“Περιστερώνα” του Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο

Γιώργος Σκοτεινός, Νίκη Μαραγκού, Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, Έλλη Παιονίδου

unnamed

Ανοιχτός ορίζοντας

Περιστερώνα του Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο

(η ιστορία πίσω από ένα ποιήμα)

Ο Ρώσος ποιητής Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, από τους τελευταίους μια μεγάλης γενιάς Σοβιετικών ποιητών, πέθανε σε ηλικία 84 χρονών την 1 Απριλίου.

Το 1977 είχε επισκεφτεί την Κύπρο και έγραψε το ποίημα Περιστερώνα, «ο πρώτος ξένος ποιητής που ένιωσε το δράμα της Κύπρου και το απέδωσε με τόσο τραγικό τρόπο», όπως μας ανάφερε σε παλαιότερη συνέντευξή της η Έλλη Παιονίδου που μας θύμισε εκείνη την επίσκεψη:

«Είμαστε φίλοι για πάρα πολλά χρόνια. Είχα μεταφράσει το μεγάλο επικό ποίημά του Η μάνα και η βόμβα νετρονίου, ένα εκπληκτικό ποίημα. Ειδικά, όμως, θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου η μέρα εκείνη τον Ιούνιο του 1977 που ο Ζένια, όπως τον λέμε, ύστερα από μια επίσκεψη στο προσφυγικό σπίτι του Παύλου Λιασίδη έγραψε το συγκλονιστικό ποίημα Περιστερώνα που στη συνεχεία το μεταφράσαμε. Ήταν ο πρώτος ξένος ποιητής που ένιωσε το δράμα της Κύπρου και το απέδωσε με τόσο τραγικό τρόπο.

Είχαμε πάει όλοι μαζί στο Τσακκιλερό για να συναντήσουμε τον ποιητή Παύλο Λιασίδη και εκεί η κόρη του ποιητή μας άρχισε να εξιστορεί πώς έχασε τον άντρα της στον πόλεμο. Έφευγαν από το χωριό τους, την Περιστερώνα Αμμοχώστου, και θυμήθηκαν ότι είχαν ξεχάσει τον πεθερό της, που ήταν στο περβόλι. Ξεκίνησε τότε ο άντρας της να πάει να τον φέρει, αλλά τον συνέλαβαν οι Τούρκοι στρατιώτες και τον δολοφόνησαν. Μαζί του ήταν ένα παιδάκι που κατόρθωσε να φύγει.

Φεύγοντας από το Τσακκιλερό πήγαμε στη Δερύνεια, όπου ο Ζένια μάς ζήτησε να κάτσει σε ένα ήρεμο μέρος για να γράψει κάτι. Τον πήραμε στο σπίτι του Γιώργου Σκοτεινού στην Αγία Νάπα και κλείστηκε μόνος του σε μια αίθουσα με έργα του Γιώργου, ήταν ο ‘’Κύκλος της Καταγγελίας’’. Εκεί έγραψε το ποίημα. Βγήκε από το δωμάτιο μετά από δύο ώρες και μας το απήγγειλε. Κάτσαμε όλη νύχτα με τον Πανίκο και το μεταφράσαμε στα ελληνικά και το στείλαμε στις εφημερίδες. Δημοσιεύθηκε στην πρώτες σελίδες και το απήγγειλα την επομένη σε φεστιβάλ ποίησης στη Λευκωσία».

Περιστερώνα

Ποίηση: Γιεβγκένι Γεφτουσιένκο

Μετάφραση: Έλλη Παιονίδου.

Ώ ομορφιά, στα δυο τεμαχισμένη

σπαρταρούσες, ξεψυχούσες – Αφροδίτη βιασμένη

κάτω από τα βαριά κορμιά των τούρκικων των τανκς.

Μα δεν χάνεται ποτές η ομορφιά,

ακόμη κι η ομορφιά η βιασμένη,

είναι αγνή μπροστά στον εαυτό της,

είναι αγνή και στο θεό μπροστά.

Μιλήστε, χαμένα εσείς χωριά,

μιλήστε εσείς, ρίζες ξεριζωμένες,

μιλήστε, εικόνες ποδοπατημένες

μιλήστε εσείς νηστιές σβησμένες,

που δεν τις άναψε κανείς, τρίτη χρονιά.

Μιλήστε, κούνιες δακρυσμένες

που τρία χρόνια δεν κουνήσατε παιδιά.

Μίλα, καταυλισμέ Τσακκιλερή,

μ’ αυτή την πέτρινη, την τραγική μορφή.

