Ποιήματα στον Ορίζοντα: Γιώργος Χριστοδουλίδης, Κώστας Βασιλείου, Νάσα Παταπίου

@Aleksa Nedeljkovic /Τμήμα Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Frederick

Με αφορμή τη μέρα ποίησης ρίχνουμε ξανά ποιήματα στον Ορίζοντα

Ανάσταση

Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες – αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του
ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι
γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας
πλημμύρισε ξαφνικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας

κατά λάθος ζωντανής μες στους νεκρούς

έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.

Γιώργος Χριστοδουλίδης

 

Κύριε εκέκραξα

           Εν τω άμα
           ανακοινώθηκε η βράβευση 
           ενός δαλάι- λάμα
           ανήμερα Γραμμάτων 
           στη χώρα των θαυμάτων

Κύριε εκέκραξα
χωρίς φτερά επέταξα
πάνω στου Τζιύκκου τα βουνά
τζι ως τη σπηλιά του Μασιαιρά
άκουσα τζι έψαλλα ωσαννά
μες σε λαόνια έτρεξα
τάφους με δάρκα έβρεξα
μ´ αγέννητ´ άμωμα μωρά
μες στα πελάη έπλευσα
σαν αλμπατρός γονάτισα
στην κουπαστή μ´ ένα γιαρά
στους ουρανούς ανέκραξα
ως ψάλτης σε μια εκκλησιά
όπως ένα γλυκόμαλον
έππεσα που γλυκομηλιά
γιατ´ είχα πάντα άξαμο
να προσσιυνώ τα ταπεινά
δίχως υψαυχενήματα
ή κάλπικα συνθήματα
γιατ´ είχα πάντα βάλσαμο
τη μάνα μου τη Σιερινιά
την κάλλη τζιαι τα σπλάχνα μου
για τ´ άλλα εν φακκώ πεννιά
κίρταμο στ´ ακρογιάλλι μου
τζιαι μες στην παραζάλη μου
είχα τον Πλάστη στ´άψη του
κουκκούλι που μετάξι του
ο έρωτας η δόξα μου
βερκόλεγνη η κόξα μου.

30/01/2018

Κώστας Βασιλείου

Layout 1

 

Συγκατοίκηση

Δεν έχει κλειδιά

αλλά είναι ένοικος

μες στο δικό μου σπίτι.

Ποια είσαι- της φωνάζω

εσύ η άγνωστη

μια σκιά, ένα σύννεφο

που γλιστράς αθόρυβα

και μόλις στον ύπνο βυθιστώ

εισβάλλεις τις νύχτες στα όνειρά μου;

Έρχεται από μακριά,

μου ψιθύρισε  κάποτε,

από τα βάθη

τα πιο βάθη των αιώνων.

Από τον κόσμο του θρύλου.

Την είπαν μάγισσα,  νεράιδα, ξωτικό.

Στην αρχή  τη φοβόμουν

έτρεμα ώσπου να ξημερώσει

κρύος ιδρώτας μ’ έλουζε

ώσπου ν’αναδυθώ

από τη θάλασσα του ύπνου.

Έκτοτε  με επισκέπτεται συχνά

όταν βυθίζομαι στη θλίψη

όταν με κυνηγούν σκυλιά

να με κατασπαράξουν

όταν γλιστρώ στο δρόμο

πληγώνομαι και γονατίζω

καθώς με ατενίζουν οι περίοικοι.

Την τελευταία φορά όταν ήρθε

εβγαλε το ένα της ενώτιο

και το φόρεσε στ’ αυτί μου.

Είναι δικό σου, μου είπε,

το είχες απoλέσει

πριν από εκατοντάδες χρόνια

στους δρόμους της ιστορίας

ανάμεσα σε χειρόγραφα

κώδικες,  παλίμψηστα,

δέλτους και ειλητάρια

κίτρινα από τη σκόνη.

Πάντα  στην αναζήτηση του άλλοτε

στην αποκρυπτογράφηση

των ρημάτων ήταν, έζησε,

καταστράφηκε, εξέλιπε…

Στην ανίχνευση της μοίρας

και τι μοίρας, αυτού του τόπου.

Της νήσου μακάρων

ή  αμφίστομης  μάχαιρας…

 Νάσα Παταπίου                     

 

 

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.