Θεόδωρος Τερζόπουλος: Οι “Τρωάδες” είναι η τραγωδία του εικοστού πρώτου αιώνα

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου
Είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες, ιδιαίτερα γνωστός και εκτός Ελλάδας, αφού έχει σκηνοθετήσει σε αρκετές χώρες, ενώ με την ομάδα του, το Θέατρο Άττις, έχει δώσει πέραν από δύο χιλιάδες παραστάσεις στο εξωτερικό. Φέτος σκηνοθέτησε στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Αλεξαντρίνσκι στην Αγία Πετρούπολη τη Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ενώ η μέθοδός του διδάσκεται σε αρκετές Ακαδημίες Θεάτρου του εξωτερικού, ως μέρος της βασικής εκπαίδευσης των ηθοποιών. Ίδρυσε το 1986 το Θέατρο Άττις με πρώτη παραγωγή τις Βάκχες του Ευριπίδη, μια παράσταση «που τάραξε το ελληνικό θεατρικό τοπίο», αφού «υποστήριξε την απελευθέρωση της τραγωδίας από τα σκηνικά δεσμά των παραδοσιακών ερμηνειών και των καθιερωμένων μοντέλων», όπως γράφει η κριτικός και μελετήτρια του θεάτρου Ελένη Βαροπούλου στο βιβλίο «Θεόδωρος Τερζόπουλος και θέατρο Άττις, Αναδρομή, μέθοδος, σχόλια» (Αθήνα, Άγρα 2000).

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ

  • Οι Τρωάδες είναι η τραγωδία του εικοστού πρώτου αιώνα
  • Η παράσταση παίρνει το χαρακτήρα μιας διαδήλωσης

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος σκηνοθετεί για το Πάφος 2007 τις Τρωάδες του Ευριπίδη (Αρχαίο Ωδείο Πάφου, 7 και 8 Ιουλίου, 20.30), «την τραγωδία του εικοστού πρώτου αιώνα», όπως την αποκαλεί, ένα έργο για «τον πόλεμο, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά, τη φτώχεια, την πείνα, όλ’ αυτά που βιώνουμε και που, όπως φαίνεται, εμφανίζονται καθοριστικά στον εικοστό πρώτο αιώνα». Για την παραγωγή αυτή, από τις σημαντικότερες και τις πολυ-αναμενόμενες της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, διάλεξε ηθοποιούς από τρεις μοιρασμένες πόλεις, από τη Λευκωσία, τα Ιεροσόλυμα και το Μοστάρ της Βοσνίας. Για το ρόλο της Εκάβης επέλεξε τη σπουδαία ηθοποιό Δέσποινα Μπεμπεδέλη και χαρακτηρίζει τη συνεργασία μαζί της «μια απίστευτη συνάντηση»: «Eίδα», αναφέρει, «πόσο σύγχρονη, πόσο καινούργια είναι, κουβαλώντας όλο αυτό το υλικό της βαθιάς μνήμης, το ταλέντο της, σαφώς, την εμπειρία της […]. Οι μεγάλοι ηθοποιοί μπορούν άνετα να ακολουθήσουν και άλλους τρόπους και άλλες σχολές και να μεγαλουργήσουν».

Η αρχαία τραγωδία σήμερα

Αρχίσαμε τη συνέντευξη ρωτώντας τον κ. Τερζόπουλο για το αρχαίο δράμα, την αρχαία τραγωδία, με την οποία ασχολείται εμπεριστατωμένα τόσα χρόνια, «γιατί ακόμα μας απασχολεί το αρχαίο δράμα». «Όλα τα ζητήματα του αρχαίου δράματος είναι μεγάλα και διαχρονικά. Όσο υπάρχει άνθρωπος σε αυτό τον πλανήτη θα υπάρχει και η αρχαία ελληνική τραγωδία, γιατί προσπαθεί να ερμηνεύσει τα ανθρώπινα πάθη, τα αδιέξοδα, τις ανθρώπινες καταστάσεις, τα κοινωνικά ζητήματα, τις συγκρούσεις του ανθρώπου με άνθρωπο, τους πολέμους, τη σύγκρουση του ανθρώπου με τον θεό, όλη αυτή την γκάμα των ζητημάτων που αφορούσαν, αφορούν και θα αφορούν τον άνθρωπο. Δηλαδή είναι ένα θέατρο καθολικό και μπορεί να ερμηνεύσει με καθολικό τρόπο όλα τα ζητήματα».

