γιατί αντιμετωπίσαμε το κείμενο σαν μια μουσική παρτιτούρα. Μέσα από τη μουσικότητα της εκφοράς, την κινησιολογία και τη ζωντανή παρουσία του Σταύρου στο πιάνο θεωρώ πως κατορθώσαμε να παρασύρουμε τους θεατές σ’ αυτό το κυπριακό ιδίωμα. Η βαθιά αγάπη και η ακούραστη φροντίδα του Νίκου για τη γλώσσα ήταν πολύ συγκινητική και ως εκ τούτου καταλυτική για το τελικό αποτέλεσμα. Γιωργής, Κλείτος, Δημήτρης, Άνδρη, Βάλια, Χριστιάνα ήταν το υπόλοιπο team αυτού του dream.

Γιωργή, συμμετείχες στην παλαιότερη παραγωγή του ΘΟΚ με σκηνοθέτη τον Ανδρέα Τσουρή. Τι θυμάσαι από εκείνη την παράσταση;

Γιωργής Τσουρής: Τα πάντα. Καρέ καρέ. Στιγμή τη στιγμή. Για μένα η πρώτη εκείνη παράσταση του Αλαβροστοισειώτη στη Νέα σκηνή του ΘΟΚ, που παίξαμε σε Αθήνα και Λονδίνο, ήταν αποκαλυπτική εμπειρία ως προς το κείμενο και ως προς το πώς η κυπριακή διάλεκτος μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ηθογραφικές πινελιές. Σαν μια έμμετρη γλώσσα που κουβαλάει ένα καθαρά υπαρξιακό φορτίο. Αυτή η παράσταση υπήρξε το έναυσμα για την πρόταση στο Φεστιβάλ. Το γεγονός ότι η παράσταση που έχουμε τώρα στα χέρια μας είναι άκρως διαφορετική, πιστοποιεί την ισχύ αυτού του κειμένου και επιβεβαιώνει ότι -όπως όλα τα κλασικά κείμενα- επιδέχεται πολλά ανεβάσματα. Μεγάλο παράσημο και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι το έργο στην κυπριακή διάλεκτο επικοινώνησε και συγκίνησε και το αθηναϊκό κοινό.

Ο καλλιτέχνης είναι ένα είδος «αλαβροστοισειώτη»;

Γιωργής Τσουρής: Νιώθω ότι ένα μεγάλο κομμάτι του έργου αφορά αυτοαναφορικά τον ίδιο τον ποιητή και την τέχνη του. Η περσόνα του καλλιτέχνη και της μούσας του υπάρχει, πιστεύω, σαν στοιχείο στη σχέση του νεαρού Αντώνη με τις νεράιδες. Χωρίς να θέλω να προκρίνω τον καλλιτέχνη, καλώς ή κακώς η δουλειά του έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που συχνά τον απομονώνουν ή τον βάζουν σε μια συνθήκη κατά την οποία χάριν της τέχνης του υποθηκεύει άλλες πτυχές της ζωής του. Στην περίπτωση των εμπνευσμένων καλλιτεχνών συμβαίνει να γίνονται αυτοί οι άνθρωποι το δοχείο μηνυμάτων που έρχονται από πιο ψηλά. Σαν να αποφλοιώνουν μιαν ήδη υπάρχουσα κρυμμένη αλήθεια. Ο ίδιος ο Λιασίδης σαν αλαβροστοισειώτης ποιητής, στις μεστές ποιητικές του στιγμές, πετυχαίνει να αποτυπώσει και να επικοινωνήσει πράγματα έξω και πολύ πιο πάνω απ’ το γνωσιολογικό του πεδίο. Κοντολογίς, είναι ο καλλιτέχνης ένα είδος αλαβροστοισειώτη; Εγώ λέω ναι. Αλλά να είναι τέτοιος καλλιτέχνης. Σαν τον ποιητή μας.

@Ζώης Τριανταφύλλου
@Ζώης Τριανταφύλλου

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.