Τα παιδιά της κτηνωδίας των πολέμων

•Ανεξίτηλα τα τραύματα στην παιδική ψυχή. Η ζωή όμως συνεχίζεται…

Η Έιντζελ ήταν 11 χρονών όταν η μητέρα της προσπάθησε να τη σκοτώσει. Θυμάται τη χούφτα με το ποντικοφάρμακο και τη φωνή της μάνας της να λέει: «Πιες το!» Άρχισε να ουρλιάζει μέχρι που ένας γείτονας έτρεξε και την πήρε από κει. Αυτό ήταν μια δεκαετία πριν. Τώρα η μητέρα της σκύβει πάνω από τον ώμο της και της βάζει μαύρο τσάι σε ένα φλιτζάνι. Μοιράζονται ένα κρεβάτι από σκυρόδεμα σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα. Μοιράζονται ακόμη μια ιστορία που τρομάζει τον κόσμο. Για πάνω από εκατόν ημέρες το 1994, η γενοκτονία αποδεκάτιζε το λαό της Ρουάντα. Πρόκειται για τη μαζική δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, κυρίως της φυλής Τούτσι από τους ομοεθνείς τους της φυλής Χούτου. Η Ρουάντα είναι μια χώρα της Ανατολικής Αφρικής. Οι επιτιθέμενοι πήραν περίπου 800.000 ζωές και βίασαν περίπου 250.000 γυναίκες, οι οποίες, σύμφωνα με την καταμέτρηση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού, γέννησαν 20.000 μωρά. Η Έιντζελ είναι μέρος αυτής της γενιάς. Αυτά τα μωρά, τα παιδιά των βιασμών, τώρα ενηλικιώνονται κι έρχονται αντιμέτωπα με μια ταυτότητα που κανείς γονείς δεν θα επιθυμούσε για το παιδί του. Ωστόσο, αψηφούν τις προσδοκίες ότι η τραγωδία που έχουν πίσω τους θα είναι αυτή που θα καθορίσει τη ζωή τους…

Ζωντανοί νεκροί;
«Ακούμε ότι οι ζωές όλων τους είναι κατεστραμμένες, ότι είναι σαν ζωντανοί νεκροί», λέει στη Washington Post η Ντάρα Κέι Κοέν, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, η οποία μελετά τις σεξουαλικές επιθέσεις σε καιρό συγκρούσεων. «Στη συνέχεια όμως μιλάμε στους ανθρώπους και ακούμε ότι υπάρχει αυτή η υφέρπουσα ελπίδα». Οι ερευνητές τώρα αρχίζουν να διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αυτά ξεπερνούν τα τραύματά τους. Η Ίνγκβιλ Μόχμαν, ιδρύτρια του Διεθνούς Δικτύου Διεπιστημονικής Έρευνας για τα Παιδιά που γεννήθηκαν κατά τον πόλεμο, δημοσίευσε πρόσφατα μια έκθεση η οποία συνοψίζει μελέτες μιας δεκαετίας για τις επιπτώσεις του πολέμου στα παιδιά. «Πολλά παιδιά τα πήγαν καλά στη ζωή τους», γράφει η Μόχμαν. «Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά;» Οι συνεντεύξεις που παρουσιάζει η Washington Post με οικογένειες για την 23η επέτειο από τη γενοκτονία, δίνουν μια ιδέα για την απάντηση σε αυτό το δύσκολο να απαντηθεί ερώτημα.