Θέατρο Άττις, το ξεκίνημα

Όχι τυχαία, όπως μας ανάφερε, το Θέατρο Άττις, το οποίο ίδρυσε, ξεκίνησε με αρχαία τραγωδία και ειδικά με τις Βάκχες: «Ξεκίνησα το 1986 με τις Βάκχες, μια τραγωδία πολύ σημαντική, επειδή έχει ένα βασικό ζήτημα, το πάθος και την υπέρβαση, και μέσα από αυτή τη δουλειά μπήκα στην αναζήτηση ενός άλλου πεδίου. Προερχόμουν λόγω των σπουδών μου από το επικό θέατρο, από τον κριτικό ρεαλισμό, όχι τον ψυχολογικό ρεαλισμό. Ωστόσο, δουλεύοντας την τραγωδία κατάλαβα τι ενδιαφέρον έχει να αναζητείς, δουλεύοντας, την ενέργεια για να δημιουργήσεις μια παράσταση ενεργειακή και ένα ενεργειακό ηθοποιό. Οι Βάκχες είναι η κατ’ εξοχήν τραγωδία που εμπεριέχει όλα αυτά τα ζητήματα και πάνω απ’ όλα την έκσταση».

Η παράσταση εκείνη ήταν διαφορετική από ό,τι υπήρχε, αφού «μέχρι τότε το θέατρο ήταν περισσότερο πιστό στις κλασικιστικές απόψεις πάνω στην τραγωδία. Εγώ ξαφνικά έφερα μέσα ένα λαϊκό στοιχειό, τη σωματικότητα, την ενέργεια, το πάθος και λίγο πολύ όλα αυτά τα σχήματα της ‘’καλλιέπειας’’ και της ‘’ομορφιάς’’ που υπήρχαν, η δική μου η παράσταση τα εκπόρθησε. Πήγαινε πιο βαθιά αυτή η παράσταση, που έγινε τριάντα ένα χρονιά πριν και φάνηκε καθαρά ότι ήταν στην αντίπερα όχθη. Ήταν απέναντι από τις κλασικιστικές αποδόσεις των προηγούμενων δημιουργών και ερευνητών, χωρίς να έχω αρνητική άποψη για όλους τους προηγούμενούς μου ή για τους σύγχρονούς μου που ακολουθούν μια άλλη προσέγγιση. Με αυτή την έννοια δεν ήταν μια ακόμα παράσταση, η Βαροπούλου το αποκάλεσε η ίδια “διάβημα”, γιατί τάραξε συθέμελα και πραγματικά συζητιόταν μέρες και νύχτες στους Δελφούς που παρουσιάστηκε άλλα και εκτός Συμποσίου».

Η πορεία των Βακχών

Η πορεία των Βακχών και του Θεάτρου Άττις γενικότερα μετά από εκείνη την πρώτη παράσταση ήταν εντυπωσιακή χάρη… στην Ισπανία, όμως, αφού όπως μας ανέφερε «στην Ελλάδα ένα κοινό την επευφήμησε, ίσως το μεγαλύτερο μέρος των θεατών, αλλά το άλλο μέρος την είχε κριτικάρει με αυστηρότητα και βία θα έλεγα».

