Το μετέωρο βήμα του δημόσιου πανεπιστημίου στο ‘επιχειρείν’

1923

Του Δρ. Λάμπρος Λαμπριανού

 

Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (22/06/2017) ότι «το Πανεπιστήμιο Κύπρου
«μπορεί να ιδρύει, να συστήνει και να συμμετέχει σε οργανισμούς, εταιρείες ή άλλα νομικά
πρόσωπα, συνεταιρισμούς ή άλλες οντότητες για την εκπλήρωση των σκοπών του»,
συνάντησε μια εκκωφαντική και ίσως συναινετική σιωπή στην κυπριακή κοινή γνώμη.
Εντούτοις, πρέπει να λεχθούν δυο πράγματα, να εκφραστούν οι ανησυχίες που θα έπρεπε να
συνοδεύουν τέτοια βήματα. Οι στόχοι για «εκμετάλευση και ανάπτυξη των περουσιακών του
στοιχείων, των ερευνητικών ακαδημαϊκών και τεχνικών γνώσεων που έχει στη διάθεση του»
ακούγονται λογικοί και δικαιολογημένοι όσον αφορά τη δημιουργία ευκαιριών εργασίας για
νέους επιστήμονες – εντούτοις, δεν προσμετρούνται οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες
συνέπειες εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής.

Από τη δεκαετία του 1980, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που δεν αφορά
βέβαια μόνο το πεδίο της εκπαίδευσης, εισήχθηκαν μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά
συστήματα της Ευρώπης (καταρχήν στην Αγγλία – η αφετηρία έγινε στις ΗΠΑ μια δεκαετία
πριν), οι οποίες στόχευαν να συνδέσουν σταδιακά όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, κυρίως
την πανεπιστημιακή ως πηγή παραγωγής γνώσης και εξειδικευμένων ανθρώπων, με τις
ανάγκες της οικονομίας και συγκεκριμένα με εκείνες των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Η βάση αυτής της πολιτικής ήταν (και είναι) το επιχείρημα πως η σύγχρονη οικονομία,
προπάντων στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, στηρίζεται όλο και περισσότερο στην
καινοτόμα γνώση και πως η γνώση που μεταδίδεται στους νέους δεν αρκεί για να
αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις της σύγχρονης οικονομίας και συνεπώς της σημερινής αγοράς
εργασίας. Το αποτέλεσμα, κατά την ίδια αντίληψη, είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα
παράγει ανθρώπους με ανεπαρκή εξειδίκευση που τελικά καταλήγουν στην ανεργία. Οπότε,
κατά τους υποστηρικτές τους, οι μεταρρυθμίσεις αυτές στοχεύουν να δώσουν ευκαιρίες στους
νέους (και δήθεν ίσες) για απόκτηση της κατάλληλης γνώσης που θα χρησιμοποιήσουν ως
εργαλείο για την επαγγελματική τους αποκατάσταση στην απαιτητική αγορά εργασίας – με το
ίδιο σκεπτικό, η γνώση αυτή θα όφειλε να είναι το αποτέλεσμα της συμπαιγνίας των
εκπαιδευτικών θεσμών και των ιδιωτικών επιχειρήσεων στη μορφή της προώθησης εκείνων
των προγραμμάτων σπουδών που εξυπηρετούν τις ανάγκες των δεύτερων. Συνεχίζοντας τη
θέση αυτή ως το τέλος, εύκολα καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα (κάτι που έμμεσα
μεταφέρουν πολλά ΜΜΕ στην κοινή γνώμη και δυστυχώς αυτή έγινε και η κυρίαρχη
αντίληψη), πως όποιος δεν αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που του προσφέρονται (ή διαφορετικά,
δεν αποδώσει επαρκώς στα πλαίσια ενός σκληρού ανταγωνισμού) φταίει ο ίδιος ή δεν είχε
απλώς (εκ φύσεως) τις ικανότητες. Με άλλα λόγια, η κατάληξη στην ανεργία ή σε
χαμηλόμισθα ανειδίκευτα επαγγέλματα (οφείλει να) γίνεται αντιληπτή ως αποκλειστικά
προσωπική υπόθεση του καθενός – που σημαίνει ότι και η ευθύνη ανήκει στον καθένα
ξεχωριστά και όχι στην τυχόν λανθασμένη εκπαιδευτική πολιτική των εκάστοτε
κυβερνήσεων.

