Όπως όταν ο Δαβίδ νικά τον Γολιάθ

Καταχρηστικές χρεώσεις και γενική και αόριστη ενημέρωση του δανειολήπτη
Το σκεπτικό της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου για διαγραφή 43.000 ευρώ από δάνειο

Του Τάσου Περδίου

Κάθε φορά που προκύπτει δικαίωση οποιουδήποτε δανειολήπτη σε διαφορά με τράπεζες, τα επιφωνήματα ικανοποίησης, ανακούφισης και αναπτέρωσης της ελπίδας πρέπει να ακούγονται απ’ άκρη σε άκρη στην Κύπρο. Είναι κλασική περίπτωση Δαβίδ εναντίον Γολιάθ και δίνει ελπίδα σε εκατοντάδες χιλιάδες φτωχούς και καταπιεσμένους, οι οποίοι σ’ ένα σύστημα παντοκρατορίας του τραπεζικού κεφαλαίου, βρίσκονται στη θέση του αδύναμου.

Την περασμένη Τρίτη 9 Μαΐου αποκαλύψαμε στη “Χ” ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δικαίωσε δανειολήπτρια σε διαφορά με τη ΣΠΕ Στροβόλου διαπιστώνοντας καταχρηστικές χρεώσεις 43 χιλιάδων ευρώ από πλευράς της τράπεζας και διατάζοντας τη διαγραφή του ποσού από το λογαριασμό του δανείου.

Σήμερα, παρουσιάζουμε πιο εκτεταμένα αποσπάσματα από το τελικό εύρημα της Διαιτησίας υπ’ αριθμό Δ328/80 ανάμεσα στην κα Χριστιάνα Λιασίδου και τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου Λτδ. Η δανειολήπτρια εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Μιχάλη Δειλινό και η απόφαση εκδόθηκε στις 4 Μαΐου 2017.

Επιτόκιο μετά το ευρώ
Επίκεντρο της υπόθεσης αυτής ήταν η υποχρέωση της τράπεζας για τροποποίηση των επιτοκίων με την ένταξη της Κύπρου στο ευρώ η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της διαιτησίας, παραβιάστηκε από πλευράς του τραπεζικού ιδρύματος και εις βάρος της δανειολήπτριας.

Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη κατέθεσε στη διαιτησία ότι με βάση τον όρο 3(α) της συμφωνίας δανείου, ο οποίος προνοεί το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο κέρδους, η τράπεζα, με την υιοθέτηση του ευρώ, θα αντικαθιστούσε το βασικό της επιτόκιο με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον περιθώριο κέρδους 0,75%, κάτι που δεν έπραξε η τράπεζα η οποία συνέχισε να χρεώνει πολύ υψηλά επιτόκια.

Από την πλευρά της, η ΣΠΕ Στροβόλου υποστήριξε στη διαιτησία ότι είχε δικαίωμα να αυξάνει τις χρεώσεις με βάση τον όρο 4 της συμφωνίας δανείου, ο οποίος προνοεί ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά και των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα.

Έχοντας εξετάσει τις μαρτυρίες που παρουσίασαν οι αντίδικοι, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι όντως, στη συμφωνία δανείου, προστέθηκε και μάλιστα με διαφορετική γραμματοσειρά και εντονότερα γράμματα στο τέλος του όρου 3 (α) της συμφωνίας η εξής πρόνοια:

“Με την υιοθέτηση του ευρώ, το βασικό επιτόκιο θα αντικατασταθεί με το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον περιθώριο κέρδους 0,75% και θα πληρώνεται δύο φορές το χρόνο, την 31η Δεκεμβρίου και 30ή Ιουνίου κάθε έτους”.

Πέραν τούτου, η διαιτησία έκρινε ότι με δεδομένο ότι η συμφωνία υπογράφηκε δύο μήνες πριν την υιοθέτηση του ευρώ η οποία ήταν κάτι δεδομένο και σίγουρο και όχι υποθετικό, τα δύο μέρη συμφώνησαν κατά τρόπο σαφή ότι ανεξάρτητα από τα επιτόκια που αναγράφονται στον όρο 3 (α), δηλαδή βασικό 4,50% και προσαύξηση 0,75%, σύνολο 5,25%, με την υιοθέτηση του ευρώ θα ισχύει το βασικό της ΕΚΤ πλέον προσαύξηση 0,75%. «Η υιοθέτηση του ευρώ δεν ήταν κάτι υποθετικό και αόριστο, διότι σε τέτοια περίπτωση λογικά θα έλεγαν “σε περίπτωση υιοθέτησης του Ευρώ…”» σημειώνεται στην απόφαση.

Το Διαιτητικό Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει εάν ο όρος περί υιοθέτησης του επιτοκίου της ΕΚΤ αναιρεί ή υπερισχύει του δικαιώματος της τράπεζας να μεταβάλλει κατά την κρίση της το επιτόκιο και εν γένει τις χρεώσεις και κατέληξε στο ότι η τράπεζα και ο δανειολήπτης δεν είχαν πρόθεση να διαγράψουν το δικαίωμα της τράπεζας.

Πέραν τούτου, όμως, τόνισε ότι ο όρος 4 τον οποίο επικαλείται η τράπεζα, προνοεί επίσης ότι ο δανειολήπτης πρέπει να λαμβάνει γνώση για τη μεταβολή με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο τρόπο κατά την κρίση της εταιρείας και η μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.