Ωστόσο, μετά από λίγες μέρες η παράσταση παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ της Μαδέρας στην Ισπανία και «ανατράπηκε όλη αυτή η εικόνα. Την επόμενη μέρα της παράστασης η El Pais, από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ισπανίας, είχε αφιερώσει τη μισή πρώτη σελίδα της σε αυτή την παράσταση με τον τίτλο ‘’Ένα μεγάλο πολιτιστικό γεγονός στην Μαδέρα’’. Σκεφτείτε πως όλη τη νύχτα δεν έφευγαν οι θεατές». Μετά από αυτό, όπως μας αφηγήθηκε, «όλα τα φεστιβάλ άνοιξαν τα προγράμματά τους που είχαν ήδη ανακοινώσει για να μας συμπεριλάβουν, μας καλούσαν, κάναμε μια τουρνέ σαράντα ημερών, πολύ σημαντική και για τη δική μας καλλιτεχνική αλλά και οικονομική στήριξη. Αργότερα αυτή η παράσταση έκανε μια μεγάλη πορεία, περίπου τετρακόσιες παραστάσεις δώσαμε εκτός Ελλάδας. Συνολικά με το Θέατρο Άττις δώσαμε δύο χιλιάδες παραστάσεις στο εξωτερικό. Δηλαδή έγινε αποδεκτή αυτή η φόρμα στο εξωτερικό, αυτή η άποψη, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, και σε κάποιες χώρες με πολύ ενθουσιασμό».

Ο καθείς πια μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, πολλές φορές από άγνοια ή αδιαφορία

Ρωτήσαμε αν στον ελληνικό χώρο υπάρχει πλέον αποδοχή στις παρεμβάσεις στα αρχαία κείμενα και στις πιο αντισυμβατικές ή πειραματικές, ας πούμε, παραστάσεις. Ο κ. Τερζόπουλος θεωρεί πως «στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον το ερώτημα της αποδοχής ή μη. Έχει αποδομηθεί πλήρως η κατάσταση», σημειώνει και εξηγεί πως «ο καθείς μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, όπως θέλει και να το παρουσιάζει όπως θέλει και από εκεί και πέρα κανείς δεν νοιάζεται για την άποψη αν είναι νέα ή παλιά. Το κοινό δεν είναι πια συντηρητικό που του αρέσουν οι κλασικότροπες παραστάσεις, το κοινό, αυτό που έχει απομείνει, δεν είναι πολύ μεγάλο, πάει παντού και έξαλλου έχουν καταργηθεί και τα κριτήρια.

Δεν γίνονται συγκρίσεις, για παράδειγμα ότι αυτή η παράσταση είναι ιστορική και πρέπει με κάποιο τρόπο να τη λάβουμε υπόψη εμείς οι νεότεροι. Είναι και η παιδεία πολύ υποτονική, γι’ αυτό δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος. Αλλά αυτό είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα όχι μονό ελληνικό. Δηλαδή κάποτε είχαμε άλλους προβληματισμούς ως προς τα μεγάλα επίπεδα της τραγωδίας και ως προς τη μεγάλη ιδέα, τον άνθρωπο και τον κόσμο, τώρα όλα αυτά δεν υπάρχουν.

“Η τραγωδία», μας αναφέρει χαρακτηριστικά, «μπορεί να γίνει μπουλβάρ, μιούζικαλ, να έχει τη μορφή ένα σώου, ενός θρίλερ ψυχοσωματικού, δηλαδή μπορεί να δει κανείς οτιδήποτε, παραστάσεις που γίνονται από άγνοια και αδιαφορία και από την αρχή πως όλα ισχύουν στον κόσμο μας. Aυτό το βλέπουμε και στην πολιτική και στην κοινωνική ζωή και στην τέχνη. Το είπαν οι παλιότεροι, το είπε ο Τσαρούχης, ‘’είσαι ό,τι δηλώσεις’’. Aυτό το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα, δεν το βλέπουμε και στους πολιτικούς;».