Κι όμως, πολύ απέχουν από την πραγματικότητα οι αιτίες για την απουσία επαγγελματικής
αποκατάστασης των περισσότερων νέων και παραπλανητική είναι η μετάθεση της ευθύνης σ’
αυτούς για τη χρήση ή όχι των ευκαιριών που έχουν. Στις διαφορετικές δυνατότητες που
πηγάζουν από την υφιστάμενη κοινωνική ανισότητα πρέπει να γυρέψει κάποιος τις
πραγματικές αιτίες και όχι στις ικανότητες τους, οι οποίες ναι μεν μπορεί να διαφέρουν αλλά
κανένας δεν γνωρίζει σε ποιο βαθμό μπορούν να αναπτυχθούν εάν τους δοθεί η δυνατότητα.
Εδώ και τέσσερεις δεκαετίες ζούμε την εμπαίδωση της αντίληψης πως όχι μόνο η
επιστημονική κατάρτηση και η εξειδίκευση των νέων οφείλει να συγκροτείται με στόχο
αποκλειστικά την ανάπτυξη της οικονομίας γενικά και της επιχειρηματικότητας ειδικά, αλλά
και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σ’ αυτή την εξέλιξη. Η προσαρμογή, όμως, της
παραγόμενης και διδασκόμενης γνώσης σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό στις ανάγκες
στελέχωσης των επιχειρήσεων, κάτι που τα τελευταία χρόνια λαμβάνει χώρα και στην Κύπρο,
εγκυμονεί τον κίνδυνο να καταστεί αυτή η γνώση (ως εμπόρευμα πια, που πρέπει να μπορεί
να πουληθεί για να λάβει χρηματοδότηση η παραγωγή και η διάχυση του) ελλειπής,
μονοδιάστατη και ξένη προς τις απαιτήσεις μιας ολοκληρωμένης παιδείας που είναι
απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας κοινωνίας, που δεν θέλει να οργανώνεται και να λειτουργά
αποκλειστικά στη βάση οικονομικών κριτηρίων.

Τώρα, η νέα νομοθετική ρύθμιση που προωθείται αποτελεί απλώς το επόμενο σε μια σειρά
από βήματα νεοφιλελεύθερων λογικών, των οποίων οι μελλοντικές δυσμενείς κοινωνικές
συνέπειες δεν θα μπορούν να κρυφτούν κάτω από το χαλί, όπως μπορούσαν, έστω, να
δικαιολογηθούν με την πρόταξη της επαγγελματικής αποκατάστασης των νέων.
Συγκεκριμένα, στη βάση αυτών των λογικών που παραπέμπουν στις ανάγκες της οικονομίας
και στην υποταγή της παιδείας σ’ αυτές τις ανάγκες, τέθηκε από την αρχή το πλασματικό
δίλημμα εάν το κράτος θα πρέπει να ιδιωτικοποιήσει την εκπαίδευση ή εάν θα την διατηρήσει
ως δημόσιο αγαθό, στο οποίο όλοι οφείλουν να έχουν το δικαίωμα ίσης πρόσβασης. Εάν η
προσπάθεια που γίνεται στις μέρες μας σε σχέση με το ‘επιχειρείν’ των δημόσιων
πανεπιστημίων καρποφορήσει, τότε η ανώτατη εκπαίδευση στην Κύπρο πρακτικά θα ημι-
ιδιωτικοποιηθεί, κάνοντας τους ίδιους τους θεσμούς της δημόσιας εκπαίδευσης επιχειρήσεις
που ανταγωνίζονται στην αγορά.

