Στιχουργικές και υφολογικές προϋποθέσεις και επιδόσεις του Β. Μιχαηλίδη

Στιχουργικές και υφολογικές προϋποθέσεις και επιδόσεις του Β. Μιχαηλίδη

Έχουν κιόλας συμπληρωθεί 30 χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, εδώ στη Λευκωσία, της (κάπως τροποποιημένης) διδακτορικής διατριβής του Γιάννη Κατσούρη για τη ζωή και το έργο του Βασίλη Μιχαηλίδη (Θεσσαλονίκη, Α.Π.Θ., 1985) και δεν θα μπορούσα παρά να ξεκινήσω με μια παλιότερη δική μου αποτίμηση αυτού του σταθμού της φιλολογικής και κριτικής έρευνας για τον ποιητή που τιμά εφέτος η Κυπριακή Δημοκρατία και σήμερα η Ένωση Λoγοτεχνών Κύπρου στην Ημερίδα αυτή:

«[Ο Γιάννης Κατσούρης] επιζητούσε […] να βγάλει από την ελλαδική κριτική και γραμματολογική αφάνεια έναν γερό ποιητή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αι., να δείξει την πανελλήνια σημασία του, μα, ιδίως, τα ειδικά κυπριακά χαρακτηριστικά που εξηγούν και δυναμώνουν την αξία του, να απαλλάξει την προηγούμενη έρευνα από βιογραφικές ή εργογραφικές πλάνες, μυθοποιήσεις ή υποτιμήσεις, να βρει, να αναλύσει και να κρίνει το ουσιώδες και το πιο μόνιμο στην ποιητική αυτή παραγωγή, αποδεικνύοντας γιατί δικαιολογημένα ο συγγραφέας αυτός είναι, όπως τον έλεγαν και τον λένε στην Κύπρο, “εθνικός” και προλειαίνοντας τον δρόμο για μια καλύτερη συγκεντρωτική έκδοση του σωζόμενου έργου του»

Μέσα στην περίοδο που ακολούθησε, τούτη η γόνιμη ανακίνηση όλων σχεδόν αυτών των ζητημάτων που σχετίζονται με τη ζωή, τη γνωστή λογοτεχνική παραγωγή και την πρόσληψη του Kύπριου ποιητή οδήγησε σε αρκετά μεγάλη ερευνητική πρόοδο και τα απτά (δηλ. τα δημοσιευμένα) αποτελέσματα ξεπέρασαν κατά πολύ σε όγκο και ποιότητα τις μάλλον ανολοκλήρωτες ή και σπασμωδικές, αν και κάποτε πολύ ευαίσθητες, οξυδερκείς ή και χρήσιμες, και σήμερα ακόμα, προγενέστερες (κριτικές, φιλολογικές και διακειμενικές) ενασχολήσεις με τον Β. Μιχαηλίδη (π.χ. των Αριστοτέλη Κ. Παλαιολόγου, Στυλιανού και Χριστόδουλου Σ. Χουρμούζιου, Γεώργιου Σ. και Μενέλαου Δ. Φραγκούδη, Αντώνη Ιντιάνου, Γλαύκου Αλιθέρση, Γιάγκου Ηλιάδη, Γιάννη Σταυρινού Οικονομίδη, Ιωάννη-Αντιφώντος Συκουτρή, Γιάννη Λεύκη, Κυριάκου Μ. Καραμάνου, Αιμίλιου Χουρμούζιου, Νικόλαου Κλ. Λανίτη, Τεύκρου Ανθία, Βασίλειου Τατάκη, Νίκου Κρανιδιώτη, Κώστα Προυσή, Φώτη Κόντογλου, Θεοδόση Νικολάου, Αλέκου Κωνσταντινίδη, Κώστα Μόντη, Ανδρέα Χριστοφίδη, Νικόλαου Ξιούτα, κ.ά. πολλών , και πιο πρόσφατα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κ.ε., των Κώστα Γ . Γιαγκουλλή, Γιάννη Κατσούρη, Κώστα Βασιλείου, Μιχάλη Πιερή, Λευτέρη Παπαλεοντίου, Κυριάκου Ιωάννου κ.ά.).

Πάντως δεν μπορούμε να πούμε πως η ειδικότερη ενασχόληση με τη στιχουργία και το ύφος των γνωστών ποιημάτων του Β. Μιχαηλίδη (που ξεπερνούν τα 200, σύμφωνα με έγκυρες νεότερες μετρήσεις, ακόμη και αν εξαιρέσουμε τις διαφορετικές μορφές/παραλλαγές ορισμένων κειμένων) μπήκε από την αρχή πάνω σε απόλυτα ορθές ή επαρκείς επιστημονικά βάσεις, ούτε πως κάλυψε το σύνολο του γνωστού έργου του, άρα και ούτε πως έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της.

[…] Οι λόγοι για την καθυστέρηση στις υφολογικές μελέτες, αλλά και για τις αντιφατικές, κάποτε, περιγραφές και αποτιμήσεις των (αρκετά άνισων, είν᾽ αλήθεια) στιχουργικών-μετρικών επιδόσεων του ποιητή πρέπει, ίσως, να διερευνηθούν όχι μόνο μέσα στο πλαίσιο των έντονων, κάποτε, διαφορών της κριτικής για τις ποιητικές δυνατότητες και την αξία του Β. Μιχαηλίδη, για τους λόγους της περιορισμένης ακτινοβολίας του έργου του έξω από την Κύπρο και την κυπριακή διασπορά κ.τ.λ., αλλά και μέσα σ᾽ ένα ευρύτερο επιστημολογικό πλαίσιο.