Έιντζελ και Ζακλίν
Η Έιντζελ και η Ζακλίν, μάνα και κόρη, κάθονται μαζί σε ένα ξύλινο τραπέζι. Μοιράζουν στα δυο ένα ψωμί για πρωινό και το βουτάνε στο τσάι. Ζουν μαζί κάτω από μια σιδερένια στέγη σε ένα αγροτικό χωριό. Το μηνιαίο ενοίκιό τους πληρώνει η καθολική εκκλησία του χωριού. Είναι 4 λίρες. Οι ραγισμένοι τοίχοι είναι βαμμένοι τιρκουάζ. Η Έιντζελ είναι τώρα 22 χρόνων. Γεννήθηκε θετική στον HIV και παίρνει δωρεάν τα φάρμακά της από την κυβέρνηση ώστε να μπορεί να παραμένει υγιής. Έχει τελειώσει το γυμνάσιο και περιμένει τους βαθμούς των εξετάσεων που θα διαμορφώσουν το μέλλον της. Οι υψηλοί βαθμοί θα της εξασφάλιζαν μια υποτροφία. Τα αποτελέσματα θα αναρτηθούν στο διαδίκτυο σε μερικές εβδομάδες. Το όνειρο της Έιντζελ είναι να κάνει καριέρα στον τουρισμό. Το εφεδρικό της σχέδιο είναι να πουλά ντομάτες. «Δεν έχουμε χρήματα», εξηγεί. Η Έιντζελ έμαθε από μικρή πώς ήρθε στη ζωή. Η Ζακλίν της έλεγε: «Δεν είσαι η πραγματική μου κόρη». «Όποτε πήγαινε κάπου και τη ρωτούσα αν μπορώ να πάω μαζί της, πάντα μου έλεγε όχι και με κλείδωνε στο σπίτι», λέει η Έιντζελ. «Επίσης δεν με άφηνε να παίζω με άλλα παιδιά». Η Ζακλίν βάζει τα κλάματα όταν τα θυμάται. Πριν από τη γενοκτονία ήταν η μητέρα κάποιων άλλων παιδιών. Ήταν στην τέταρτη και την έκτη τάξη τα κορίτσια της. Και οι δυο έπεφταν θύματα bulling, επειδή ανήκαν στην εθνοτική μειονότητα των Τούτσι. Η Ζακλίν ήταν στο δρόμο για την πρωτεύουσα Κίγκαλι για να τους βρει θέση σε ένα νέο σχολείο όταν ξέσπασε η βία. Οι αρχηγοί της κυβέρνησης της Ρουάντα διέταξαν τον πληθυσμό της πλειοψηφίας, τους Χούτου, να εξοντώσουν τους Τούτσι. Οι γείτονες άρχισαν να σφαγιάζουν γείτονες. Οι συνάδελφοι, συναδέλφους. Οι Χούτου βρήκαν τη Ζακλίν να κρύβεται μέσα σε ένα καθολικό σχολείο και τη βίασαν. Θυμάται ότι ευχόταν να πεθάνει. Πέρασαν τρεις μήνες κι ένας στρατός ανταρτών Τούτσι ανέτρεψε την κυβέρνηση. Η Ζακλίν ήταν εκεί και ακολουθούσε έναν στρατιώτη του ΟΗΕ πάνω στα ερείπια. Ο σύζυγος και τα δυο κοριτσάκια της ήταν όλοι νεκροί. Πλέον ήταν φορέας του HIV και περίμενε ένα μωρό. Η Ζακλίν έβαλε κάποτε σαπούνι και βαφή μαλλιών μέσα στο μπιμπερό της Έιντζελ και αποφάσισε να πιει κι αυτή το τοξικό μείγμα. Ήθελε τα πάντα να γίνουν μαύρα. Και οι δυο έκαναν εμετό και η Ζακλίν αποφάσισε διστακτικά να συνεχίσει να προσπαθεί. Τη μία αγκάλιαζε την Έιντζελ και την άλλη τη χτυπούσε. Μια αγάπη, μια οργή, μια στοργή, μια οργή ξανά. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι το 2007 που εντάχθηκε στις ομάδες υποστήριξης του ιδρύματος Ρουάντα. Η οργάνωση είχε ομάδες υποστήριξης που συνέρχονταν κάθε εβδομάδα. Ενέπνευσαν τόσο τη Ζακλίν, όσο και άλλες γυναίκες να γίνουν χριστιανές. Η Ζακλίν άρχισε σιγά σιγά να αισθάνεται ότι η Έιντζελ ήταν ένα δώρο από τον Θεό.

