Τέσσερα διαρθρωτικά προβλήματα φρενάρουν την ανάπτυξη της οικονομίας

 

ΙΝΕΚ: Δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνον σε ορίζοντα πενταετίας ή δεκαετίας

 

Τέσσερα διαρθρωτικά προβλήματα τα οποία φρενάρουν την ανάπτυξη της οικονομίας και τα οποία δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνον σε ορίζοντα πενταετίας ή δεκαετίας, εντοπίζει το Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου (ΙΝΕΚ) ΠΕΟ στην Ετήσια Έκθεσή του για την Οικονομία και την Απασχόληση 2016.

Οπως προκύπτει από την ανάλυση του ΙΝΕΚ, η ανάκαμψη της οικονομίας κατά τη διετία 2015-2016 ανάγεται αφενός σε ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες και αφετέρου στη χαλάρωση της δημοσιονομικής προσπάθειας. Η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε κατακόρυφα κατά την εν λόγω περίοδο και είχε σημαντικές επιπτώσεις για την Κύπρο διότι μείωσε σημαντικά το μερίδιο του ΑΕΠ που η χώρα διαθέτει για εισαγόμενες πρώτες ύλες. Επίσης, η μείωση της ισοτιμίας του ευρώ ήταν ευνοϊκή για την ανταγωνιστικότητα της τιμής του τουρισμού και των άλλων διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Ωστόσο, όπως τονίζει το ΙΝΕΚ η ανάκαμψη και η έξοδος από την ύφεση δεν αποτελούν εγγύηση ότι η κυπριακή οικονομία επιστρέφει στην «κανονική» της κατάσταση. Η ανάκαμψη του 2015-2016 αντανακλά τη μείωση του παραγωγικού χάσματος, δηλαδή τη διαδικασία βαθμιαίας χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού που είχε τεθεί σε αργία κατά τα προηγούμενα έτη, πλην όμως δεν σηματοδοτεί το τέλος των διαρθρωτικών προβλημάτων, τα οποία είτε υπήρχαν ήδη κατά το χρόνο έναρξης της κρίσης είτε δημιουργήθηκαν από την ίδια τη νεοφιλελεύθερη διαχείρισή της. Τα προβλήματα αυτά, όπως επισημαίνει το ΙΝΕΚ, αφορούν:

α) το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών δεν είναι ισοσκελισμένο ούτε καν στο χαμηλό επίπεδο παραγωγής και ζήτησης που βρίσκεται σήμερα η οικονομία, έτσι ώστε η συνέχιση της ανάκαμψης ή η ανατίμηση του ευρώ θα προκαλέσουν εκ νέου σοβαρές ανισορροπίες στο εξωτερικό ισοζύγιο, εκτός εάν ο κυπριακός τουρισμός παρουσιάσει ταχεία ανάκαμψη των εξαγωγών του της τάξης του 5% ετησίως,

β) οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου παρέμειναν μηδενικές με αποτέλεσμα τη στασιμότητα του παραγωγικού δυναμικού και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης,

γ) τα προβλήματα των κόκκινων δανείων και της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας βρίσκονται μόνο στην απαρχή της λύσης τους και οι χορηγήσεις νέων δανείων παραμένουν ασφυκτικά περιορισμένες και

δ) το εργατικό δυναμικό έχει υποστεί σοβαρές ζημιές που υποσκάπτουν τη μελλοντική παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως και το δυνητικό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με το ΙΝΕΚ «η ύπαρξη αυτών των διαρθρωτικών προβλημάτων που δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνον σε ορίζοντα πενταετίας ή δεκαετίας, υπονομεύουν την ικανότητα της κυπριακής οικονομίας να αναπτύσσεται μεσοπρόθεσμα με ρυθμούς υψηλότερους του 1,5% έως 2,0%». Εξαίρεση, όπως αναφέρει, αποτελούν τα πρώτα έτη αμέσως μετά από το τέλος της ύφεσης, επειδή η εκκίνηση της ανάκαμψης έγινε από χαμηλό σημείο.

Σημειώνεται ότι με βάση τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ θα υπερβεί το 2% μόνο κατά το 2018-2019. Επίσης, οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προβλέπουν μεγέθυνση 2,5% και για το 2017, εκτιμούν ότι υπό τις παρούσες διαρθρωτικές συνθήκες ο μεσοπρόθεσμος δυνητικός ρυθμός μεγέθυνσης της κυπριακής οικονομίας είναι της τάξης του 0,5%.

«Εάν λοιπόν ισχύει ότι όντως παρατηρείται έξοδος της οικονομίας από την ύφεση, ισχύει εξίσου ότι η κρίση θα συνεχίζεται για όσο καιρό τα διαρθρωτικά προβλήματα θα παραμένουν άλυτα. Υπέρβαση της κρίσης δεν θα υπάρχει για όσο καιρό οι διαρθρωτικές αδυναμίες θα διατηρούν τις μακροχρόνιες δυνατότητες ισορροπημένης ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας περιορισμένες σε αργόσυρτους ρυθμούς», όπως τονίζει το ΙΝΕΚ.