Περισσότερο ή λιγότερο;

2069

unnamed

Οι πρώτοι διδάξαντες του λιγότερου κράτους Αμερικανοί, από τον 19ο αιώνα ήδη, κινούνται πολιτικά από το λίγο στο ελάχιστο κράτος. Αυτό ήταν το πρόταγμα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου κατεξοχήν, για να αντιδιαστέλλονται οι πολιτικές τους πρακτικές από εκείνες του αντίπαλου σοβιετικού δέους. «Κατάφερε», έτσι, να γιγαντωθεί ένα κράτος, το αμερικανικό, το οποίο είναι «υπόδειγμα» απρόσωπου και αυταρχικού κράτους διαχρονικά. Η ιστορία ανέκαθεν δίδασκε ότι, στη Δύση τουλάχιστον, δεν διδασκόμαστε από αυτή. Παρόλο που η αμερικανική πολιτεία κατέρρευσε το 1929 από την προϊούσα οικονομική – κερδοσκοπική ασυδοσία, η συνταγή, μακροπρόθεσμα, έμεινε η ίδια: “λιγότερο”, δήθεν, κράτος. Στο τέλος της δεκαετίας του ’90 η ίδια πρακτική προκάλεσε καταστροφικές εκρήξεις στη δυτική οικονομία. «Παραφωνία», η οποία ωστόσο ακούστηκε ηχηρά στις τελευταίες εκλογές στην Αμερική, ήταν ο Μπέρνι Σάντερς. Ήλθε, είδε και απήλθε… Στο τέλος επικράτησε, πάλι, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «ελάχιστου» κράτους! Προεκλογικά, σε όλη τη Δύση, ακούγεται κατά κόρον η γνωστή συζήτηση περί λιγότερου ή περισσότερου κράτους. Στη βάση αυτή διακρίνεται, υποτίθεται, η θιασώτρια του λιγότερου κράτους Δεξιά από την υπέρμαχη του περισσότερου κράτους Αριστερά. Δύο είναι, κατά κύριο λόγο, οι αιχμές του σχετικού διαλόγου. Περισσότερο κράτος σημαίνει λιγότερο ανεξέλεγκτη οικονομία και περισσότερες κοινωνικές παροχές. Λιγότερο κράτος σημαίνει, υποτίθεται, το αντίθετο.

Στο δήθεν δίλημμα για το μέγεθος του κράτους, η απάντηση είναι «όχι στα ψευδοδιλήμματα». Το σύγχρονο δυτικό κράτος δεν μπορεί να είναι, σε καμιά χώρα, περισσότερο από λίγο στις παρεμβάσεις του στην οικονομική ζωή και λιγότερο από πολύ στην απροθυμία του να αποδώσει λογαριασμό στους πολίτες του για τις επιλογές των κυβερνήσεών τους. Η λέξη «υπήκοος» δεν χρησιμοποιείται πια, αλλά οι πολίτες παραμένουν, και σήμερα, υπήκοοι. Υποχρεώνονται, όπως πάντα, να υπακούν.

Το ρήμα υπακούω έχει, σε όλα τα συμφραζόμενα, την ίδια σημασία. Κάποιος από χαμηλά (υπό) ακούει κάποιον που βρίσκεται ψηλά. Ούτε να μιλήσει μπορεί ούτε να προσδοκά ότι θα εισακουστεί αν τολμήσει να μιλήσει. Ως άτομα οι πολίτες – υπήκοοι δεν έχουν φωνή αλλά υποχρεούνται να έχουν ακοή. Ακόμα και όταν ψηφίζουν, στην πραγματικότητα δεν έχουν ατομική υπόσταση. Υποχρεούνται να συμβάλλονται σε συλλογικές υποστάσεις ψηφοφόρων. Αυτό είναι καθοριστικό για τη συνέχεια. Καθένας υπάρχει ως μέρος ενός εκλογικού σώματος που εκλέγει μια κυβέρνηση, όχι ως το άτομο που επιτρέπει σε κάποιους να άρχουν. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το κράτος πάντα θα είναι πολύ σε σχέση με τους πολίτες, που είναι ελάχιστοι, και ατομικά ανύπαρκτοι. Εκτός και αν έχουν προνομιακή σχέση με το κράτος. Τότε, όσο τους το επιτρέπει το κράτος, μοιράζονται μέρος της ισχύος του για να ζουν ως εξαιρέσεις σε σχέση με τους υπολοίπους. Το κράτος πάντα θα είναι λιγότερο απ’ όσο θέλουμε όταν το έχουμε ανάγκη, και πάντα περισσότερο απ’ όσο αντέχουμε όταν θυμάται ότι μας χρειάζεται για να ενισχύσει την υπόστασή του. Η «ποιοτική διαφορά» της δημοκρατίας, με όποια της μορφή, είναι ότι οι πολίτες – ψηφοφόροι ξεχνάνε, χάρη στις εκλογές, τη δεύτερη διάσταση του κράτους και, χάρη στα προεκλογικά υποσχεσιολόγια, την πρώτη του διάσταση. Όσο κι αν πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να καταλάβουν άλλη γλώσσα, οι ίδιοι κουράζονται ν’ ακούν για λιγότερο ή περισσότερο κράτος. Για τους περισσότερους είναι το ίδιο…