Ο Χρόνος ονειρεύεται την πόλη των Τιράνων

Πυραμίδα Εμβέρ Χότζα

Ανοιχτός ορίζοντας:

Ο Χρόνος ονειρεύεται την πόλη των Τιράνων

του Γιώργου Παναγή

Πώς ερωτεύεται κανείς μια πόλη; Παρά την κατά καιρούς προθυμία μου, ποτέ δεν κατάφερα να αισθανθώ κάτι παρόμοιο, τουλάχιστον όχι για τις πόλεις όπου έχω μέχρι τώρα μοιράσει το χρόνο της ενήλικης ζωής μου: το ασυντέλεστο της Θεσσαλονίκης δε με έκανε ποτέ να τη λυπηθώ, ενώ η στιλβωμένη τελειότητα του Βερολίνου δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει. Τα πράγματα μοιάζουν πιο ευοίωνα στην περίπτωση της πόλης των Τιράνων, όπου βρέθηκα πρόσφατα στο πλαίσιο της 18ης Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών, μια πόλη που κατόρθωσε να ξεπεράσει σε φαντασία, επινοητικότητα και αυτοσχεδιασμούς τους δημιουργούς που φιλοξένησε και να τους χαρίσει την εμπειρία της μαγευτικής ελαφρότητάς της.

Διασχίζοντας την πόλη των Τιράνων έχει κανείς την εντύπωση ότι βαδίζει μέσα σε διαφορετικές εποχές και ζώνες εμπειρίας παρά σε οδούς. Αυτή η αταξία του Χρόνου γίνεται αισθητή κυρίως στην περίπτωση εκείνων των υλικών αναμνήσεων που το παρελθόν κληροδοτεί στο παρόν, σε μια τελευταία προσπάθεια να διαιωνίσει τα ίχνη του: τα αξιοθέατα. Oύτε αυτά κατορθώνουν ευτυχώς να γλιτώσουν από την άναρχη ονειροπόληση της Ιστορίας, που αποτελεί ίσως το πραγματικό κλίμα της πόλης των Τιράνων, μια και το νόημά τους τίθεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση, παραμένοντας το ίδιο ρευστό, αμήχανο και δυναμικό με αυτό των μοντέρνων κτιρίων που αναφύονται σε διάφορα σημεία του κέντρου: η αυλή της άδειας έπαυλης του Χότζια φιλοξενούσε κατά τη διάρκεια της Μπιενάλε την εγκατάσταση του διάσημου Μικελάντζελο Πιστολέττο (ένας κύκλος από καρέκλες στα χρώματα της υδρογείου, σύμβολο μιας μοντέρνας κατάστασης εν ενεργεία μπροστά στο σύμβολο ενός ακυρωμένου παρελθόντος), η αλαζονική πυραμίδα που η κόρη του έχτισε για να φιλοξενήσει το πτώμα του πατέρα της μεταμορφωνόταν τα μεσάνυχτα σε αυτοσχέδιο συναυλιακό χώρο-κλαμπ, ενώ, πίσω από το μουσείο μοντέρνας τέχνης, τα εκτεθειμένα αγάλματα του Στάλιν και του Λένιν έμοιαζαν με παραμελημένα σκηνικά μιας παράστασης που αναβλήθηκε.

Από την άλλη το μέλλον δεν παύει να συνωστίζεται στο κέντρο της πόλης, αθρόο και ανυπόμονο: ξενοδοχεία και ουρανοξύστες υπό ανέγερση, το φουτουριστικό λευκό μέταλλο του “Σύννεφου” του Φουτζιμότο μπροστά στην Εθνική Γκαλερί Τέχνης, η υπό κατασκευή τεράστια πλατεία μπροστά από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (μια τεράστια σκακιέρα που απαρτίζεται από πλακάκια ποικίλου υλικού και χρωμάτων), τα μπάνκερς με το εσωτερικό τους γεμάτο με δείγματα μοντέρνας τέχνης, όλα αυτά συνιστούν τους θύλακες μέσα από τους οποίους ο 21ος αιώνας αναβλύζει για να καταλάβει την πόλη των Τιράνων, φιλοδοξώντας να πείσει και να συμπαρασύρει σύσσωμο το Χρόνο της πόλης προς τη δική του κατεύθυνση. Το πιο πιθανό είναι ότι, αργά ή γρήγορα, θα τα καταφέρει, κι εμείς που ζούμε ήδη στο προηγμένο τμήμα της Δύσης, όπου το μέλλον έχει εδώ και καιρό ενσωματωθεί στην καθημερινότητα, νιώθουμε ότι δεν είναι σ’ αυτό που η πόλη οφείλει την αίσθηση της φρεσκάδας, της παθιασμένης αναμονής, της αισιοδοξίας και της δυναμικής της.

Αν τα Τίρανα μοιάζουν στον περαστικό επισκέπτη πιο χαρούμενα από άλλες πόλεις, είναι γιατί έχουν το προνόμιο να βρίσκονται σε εκείνο το ειδυλλιακό μεσοδιάστημα, όπου το παρελθόν αποτραβιέται μέσα στη λήθη, χωρίς ακόμα το μέλλον να έχει προλάβει να επιβληθεί στο παρόν. Σ’ αυτό το είδος του Καθαρτηρίου όπου όλες οι ιδέες, οι ιστορικές φάσεις, οι τρόποι ζωής της Δύσης συναντιούνται ειρηνικά και ασυνάρτητα σαν μέσα σε ένα πελώριο βεστιάριο της Ιστορίας, (το μόνο ίσως είδος παραδεισιακού χώρου που η Ιστορία της Δύσης, με τη μανία της για την ταχύτητα, την πρόοδο και την καινοτομία, κατάφερε να δημιουργήσει) η πόλη των Τιράνων μοιάζει φωτεινή και, παραδόξως, ευτυχισμένη. Ίσως πάλι η εκτίμηση αυτή να μην είναι άλλο από την εγωιστική προβολή ενός κουρασμένου Δυτικού, στον οποίο το μέλλον έχει κιόλας αρχίσει να αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, εδώ με τη μορφή της διάψευσης, εκεί με τη μορφή του τρόμου. Μόνο οι κάτοικοί τους θα μπορούσαν να διαβεβαιώσουν ότι τα Τίρανα είναι πράγματι μια ευτυχισμένη πόλη. Το μόνο που μένει σε μας, εν μέσω της αμηχανίας, είναι να ευχηθούμε στους συμπαθητικούς κατοίκους των Τιράνων το ειδυλλιακό αυτό μεσοδιάστημα να κρατήσει όσο το δυνατό περισσότερο.

Ο συγγραφέας Γιώργος Παναγή (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη για εκδόσεις 2014) συμμετείχε στη φετινή 18η Μπιενάλε Νέων Δημιουργών Ευρώπης και Μεσογείου – MEDITERRANEA 18, η οποία πραγματοποιήθηκε στα Τίρανα και στο Δυρράχιο της Αλβανίας από τις 4 μέχρι τις 9 Μαΐου 2017, εκπροσωπώντας την Κύπρο στον τομέα της Λογοτεχνίας.
Πυραμίδα Εμβέρ Χότζα
Πυραμίδα Εμβέρ Χότζα
 
ΤΙΡΑΝΑ2
Skanderbeg Square, κεντρική πλατεία Τιράνων

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.