Καταυλισμέ, θυμάσαι; Άνθρωποι έσπερναν λιοστρόφια

από σποράκια που έμειναν ατόφια,

τυχαία, σε κάποια τσέπη κάποιου, εκεί.

Σπόροι από μια ελπίδα μυστική

να ξαναβρούνε τα κλεμμένα.

Να, τα λιοστρόφια ορθώθηκαν  ψηλά,

λυγίζουν το κορμί τώρα βαριά,

στρέφουν τα πρόσωπά τους λυπημένα

από τον ήλιο. Στα κεφάλια τυλιγμένα

έχουν μαντήλια κίτρινης φωτιάς-

ίδιο φωτοστέφανο της Κύπρου

Τα λιοστρόφια με κεφάλια στριμωγμένα μες το πλήθος

σαν μέσα σε ολονυχτία

πίσω κοιτάζουνε με νοσταλγία,

πίσω, στων σπόρων την πατρίδα.

Κοιτάζουνε: Στο χώμα εκεί, στην άκρη

που ρούφηξε το τόσο τους το δάκρυ

γυναίκες βλέπουν μαυροφορεμένες,

 λουλούδια κόκκινα, λουλούδια

που είναι μικρά μνημεία

για τους ξεριζωμένους- ώ, ομορφιά,

πόσο είσαι παντοδύναμη μεσ’ την ανήμπορή σου την αδυναμία

βοήθεια περιμένοντας από την ομορφιά

οι άνθρωποι ομορφαίνουνε κι αυτή τη δυστυχία,

κι αυτή τη δυστυχία.

Πόσο μου είναι οδυνηρό στο σπίτι

Του πρόσφυγα ποιητή.

Πώς να σκεπάσεις με λουλούδια τη δυστυχία, πώς μπορείς;

Παύλο, μια και δεν φτάνουν την τραυματισμένη σου τη γης

οι επίδεσμοί σου, στηρίξου για να κρατηθείς

στην πονεμένη σου φλογέρα,

αχ, τη φλογέρα σου, τον δακρυσμένο κήρυκα του καλαμιώνα,

που δεν σε φτάνει από τα σύνορα εκεί πέρα.

Η κόρη σου, σαν από άλλο κόσμο, να παραμιλά

Περιστερώνα, Περιστερώνα.

Κάπου  σ’ εκείνο το χωριό που ’χει περιστεριού μορφή

κάτω εκεί από τη γη

είναι σκοτωμένος,

ο αγαπημένος.

Στον τάφο του, όμως, ν’ ακουμπήσει δεν μπορεί

ούτε λουλούδι πάνω από τις ξιφολόγχες.

Απ’ τις δυνάμεις της είναι πάρα πάνω αυτό,

οι ερπύστριες κύκλωσαν το τρακτέρ το ειρηνικό,

ούρλιασαν, κύλησαν στο χόρτο το καμένο,

το ματωμένο, ώ στάρι,

πώς δεν τον έκρυψες στα σπλάχνα σου βαθειά,

στάρι, που εκείνος σ’ έσπειρε… Και πάει.

Ο δολοφόνος χάθηκε παράνομα, κρυφά.

Περιστερώνα, Περιστερώνα.

Τινάζεται το κλάμα της,  σαν περιστέρι φτερουγίζει.

Μα δεν μπορεί να βρει περιστερώνα.

Κύπριοι πρόσφυγες-παντοτινή ντροπή

για όλο τον κόσμο, και όλοι αυτοί,

που δεν νιώθουν ντροπή, νάναι καταραμένοι, νυν και αεί.

Υπάρχουν κι άλλου είδους πρόσφυγες-ξεδιάντροποι πολλοί:

Πρόσφυγες από την αλήθεια προς το ψέμα,

πρόσφυγες προς την αδιάφορη ευγένεια,

πρόσφυγες  προς τη γαργαριστή τη μουσική,

πρόσφυγες στο ποδόσφαιρο, στην άνετη ζωή,

πρόσφυγες στις πομπώδεις συνεδρίες.

Κιοτήδες πρόσφυγες-δραπέτες της κοινής τους συφοράς,

μα τι θα γίνει αν δεν ξυπνήσει

η ανθρωπότητα, αν δεν βογκήσει

με βογγητό πιο δυνατό από της καμπάνας το σκοπό

για τον αγώνα;

Περιστερώνα, Περιστερώνα!

Ακούτε; Κάτω από το τανκ βογκά η εικόνα

Περιστερώνα, Περιστερώνα!

3 Ιουλίου 1977