Πιστεύω ότι οι Πολιτιστικές Πρωτεύουσες στο κέντρο, στον πυρήνα τους, πρέπει να έχουν τον τόπο τους. Είναι μια ευκαιρία να ασχοληθούν με τα ζητήματά τους οι πόλεις, σε όλα τα επίπεδα, από την αρχιτεκτονική μέχρι τη φιλοσοφία και πάνω απ’ όλα με την κοινωνία. Να δημιουργήσουν ένα προβληματισμό γόνιμο που να αφορά την ίδια την πόλη

Επιρροές, σπουδές

Πριν περάσουμε στην παράσταση των Τρωάδων τον ρωτάμε για τις επιρροές του. «Η παιδεία μου είναι γερμανική, αλλά γερμανική-μπρεχτική, ό,τι και να κάνω, ακόμα και ένα έργο του Στρίντμπεργκ, του Ίψεν ή κάποιου αλλού συγγραφέα, πάντα ακολουθώ τη μέθοδο του Μπρεχτ, της ιστορικοποίησης και της ανάλυσης, χωρίς αυτήν δεν μπορώ». «Δηλαδή», μας διευκρινίζει, «προσπαθώ όσο περισσότερο μπορώ αντικειμενικά να προσεγγίζω το έργο και τους ρόλους, όχι υποκειμενικά, εξάλλου δεν θέλω να αυτοβιογραφούμαι ούτε εγώ ούτε οι ηθοποιοί μου».

pafos_2017_logoΤρωάδες για το Πάφος 2017

Οι Τρωάδες του Ευριπίδη είναι για τον κύριο Τερζόπουλο «η τραγωδία του εικοστού πρώτου αιώνα, η τραγωδία που έχει τον πόλεμο, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά, τη φτώχεια, την πείνα, όλα αυτά που βιώνουμε και που όπως φαίνεται εμφανίζονται καθοριστικά στον εικοστό πρώτο αιώνα». Ταυτόχρονα όμως «οι Τρωάδες, η Εκάβη μαζί με την οικογένειά της βρέθηκαν έξω από τα τείχη, έξω από την πόλη τους, μια μορφή διχοτόμησης, με αυτή την έννοια είναι πολύ επίκαιρο με την Κύπρο, με τη διχοτομημένη Λευκωσία». Γι’ αυτό απευθύνθηκε σε ηθοποιούς διχοτομημένων πόλεων.

Η τραγωδία αυτή, όπως μας ανέφερε, άρεσε πολύ και στον Γιάννη Κουνέλλη, στον οποίο αφιερώνεται αυτή η παράσταση και ο οποίος θα έκανε τη σκηνική εγκατάσταση. Έτσι το συζητήσανε με τους υπεύθυνους στην Πάφο και καταλήξανε και θεωρεί πως το αποτέλεσμα δικαιώνει την επιλογή αυτή: «Στις πρόβες υπήρχε μια ένταση, ένας ηλεκτρισμός θα έλεγα, υπήρχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για να πάμε κάπου. Χωρίς να θέλουμε να είναι πρώτου επίπεδου πολιτική πρόταση, είναι βαθιά πολιτική παράσταση. Τώρα που το ολοκληρώνουμε καταλαβαίνουμε πόσο χρήσιμη παράσταση είναι, γιατί κάποια στιγμή παίρνει το χαρακτήρα ακόμα και, θα έλεγα, μιας διαδήλωσης. Δηλαδή παίρνει ένα άμεσα πολιτικό χαρακτήρα».

Η μετάφραση του Κωστή Κολώτα

Για τη μετάφραση μας ανάφερε χαρακτηριστικά πως «έχουμε την τύχη να χρησιμοποιούμε τη μετάφραση του Κωστή Κολώτα, που είναι η καλύτερη των Τρωάδων που υπάρχει. Ο Κολώτας είναι εξαιρετικός μεταφραστής».

Ήταν μια απίστευτη συνάντηση. Η Δέσποινα ήθελε να γνωρίσει κάτι άλλο, κάτι καινούργιο, όπως λέει, και εγώ γνωρίζοντάς την είδα πόσο σύγχρονη, πόσο καινούργια είναι- και θα το διαπιστώσετε και στην παράσταση- κουβαλώντας όλο αυτό το υλικό της βαθιάς μνήμης, το ταλέντο της, σαφώς, την εμπειρία της. Οι μεγάλοι ηθοποιοί μπορούν άνετα να ακολουθήσουν και άλλους τρόπους και άλλες σχολές και να μεγαλουργήσουν

1. τρωαδες- ΜΠΕΜΠΕΔΕΛΗ

Η συνεργασία με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και τους άλλους ηθοποιούς