Άλμπερτ και Άγκνιες
Ο Άλμπερτ, 21 ετών, βρίσκεται στο χωράφι της οικογένειάς του και κόβει φυτά με ένα μαχαίρι. Εδώ, στον αγροτικό τομέα, νιώθει ακόμη, λίγο εκτός τόπου και χρόνου, καθώς μόλις πέρσι αποφοίτησε από ένα οικοτροφείο κοντά στο Κιγκάλι. Ο Άλμπερτ μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, περίπου τέσσερις ώρες μακριά από το σπίτι του με λεωφορείο. Παλεύοντας με γαλλικά και αγγλικά λεξικά, ονειρευόταν ένα μέλλον στην πολιτική. Τώρα φυλλάδια διαφόρων κολεγίων της Αμερικής βρίσκονται εδώ κι εκεί στο δωμάτιό του. Προς το παρόν, βοηθά τη μητέρα του με τα 2½ στρέμματα γης που έχουν. Τη μητέρα του τη λένε Άγκνιες. Ήταν μια έφηβη Τούτσι όταν ξεκίνησε η σφαγή. Ένας Χούτου από το χωριό της πρόσφερε αρχικά καταφύγιο. Στη συνέχεια όμως την φυλάκισε ως σκλάβα του σεξ, απειλώντας να την σκοτώσει αν προσπαθούσε να φύγει. Όταν η κυβέρνηση των Χούτου έπεσε και οι μαχητές τους άρχισαν να φεύγουν από τη Ρουάντα, ο άντρας ανάγκασε την Άγκνιες να τον συνοδεύσει εκτός των συνόρων. Γέννησε δυο μωρά στην Τανζανία, τον Άλμπερτ και τον μικρότερο αδελφό του. Η Άγκνιες κάποια στιγμή κατάφερε να δραπετεύσει και να γυρίσει στην παλιά της γειτονιά. Οι άνθρωποι άρχισαν να την ρωτούν για τα μωρά: ήταν παιδιά των δολοφόνων; Η Άγκνιες έβαλε και τα δυο αγόρια της σε ένα δημόσιο ορφανοτροφείο. Εκεί μπορούσε να τα επισκέπτεται μια φορά το χρόνο. Τελικά η Άγκνιες παντρεύτηκε έναν παλιό της φίλο και μετακόμισε σε ένα σπίτι στην εξοχή. Ωστόσο, ο χωρισμός από τα παιδιά της, της ράγισε την καρδιά. Και μπέρδεψε τον Άλμπερτ. «Της είπα: θέλω να είμαι μαζί σου», θυμάται, κι εκείνη απάντησε: «Προσπαθώ να βγάλω χρήματα για εσάς». Ο Άλμπερτ δεν γνώριζε ότι ήρθε στη ζωή έπειτα από ένα βιασμό. Στο ορφανοτροφείο βρέθηκε μαζί με παιδιά που είχαν χάσει και τους δυο γονείς τους στη γενοκτονία. Αισθανόταν τυχερός που εκείνος είχε τουλάχιστον τον ένα. «Υπήρχαν 2.000 παιδιά σαν κι εμάς», λέει, «με διαφορετικό υπόβαθρο και διαφορετικές ιστορίες. Άλλοι άνθρωποι είχαν παλέψει περισσότερο από μένα». Ο Άλμπερτ έμαθε για τον πατέρα του σε ηλικία 17 ετών. Ο άντρας αυτός επέστρεψε στη Ρουάντα πριν από χρόνια και καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Βρίσκεται σε μια φυλακή περίπου 30 μίλια βόρεια από το σπίτι της Άγκνιες. Ο Άλμπερτ αναρωτιέται πώς θα ήταν αν τον συναντούσε. Δεν έχει καταφέρει να επεξεργαστεί κάτι τέτοιο. «Είναι σοκαριστικός ο τρόπος που τον γνώρισε η μητέρα μου. Δεν νομίζω ότι είναι απάνθρωπος. Θέλω να δω το πρόσωπό του», λέει ο Άλμπερτ. Το ορφανοτροφείο έδωσε στον Άλμπερτ ένα πλεονέκτημα. Τα δημόσια κονδύλια κάλυπταν τα εκπαιδευτικά του έξοδα. Πήρε εξαιρετικούς βαθμούς με τους οποίους τον δέχτηκαν στο καλύτερο γυμνάσιο της χώρας. Στη συνέχεια χτύπησε ένα τέλειο σκορ στις κρατικές εξετάσεις. Στη συνέχεια έκατσε απέναντι σε έναν εκπαιδευτικό σύμβουλο μιας εταιρείας στο Κίγκαλι, η οποία βοηθά τους νέους σπουδαστές της Ρουάντα να μπουν σε διεθνή πανεπιστήμια. «Με τους βαθμούς σου θα είναι πολύ πιο εύκολο», είπε ο σύμβουλος στον Άλμπερτ χαμογελώντας. Ο Άλμπερτ ήθελε να πάει σε κάποιο κολέγιο στις ΗΠΑ ή τον Καναδά. Δεν είχε κάποια συγκεκριμένη προτίμηση, απλά μια επιθυμία να εξερευνήσει τον κόσμο. Ο σύμβουλος του είπε να υπολογίζει από 10.000 έως 20.000 δολάρια το χρόνο για στέγαση, βιβλία και δίδακτρα. Θα κυνηγούσαν υποτροφίες φυσικά. Υπήρχε όμως μια μικρή εκκρεμότητα: «Για να υποβάλετε την αίτησή σας σε εμάς θα πρέπει να φέρετε 200 δολάρια για τα τέλη της αίτησης». Ο Άλμπερτ όμως δεν είχε καν 5 δολάρια για το εισιτήριο του λεωφορείου για να γυρίσει στο σπίτι του. Ωστόσο, η ζωή τον έφερε ως εδώ. Θα ζητούσε από ένα φίλο να του δανείσει κάποια μετρητά. Στη συνέχεια θα επέστρεφε στο σπίτι και στα γυαλιστερά φυλλάδια των κολεγίων που είχε στο δωμάτιό του.

* Σημείωση: Μήνες μετά τις εξετάσεις της, η Έιντζελ έλαβε τους βαθμούς της. Δεν ήταν αρκετά υψηλοί για να κερδίσει μια υποτροφία για το κολέγιο. Ο Άλμπερτ δεν βρήκε ποτέ τα 200 δολάρια για να απευθυνθεί στα κολέγια που θέλει μέσω της συμβουλευτικής εταιρείας. Έχει ζητήσει από την κυβέρνηση της Ρουάντα να τον σπονσάρει για να μπορέσει να φοιτήσει σε ένα διεθνές κολέγιο.

 

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.