Ως προς το πρώτο πλαίσιο, ήδη από το ξεκίνημα της κριτικής και φιλολογικής ενασχόλησης με τα ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη (1881 κ.ε.) παρατηρεί κανείς τεράστιες, κάποτε, αποκλίσεις, που δεν ξέρουμε (ή δεν έχουμε ακόμα διερευνήσει με ακρίβεια) πότε πηγάζουν απλώς από τη διαφορετική στιχουργική παιδεία, τις προτιμήσεις ή τους προσανατολισμούς κάθε κριτικού και πότε από μια γενικότερη σύγχυση στα στιχουργικά-μετρικά ζητήματα, ενδημική στη νεοελληνική φιλολογία και τη λογοτεχνική κριτική τουλάχιστον ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1990, δηλ. πριν από την ανάληψη επιστημονικών προγραμμάτων καταγραφής και σχολιασμού της μετρικολογικής βιβλιογραφίας (για τα οποία βλ. παρακάτω).

[…] Επιπρόσθετα, χρειάζεται να σημειωθεί πως οι κριτικές παρατηρήσεις ή γνώμες για τη στιχουργία του ποιητή δεν είναι πάντα απαλλαγμένες από μετρικές ασάφειες ή και παρανοήσεις είτε λάθη, που συνεχίζονται μάλιστα ώς και σήμερα.

[…] Έτσι περνούμε ομαλότερα στο δεύτερο πλαίσιο, δηλ. στο πλαίσιο των επιστημολογικών δεδομένων που αφορούν τις μετρικές και υφολογικές βάσεις και προϋποθέσεις. Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε πως, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου, από την αρχή της δεκαετίας του 1970 για την υφολογία την επηρεασμένη από τον φορμαλισμό, τον δομισμό, τη σημειωτική και ορισμένες γλωσσολογικές κατευθύνσεις (παλιότερα προτιμούσαν τους όρους «ποιητική» ή «ρητορική»), και από την αρχή της δεκαετίας του 1990 για τη μετρική, η μελέτη των λογοτεχνικών, και ιδίως των ποιητικών, κειμένων πέρασε σε μια καινούργια και πιο συστηματική φάση, τόσο με προσπάθειες μεμονωμένων ερευνητών (π.χ. των Ξ. Α. Κοκόλη, Ερ. Καψωμένου και μαθητών, κ.ά.), όσο και, αργότερα, με συλλογικές προσπάθειες ενταγμένες σε επαρκώς αμειβόμενα ερευνητικά προγράμματα (όπως, π.χ., το «Αρχείο Νεοελληνικής Μετρικής» του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ερευνητικού Κέντρου Κρήτης, με τη διεύθυνση του Νάσου Βαγενά και μικρό επιτελείο από εργατικούς νεότερους ερευνητές, τον Ευριπίδη Γαραντούδη, την Άννα Κατσιγιάννη, κ.ά.), οι αντίστοιχες δραστηριότητες στην Κύπρο δείχνουν μιαν ερευνητική καθυστέρηση. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως (όπως και σε διάφορες περιστάσεις στο παρελθόν) έλειψαν εντελώς οι ενημερωμένες ή και ευαίσθητες, κάποτε και οξυδερκείς, φιλολογικές και κριτικές ματιές πάνω στους αντίστοιχους τομείς του έργου μερικών Kύπριων λογοτεχνών ή, γενικότερα, πάνω σε γραμματειακά κείμενα· σημαίνει απλώς πως οι ματιές αυτές παρέμειναν ανολοκλήρωτες ή γνωστές μόνο σε περιορισμένο κύκλο αναγνωστών και ειδικών (από τις πρωιμότερες, περιορίζομαι να αναφέρω ορισμένες συγκρι- τολογικές διερευνήσεις μη κυπριακού λαϊκού υλικού από τον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο, επηρεασμένες από τον δομισμό κ.τ.λ.).

[…] Τελειώνω, υπενθυμίζοντας ότι, μόνον όταν αποκτήσουμε μια πλήρη κριτική έκδοση του συνόλου του γνωστού ποιητικού έργου του Β. Μ., θα μπορούμε να πούμε (αν και πάλι με όχι απόλυτη βεβαιότητα) ακριβέστερα πράγματα για τη στιχουργική δομή των κειμένων ως προς τις στροφικές ή άλλες συνιστώσες τους, καθώς και για ορισμένα επιμέρους στοιχεία ύφους του ποιητικού του έργου. Και, επίσης, ότι οι αποτιμήσεις που θα προκύψουν από την ακριβέστερη αυτή εικόνα του ποιητικού του έργου καλό είναι να συνοδεύονται από το απαραίτητο τακτ της «ιστορικότητας», δηλ. από τον απαραίτητο συνυπολογισμό του χρόνου / της εποχής και των συγκεκριμένων δεδομένων της ποιητικής αυτής παραγωγής· …

Γιώργος Κεχαγιόγλου

(Απόσπασμα από εισήγηση στην Ημερίδα που έγινε στις 14 Οκτωβρίου και με την οποία η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου τίμησε τη μνήμη του Βασίλη Μιχαηλίδη και το ποιητικό του έργο. Τα Πρακτικά της Ημερίδας φιλοξενούνται στο τεύχος 334 (Χειμώνας 2017) του περιοδικού Νέα Εποχή)

Σχολιάστε

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.