Ο κ. Τερζόπουλος ήταν αυτός που επεδίωξε τη συνεργασία με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, που θα ερμηνεύσει μάλιστα την Εκάβη για έβδομη φορά. Παρόλο που κάποιος μπορεί να πει πως η κ. Μπεμπεδέλη ανήκει σε μια διαφορετική θεατρική παράδοση από τη δική του, ο ίδιος θεωρεί πως «ήταν εξαιρετική η συνεργασία μου με τη Δέσποινα, την οποία θαυμάζω και εκτιμώ, την παρακολουθώ χρόνια».

Δύο μέρες, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν αρκετές για να συνεννοηθούν, αφού «ήρθε στις πρόβες ανοιχτή να αντιληφτεί τον καινούργιο τρόπο εργασίας. Έχει φτάσει η ερμηνεία της σε ένα επίπεδο, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό, γι’ αυτό είπαμε από την πρώτη στιγμή να απομακρυνθούμε από τα δραματικά μοιρολόγια και τη λυρική εικόνα της Εκάβης, ας την κάνουμε πολιτική, ας της δώσουμε μια επική διάσταση». Για μια περίοδο δούλευε το ρόλο και την παράσταση μέσα από τις οδηγίες του Μπρεχτ, «μια και η μπρεχτική παιδεία είναι και η βασική παιδεία μου, αυτό μας βοήθησε παρά πολύ, ώστε να το απο-ρεαλιστικοποιήσουμε και να το απο-υποκειμενοποιήσουμε δηλαδή να μην αυτοβιογραφηθούμε όλοι σε βάρος ενός διαχρονικού μέγιστου κειμένου, να απευθυνθούμε στον κόσμο, όπως στον Μπρεχτ. Η απεύθυνση είναι το βασικό ζήτημα, πιστεύω ότι το καταφέραμε».

Επανέρχεται στη συνεργασία με την κ. Μπεμπεδέλη για να την χαρακτηρίσει «μια απίστευτη συνάντηση. Η Δέσποινα ήθελε να γνωρίσει κάτι άλλο, κάτι καινούργιο, όπως λέει, και εγώ γνωρίζοντάς την, είδα πόσο σύγχρονη, πόσο καινούργια είναι- και θα το διαπιστώσετε και στην παράσταση- κουβαλώντας όλο αυτό το υλικό της βαθιάς μνήμης, το ταλέντο της, σαφώς, την εμπειρία της. Οι μεγάλοι ηθοποιοί μπορούν άνετα να ακολουθήσουν και άλλους τρόπους και άλλες σχολές και να μεγαλουργήσουν».

3. τρωαδεσ

Οι πρόβες

Άψογη ήταν και η συνεργασία με όλους τους ηθοποιούς, οι οποίοι, «τόσο οι δικοί σας, η Νιόβη Χαραλάμπους, ο Προκόπης Αγαθοκλέους, ο Ανδρέας Φυλακτού, όσο και οι υπόλοιποι, όλα τα παιδιά, μπήκαν αμέσως στη μέθοδο». Μας εξηγεί ότι «κάθε πρόβα αρχίζει με ένα training που διαρκεί μια ώρα, όπου γίνεται μια δουλειά πολύ σημαντική. Αυτό το training το έκανε η Δέσποινα καθημερινά, σχεδόν όλες τις ασκήσεις ακόμα και κάποιες πολύ δύσκολες. Ήταν έκπληξη για όλους μας η Δέσποινα. Το κάνανε όλα τα παιδιά και σιγά -σιγά μπαίναμε αυτοσυγκεντρωμένοι, αποφορτισμένοι από το καθημερινό άγχος, το στρες, τα μπλοκαρίσματα και ήταν πραγματικά μια πολύ ευτυχής συνάντηση με όλα αυτά τα παιδιά από τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή».