Ο ανταγωνισμός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με τα αντίστοιχα στην Ευρώπη και
διεθνώς που ως τώρα στόχευε, εκτός άλλων, στην προσέλκυση φοιτητών, στην εξασφάλιση
κονδυλίων για ερευνητικά προγράμματα κ.ο.κ, θα μεταφερθεί μέσω της ημι-ιδιωτικοποίησης
τους στην αγορά της αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων που θα γίνουν τώρα
κοινά προϊόντα, συγκεκριμένα, «εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες». Σε μια αγορά,
βέβαια, όπου το κυνήγι για εξασφάλιση μεγαλύτερων κερδών (από πατέντες ερευνητικών
αποτελεσμάτων, συμμετοχές σε οικονομικές δράσεις, ίδρυση επιχειρήσεων ή/και
κοινοπραξίες με ιδιωτικές επιχειρήσεις) θα καθορίζει τους όρους συμμετοχής στον ελεύθερο
ανταγωνισμό και συνεπώς τους στόχους και τους τρόπους λειτουργίας των πανεπιστημίων –
για παράδειγμα, σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών που προσφέρονται ή που
προωθούνται (βέβαια θα προωθούνται εκείνα που χρειάζονται μικρότερη χρηματοδότηση και
έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες οικονομικής αξιοποίησης), σε σχέση με τον αριθμό
διδασκόντων και ερευνητών όπως και των διοικητικών υπαλλήλων που εργοδοτούνται, σε
σχέση με το καθεστώς απασχόλησης τους και το ύψος των μισθών τους, σε σχέση με την
καταβολή ή όχι διδάκτρων από τους φοιτητές και άρα στο τέλος σε σχέση με το ποιοι
μπορούν και ποιοι δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω της οικονομικής τους κατάστασης, να
σπουδάσουν ή τουλάχιστον να συνεχίσουν τις σπουδές τους πέρα από το πτυχιακό επίπεδο.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης θα είναι οδυνηρές και καθόλου τυχαίες. Αν παραμείνουμε
μόνο στους φοιτητές και λάβουμε υπόψη την υπάρχουσα κοινωνική ανισότητα σε σχέση με
τις δυνατότητες των πολιτών να σπουδάσουν τα παιδιά τους, κάτι που πήρε μεγαλύτερες
διαστάσεις στη σημερινή οικονομική κρίση, η ημι-ιδιωτικοποίηση των δημόσιων
πανεπιστημίων θα γίνει το εφαλτήριο βήμα για μια περαιτέρω κοινωνική διαφοροποίηση
μέσα από ένα επιλεκτικό κοσκίνισμα των φοιτητών, το οποίο θα διαχωρίζει αυτούς που έχουν
την οικονομική ευχέρεια να σπουδάσουν από αυτούς που θα γίνουν οι χαμένοι του
παιχνιδιού.

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αποφανθεί, πως η επιτυχία της οικονομικής δραστηριότητας
ενός πανεπιστημίου μπορεί, τουλάχιστον προσωρινά, πράγματι να εξασφαλίσει περισσότερες
θέσεις εργασίας. Τι γίνεται όμως με μια αποτυχία – με ένα ενδεχόμενο που στην
ανταγωνιστική αγορά είναι συχνό φαινόμενο; Ποιοι θα καλεσθούν να πληρώσουν τα
«σπασμένα» εάν όχι οι φορολογούμενοι πολίτες διαμέσου του προϋπολογισμού του κράτους
και τα παιδιά τους, οι φοιτητές, που θα καλεστούν κατά πάσα πιθανότητα να πληρώνουν
δίδακτρα – κάτι που επιβλήθηκε ήδη στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης; Ή οι
εργοδοτούμενοι στο πανεπιστήμιο μέσω της συρρίκνωσης του αριθμού ή/και των μισθών
τους; Ή ακόμα, κάτι που είναι πιο πιθανό, ένα μέρος των ακαδημαϊκών μέσω της διεύρυνσης
του επισφαλούς καθεστώτος του ευέλικτου, αναλώσιμου, μερικώς απασχολημένου και
κακοπληρωμένου λεγόμενου Ειδικού Επιστήμονα που σήμερα ήδη αποτελεί περίπου το 1/3
του ακαδημαϊκού προσωπικού στα δημόσια πανεπιστήμια – ενός ακαδημαϊκού προσωπικού,
που είναι εκτεθειμένο σε οποιεσδήποτε αυθαίρετες αποφάσεις που αφορούν για παράδειγμα
τη μείωση των ωρομίσθιων απολαβών του και τη διάρκεια απασχόλησης του (όπως έγινε τα
τελευταία δύο χρόνια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου) και του οποίου ένα μέρος είναι
αναγκασμένο να μεταναστεύσει, ξανά, για να μπορέσει να επιβιώσει.
Πέρα, τώρα, από τις επιπτώσεις αυτής της νέας πολιτικής που προωθείται, πρέπει να ειπωθεί
ότι ως βασική προϋπόθεση για την ημι-ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων (που
βαφτίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών ως «συμβολή στην επιχειρηματική καινοτομία»)
τίθεται η αυτόνομη διαχείρηση του κρατικού προϋπολογισμού για τα δημόσια πανεπιστήμια.
Φυσικά και τα σχέδια για το ‘επιχειρείν’ των πανεπιστημίων πηγαίνουν πακέτο με το αίτημα
για την πλήρη αυτονόμηση τους – το δημόσιο χρήμα, που θα διαχειρίζεται αποκλειστικά η
διεύθυνση των πανεπιστημίων (ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων θα λαμβάνει χώρα
εκ των υστέρων), θα γίνει η κεφαλαιακή αφετηρία για την συμμετοχή τους στον ανταγωνισμό
της αγοράς. Με άλλα λόγια, η διεύθυνση των σημερινών πανεπιστημίων από διαχειριστής της
παραγωγής και διάδοσης γνώσης θα μετατραπεί, σταδιακά, επί το πλείστον σε διαχειριστή
των οικονομικών δραστηριοτήτων των αυριανών πανεπιστημίων/επιχειρήσεων – τα
οικονομικά κριτήρια (έσοδα και έξοδα) είναι αυτά που όλο και πιο αποφασιστικά θα
καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων και άρα τις αποφάσεις για
την κάθε πανεπιστημιακή πολιτική.