Συνοψίζοντας αυτά τα δεδομένα, το δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος 4 που κατοχυρώνει το δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολών των χρεώσεων, πρέπει να κρίνεται υπό το πρίσμα των προνοιών του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(1)/1996, όπως ήταν σε ισχύ πριν την τροποποίησή του την 9/9/2014 με την οποία εν πάση περιπτώσει ενισχύθηκε περαιτέρω η προστασία του καταναλωτή. “Με αυτό το νομικό καθεστώς, η καθ’ ης η αίτηση είχε δικαίωμα να προχωρήσει σε μεταβολή του περιθωρίου κέρδους της εφόσον υπήρχε σοβαρός λόγος αλλά και υποχρέωση για άμεση ενημέρωση της αιτήτριας και υπενθύμιση προς αυτή του δικαιώματός της για άμεσο τερματισμό της συμφωνίας”, ανέφερε το δικαστήριο φτάνοντας στο κρίσιμο σημείο, δηλαδή στο εάν η τράπεζα ενημέρωσε, ως όφειλε τη δανειολήπτρια για τις μεταβολές στις χρεώσεις.

Στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν από την τράπεζα ανακοινώσεις στον ημερήσιο Τύπο, οι οποίες κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά έγγραφα και καταδεικνύουν χρήση από μέρους της ΣΠΕ του δικαιώματος που της παρέχει ο όρος 4 της συμφωνίας και αυξητική μεταβολή των επιτοκίων τουλάχιστον δύο φορές.

Γενική και αόριστη ενημέρωση από την τράπεζα

Στο δικαστήριο παρατέθηκαν συγκεκριμένα τρεις ανακοινώσεις της τράπεζας σε τρεις διαφορετικές εφημερίδες με τις οποίες, όπως έκρινε το δικαστήριο, δεν εκπληρώθηκε η υποχρέωση της τράπεζας για ενημέρωση του δανειολήπτη για τις μεταβολές στις χρεώσεις. “Στη δεύτερη και τρίτη ανακοίνωση βλέπουμε ότι δεν προσδιορίζεται με τρόπο σαφή συγκεκριμένη μεταβολή του βασικού επιτοκίου ή του περιθωρίου κέρδους από τόσα σε τόσα, αλλά γενικά και αόριστα από 0,25% μέχρι 1,50% (27/10/08) και από 0,25% μέχρι 2,50% (23/1/09).

Είναι αντιληπτό ότι οποιοσδήποτε χρεώστης διάβασε αυτές τις ανακοινώσεις δεν ήταν δυνατό να αντιλήφθηκε ποια μεταβολή επήλθε στο δάνειό του. Το μόνο στοιχείο που ήταν αντιληπτό ήταν ότι στο δάνειό του επιβαλλόταν αυξητική μεταβολή των επιτοκίων. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ενημερωνόταν για το ύψος της μεταβολής. Μόνο γενικά και αόριστα.

Οι ανακοινώσεις στον ημερήσιο Τύπο όχι μόνο είναι γενικές και αόριστες, αλλά προκαλούν και σύγχυση στον κάθε χρεώστη στον οποίο απευθύνονται και κατά συνέπεια δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν εκπλήρωση της υποχρέωσης της καθ’ ης η αίτηση για άμεση ενημέρωση της αιτήτριας.

Περαιτέρω, από όλες λείπει παντελώς η υπενθύμιση προς την αιτήτρια για το δικαίωμά της για άμεσο τερματισμό της συμφωνίας”, έκρινε η Διαιτητής Μαρία Χαραλαμπίδου.

Το σημείο κλειδί της απόφασης ήταν ότι ο όρος τον οποίο επικαλείται η τράπεζα, δεν θα ήταν καταχρηστικός εφόσον η όποια μεταβολή στο επιτόκιο βασιζόταν σε σοβαρό λόγο και αν η αιτήτρια πληροφορείτο αμέσως για τη μεταβολή και της γινόταν υπενθύμιση ότι εδικαιούτο άμεσα να τερματίσει τη συμφωνία.

Επειδή όμως, όπως αποφάνθηκε το δικαστήριο, υπήρξε έλλειψη ενημέρωσης της δανειολήπτριας για οποιαδήποτε επιβαρυντική μεταβολή στο επιτόκιό της συνεπεία της αύξησης του περιθωρίου κέρδους, κρίθηκε ότι ο όρος 4 της συμφωνίας είναι καταχρηστικός και δεν μπορεί να δεσμεύει την αιτήτρια. Ως εκ τούτου, ό,τι επιχειρήθηκε να επιβληθεί ήταν εκτός των πλαισίων της νομοθεσίας, γι’ αυτό και το δικαστήριο δεν εξέτασε καν εάν υπήρχε βάσιμος λόγος αυξητικής μεταβολής του περιθωρίου κέρδους.

“Κατά συνέπεια, ο λογαριασμός της αιτήτριας θα έπρεπε να χρεωνόταν από 1/1/08 με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ πλέον 0,75% περιθώριο κέρδους.

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, κάθε διαφοροποίηση του βασικού επιτοκίου ή αύξηση του περιθωρίου κέρδους που επιβλήθηκε με τις πιο πάνω ανακοινώσεις στον ημερήσιο Τύπο όπως έχουν σχολιαστεί, είναι παράνομη και κάθε ανάλογη χρέωση δέον να διαγραφεί από το οφειλόμενο ποσό της αιτήτριας.

Με βάση την πιο πάνω κατάληξη, από το οφειλόμενο από την αιτήτρια ποσό την 31η Δεκεμβρίου 2014 δέον να διαγραφεί ποσό 42.875,49 ευρώ και διατάσσεται η καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει στη διαγραφή του, ώστε το πράγματι οφειλόμενο ποσό κατά την 31/12/2014 να μειωθεί σε 130.594,50.

Το ποσό των 130.594,50 ευρώ φέρει τόκο από την 1/1/2015 ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ πλέον περιθώριο κέρδους 0,75% πλέον τόκο υπερημερίας, αφού είναι δεδομένους και ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου”, καταλήγει η απόφαση.

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.