Υπερ-πολιτισμικό αποτέλεσμα

Το τεράστιο ενδιαφέρον για τον ίδιο από αυτή την παραγωγή «είναι η συνάντηση των γλωσσών. Κατάλαβα πόσο ενδιαφέρουσα γλώσσα είναι η εβραϊκή, πόσο ωραία, πόσο μουσική, όπως και οι γλώσσες οι βαλκανικές, το διαφορετικό ηχόχρωμα της κυπριακής διαλέκτου. Εμείς τις τονίζουμε αυτές τις διαφορές σε αυτή την παράσταση, ερχόμαστε με τις διαφορές μας και ενωνόμαστε μέσα από ένα σύστημα εργασίας». Γι’ αυτό παραδέχεται πως ενώ το ξεκίνημα και η πρόθεση ήταν για μια διαπολιτισμική συνάντηση, «το αποτέλεσμα είναι υπερ-πολιτισμικό, διότι είναι ενιαία η ομάδα, είναι μια κολεκτίβα, όλοι δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο, εκπέμπουν τη συγγενική κοινή ενεργεία, δηλαδή είναι μέσα σε μια συγγενική γλώσσα που εκφράζουν με πάθος».

5. τρωαδεσ

Η σκηνική εγκατάσταση

Ο Γιάννης Κουνέλλης που θα ετοίμαζε τη σκηνική εγκατάσταση πέθανε πριν ολοκληρωθεί το έργο του, έτσι δεν θα δούμε στη σκηνή τη δική του εγκατάσταση. Ο κ. Τερζόπουλος θεωρεί πως δεν έχει το δικαίωμα να δούμε κάτι από τις ιδέες του κ. Κουνέλλη, αφού δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του. Επίσης, όπως μας εξηγεί, «ο Γιάννης ήταν πολύ λεπτολόγος και παρατηρούσε και την πιο μικρή λεπτομέρεια, το συζήτησα και με την οικογένειά του, θεωρήσαμε πως δεν είναι σωστό να χρησιμοποιήσω έστω κάποιες από τις ιδέες του». Γι’ αυτό αποφάσισε να κάνει «ένα πολύ απλό χώρο, χρησιμοποιώ αρβύλες γύρω στα 200-250 ζευγάρια, φτιάχνω ένα χώρο, θα έλεγα, μια άτρακτο, ένα σπιράλ, όπου παίζουν οι ηθοποιοί, θυμίζει λίγο arte povera και είναι μια αναφορά στον Γιάννη».

  • Από την αγωνία του ιδίου του ανθρώπου να αλλάξει μπορεί να αλλάξει κάποτε η κοινωνία

Πολιτιστικές πρωτεύουσες και ο ρόλος τους

Η συζήτηση στρέφεται λογικά στο θεσμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας που φιλοξενεί την παράσταση. Ποιος ο ρόλος άραγε τέτοιων θεσμών σήμερα, σε μια Ευρώπη που για πολλούς είναι η Ευρώπη της λιτότητας, σε μια Ευρώπη που αφήνει πρόσφυγες να πνίγονται; Γενικότερα, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν σε αυτή την ταραγμένη εποχή και ειδικά σε αυτή την περιοχή του κόσμου, είναι καιρός για θέατρο, για τέχνη. Ο κ. Τερζόπουλος έχει ξεκάθαρη άποψη για το ρόλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και της δικής του συμβολής: «Όταν άρχισα να δουλεύω τις Τρωάδες κατάλαβα ότι ήθελα να αφορά την Κύπρο. Πιστεύω ότι οι Πολιτιστικές Πρωτεύουσες στο κέντρο, στον πυρήνα τους, πρέπει να έχουν να κάνουν κάτι για τον τόπο τους. Από την ιστορία του τόπου. Είναι μια ευκαιρία να ασχοληθούν με τα ζητήματά τους οι πόλεις, σε όλα τα επίπεδα, από την αρχιτεκτονική μέχρι τη φιλοσοφία και πάνω απ’ όλα με την κοινωνία. Να δημιουργήσουν ένα προβληματισμό γόνιμο που να αφορά την ιδία την πόλη. Εμένα αυτός είναι ο προβληματισμός μου, αυτός ήταν ο προσανατολισμός μου όταν κατατέθηκε η πρόταση».

