Ο κοινωνιολόγος Καίσαρ Μαυράτσας στη χώρα του πελατειακού κορπορατισμού

897

Του Νίκου Τριμικλινιώτη*

Ένας από τους πιο γνωστούς Κύπριους κοινωνιολόγους έχασε τη μάχη για τη ζωή. Ο Καίσαρ Β. Μαυράτσας γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης με διδακτορικό τίτλο στην Κοινωνιολογία (1993). Ήταν Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Είχε κριτικό μυαλό, ήταν καυστικός και σαρκαστικός για τα κακώς έχοντα στην κοινωνία, πάντα έλεγε την άποψή του με θάρρος. Είχε πάθος με την Κοινωνιολογία κι ήθελε να την κάνει ευρύτερα γνωστή, να βγει έξω από το «καβούκι» του πανεπιστήμιου.

Ήθελε να «ανοίξει» ζητήματα κι έτσι να αναπτυχθεί η κοινωνική αμφισβήτηση μέσα από την κριτική κοινωνιολογική σκέψη. Βαθιά επηρεασμένος απόν καθηγητή του Πίτερ Μπέργκερ («Πρόσκληση στην Κοινωνιολογία: Μια ανθρωπιστική προσέγγιση») ήθελε μια επιστήμη που ενθαρρύνει την πληρέστερη κατανόηση του ανθρώπινου κόσμου με σκοπό τη βελτίωσή του.

Τα τελευταία χρόνια, παρά την άνιση μάχη του με τον καρκίνο, ήταν συνεργάτης του «Πολίτη».

Είχε σημαντική συνεισφορά στην ανάπτυξη της κυπριακής κοινωνιολογίας. Ακολουθούσε τη σχολή σκέψης του Μαξ Βέμπερ και ήταν σημαντικός στις συζητήσεις και αναζητήσεις της εποχής μας.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά το 1974 η κυπριακή κοινωνία ορίστηκε από τη ραγδαία οικονομική μεγέθυνση μετά την καταστροφική διαίρεση, ενώ στις παγκόσμιες κοινωνιολογικές αναζητήσεις κυριάρχησαν τα ζητήματα της ταυτότητας.

Ο Μαυράτσας ήταν από τους πρωτεργάτες που μελέτησαν το οικονομικό ήθος της ελληνοκυπριακής ανάπτυξης. Μετέπειτα θα εφεύρει τον όρο «πελατειακός κορπορατισμός» ως μείζον χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας (βλ. «Εθνική Ομοψυχία και Πολιτική Ομοφωνία: η ατροφία της ελληνοκυπριακής κοινωνίας των πολιτών στις απαρχές του 21ου αιώνα», 2003).

Πιο γνωστός είναι ίσως για τις παρεμβάσεις στο ζήτημα της ταυτότητας με τα βιβλίο του «Όψεις του ελληνικού εθνικισμού» (1998) που είναι ίσως το καλύτερο, καθώς άνοιγε δρόμους που πρόβλεπαν τα επακόλουθα.

Ακολούθησε το δεύτερο βιβλίο «Εθνική Ομοψυχία» (2003), όπου συνέδεσε τον εθνικισμό, την ατροφία στην κριτική ως δομικούς λόγους που αναπαράγουν το νεποτισμό και τη διαφθορά στην κυπριακή κοινωνία.

Ιδιαίτερα καυστικός και επικριτικός για τις επικρατούσες αντιλήψεις για την Κύπρο δημοσίευσε το πιο γνωστό ίσως το τελευταίο του βιβλίο «Η Κοινωνία των Χώρκατων» (2012) που προβλήθηκε ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ, ίσως λόγω της χιουμοριστικής διάθεσης, το πιο αμφιλεγόμενο από κοινωνιολογικής άποψης.

Τον γνώρισα το 1996-1997 όταν ήρθα για έρευνα στην Κύπρο: Ήταν πνεύμα ανήσυχο, ανοικτό και έφερνε μαζί του έναν αέρα αλλαγής σ’ ένα καινούριο πανεπιστήμιο σε μια χώρα που άλλαζε ριζικά, όπου πολλοί νέοι έψαχναν για εναλλακτικές προσεγγίσεις. Φιλικός στους νεότερούς του, αεράτος, καυστικός αλλά με χιούμορ, γεμάτος ιδέες, θυμάμαι τις τόσο διεισδυτικές σκέψεις και ενδιαφέρουσες ιδέες του.

Κι αν δεν συμφωνούσε κάποιος με όλα όσα έλεγε περί κοινωνιολογίας ή πολιτικής, ήταν πάντα ένα κριτικό μυαλό, αιρετικός κι ενοχλητικός για το κατεστημένο και τους βολεμένους που δεν φοβόταν να τα βάλει με τους εθνικιστές, το σκοταδισμό της Εκκλησίας και τα διάφορα συμφέροντα.

Δυστυχώς, η (κριτική) Κοινωνιολογία δεν έχει καταφέρει να ανοίξει ριζικό ρήγμα στο βόλεμα και την υποταγή στο κατεστημένο και την εξουσία. Ας κρατήσουμε όμως αυτό το πνεύμα του: την ανήσυχη κι ασυμβίβαστη κριτική απέναντι στα κακώς έχοντα στον κοινωνιολογικό μας ορίζοντα. Η ανοικτή κι ανόθευτη σκέψη είναι παρακαταθήκη στις μελλοντικές γενιές.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας και νομικός, επικεφαλής για θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.