Επιτακτικά, λοιπόν, τίθεται η ερώτηση εάν οι εξελίξεις που τροχιοδρομούνται με τα
νομοσχέδια που προωθεί η κυβέρνηση για την επιχειρηματική δραστηριότητα των δημόσιων
πανεπιστημίων (καταρχήν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο ΤΕΠΑΚ και ακολούθως στο
Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου) εξυπηρετούν τον προσανατολισμό του εκπαιδευτικού
συστήματος στους στόχους της παιδείας – που εν συντομία μπορεί να διατυπωθούν ως η
ολοκληρωμένη μόρφωση του ανθρώπου, δηλαδή τόσο η ευρεία μάθηση για τη μορφή και
λειτουργία της κοινωνίας που ζούμε, η κατανόηση της συνάφειας μεταξύ επιστήμης και
κοινωνίας και η ανάπτυξη κριτικής σκέψης όσο και η επιστημονική εξειδίκευση που θα
βοηθήσει στην αυριανή επαγγελματική αποκατάσταση.

Δεν θα ήταν σοφότερο να διορθωθούν πρώτα τα κακώς έχοντα πριν γίνουν οποιαδήποτε
μετέωρα βήματα, οι επιπτώσεις των οποίων ούτε καν συμπεριλήφθηκαν στην προώθηση των
πιο πάνω σχεδίων; Γιατί, τελικά, ποιο κίνητρο θα οδηγήσει αυτούς που σήμερα υποστηρίζουν
και εφαρμόζουν, για παράδειγμα, την πολιτική δύο ταχυτήτων μεταξύ των ακαδημαϊκών να
μην εφαρμόσουν αύριο την ίδια πολιτική μεταξύ των φοιτητών, όταν απουσιάζει μάλιστα ο
άμεσος δημοκρατικός έλεγχος; Ποιος εγγυάται ότι, τελικά, ο σκληρός ανταγωνισμός της
αγοράς, στην οποία θα οδηγηθούν τα δημόσια πανεπιστήμια, δεν θα μεταφερθεί και
εντατικοποιηθεί στο σύνολο όλων των εργαζομένων τους, όπου οι μεν θα παλεύουν για ένα
κονδύλι περισσότερο με την ίδρυση μιας εταιρείας και οι δε για να κρατήσουν τη θέση τους,
κάνοντας έτσι την παιδεία πεδίο μαχών για επικράτηση; Εάν αφεθεί στα χέρια των
‘παιδαγωγών’ να διαχειριστούν το δημόσιο χρήμα κατά την κρίση τους, δεν τίθεται, στο
τέλος, η απλή, παλιά ερώτηση «ποιος θα διαπαιδαγωγήσει τους παιδαγωγούς»;

 
Κοινωνιολόγος, Ειδικός Επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.