Η Ευρώπη σήμερα

Όσο για την Ευρώπη σήμερα: «Εγώ δεν πιστεύω στην ενωμένη Ευρώπη, δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η Ευρώπη θα μας “σώσει”. Σε ένα κόσμο που αποδομείται και διαλύεται βλέπουμε όσο πότε άλλοτε να δημιουργούνται ακόμα μεγαλύτερα ταξικά όρια και ανισότητες απίστευτες και όλα αυτά προωθούνται συχνά από δήθεν αριστερές κυβερνήσεις. Εγώ είμαι εναντίον όλου αυτού. Στην ενωμένη Ευρώπη θα έπρεπε να υπάρχει ισότητα, διάλογος, φροντίδα προς τους πιο αδύνατους, εδώ δεν είναι έτσι, έχουμε πάλι τους νόμους της ζούγκλας».

Ο ρόλος της Τέχνης

Για την Tέχνη δηλώνει ότι «μπορεί να διαδηλώσει κάτι, άλλα δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο». Ένα εργαλείο όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, που είναι πολύ ισχυρό και μπορεί να επηρεάσει το μεγάλο μέρος του λαού είναι η τηλεόραση, «αλλά και αυτή είναι στα χέρια αυτών που μας αλλοτριώνουν. Είναι ένα μέσο που θα μπορούσε να εκπαιδεύει και να αλλάξει κάποια πράγματα. Να εκπαιδεύσει πραγματικά και να μετατραπεί σε ένα σχολείο που καθείς θα είναι σπίτι του και θα εκπαιδεύεται, άλλα δυστυχώς σκοπός αυτών των μέσων είναι να μας αλλοτριώνουν ακόμα περισσότερο και να μας αποπροσανατολίζουν».

Υπάρχει ελπίδα και πού;

Το τελευταίο ερώτημά μας, φυσιολογικό μετά από αυτά: Yπάρχει ελπίδα, κύριε Τερζόπουλε, πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος, όχι για τους λίγους, αλλά για τους πολλούς ή «είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων», όπως έγραψε ο Καβάφης και μας το θυμίζει η τραγωδία που θα παρακολουθήσουμε στις 7 και 8 Ιουλίου στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου;«Εγώ δεν είμαι από αυτούς που ελπίζουν αφηρημένα», θα μας απαντήσει. «Υπάρχει όμως κάτι, να μην το πω ελπίδα, η αγωνία να αλλάξουμε τους εαυτούς μας στην καθημερινότητα, να αλλάζουμε τον διπλανό μας και σιγά- σιγά μπορεί να αλλάξουμε περισσότεροι. Από τον άνθρωπο μπορεί να ξεκινήσει αυτή η αλλαγή, από αυτήν την αγωνία του ιδίου του ανθρώπου να αλλάξει και να αλλάξει τους άλλους, μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει κάποτε η κοινωνία. Κάπως να αλλάξει, δεν είμαι απόλυτα αισιόδοξος».

«Οι πολιτισμοί», μας λέει χαρακτηριστικά, «πάνε κατά διάολου, οι πολιτισμοί γενικώς σε όλο τον κόσμο, η έννοια του πολιτισμού, η ζωή γίνεται φτωχή. Υπάρχει αυτό το μεγάλο πρόβλημα σε όλες τις γλώσσες που φτωχαίνουν σε όλο τον κόσμο και εκεί φαίνεται ένας νέος μεσαίωνας. Δεν πιστεύω στις ελπίδες που διαρκώς καλλιεργούν οι πολιτικοί, δεν πιστεύω σε αυτές, χρησιμοποιούν την ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα, να χρειάζεται παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, πατάνε στις αδυναμίες του ανθρώπου. Ωστόσο… δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να παλεύουμε, να αγωνιζόμαστε. Ο καθείς μόνος του, αλλά και με την παρέα του, με την ομάδα του και αν δημιουργηθούν μικρές ομάδες- κολεκτίβες, πιστεύω κάτι θα αλλάξει».

4. τρωαδεσ

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.