«Το βλέπεις αυτό το σημάδι στο μέτωπο;»

Φώτο Αρχείου

103 μέρες αιχμαλωσίας για τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους. 103 μαρτυρικές μέρες στα χέρια του Τούρκου εισβολέα

Οι λέξεις αποδεικνύονται πολύ φτωχές για να περιγράψουν καταστάσεις μαρτυρικές. Οποια λέξη κι αν χρησιμοποιήσεις δεν μπορεί να αποδώσει τη βαρβαρότητα, το μένος και το μίσος του Τούρκου εισβολέα που ξεσπούσε στους αιχμαλώτους του πολέμου του 1974. Οι αποκαλύψεις των εγκλημάτων συγκλονιστικές. Οι μαρτυρίες για όσα διεπράχθησαν σε βάρος τους, απίστευτα τραγικές. Ταπεινώσεις, άγριοι ξυλοδαρμοί, εξευτελισμός, σημάδια ανεξίτηλα στην ψυχή και το σώμα μέχρι και σήμερα, 42 χρόνια μετά. Πώς όμως μπορεί κανείς να σβήσει απ’ την ψυχή τόση κτηνωδία; Από τα πλέον επώδυνα κεφάλαια της τουρκικής εισβολής, η αιχμαλωσία.

42 χρόνια μετά, Τετάρτη 10 Αυγούστου, Λευκωσία. Στο χώρο της εργασίας του ο κ. Χάρης Χαραλάμπους με περιμένει διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Στο τραπέζι, βιβλία πολλά. «Ο τελευταίος πειρασμός», «Ο καπετάν Μιχάλης», επίσης του Νίκου Καζαντζάκη. Ποιητικές συλλογές του Τεύκρου Ανθία και άλλα με μαρτυρίες από το δίδυμο έγκλημα της Κύπρου.
«Το βλέπεις αυτό το σημάδι στο μέτωπο; Το κουβαλώ 42 χρόνια τώρα… Είναι απ’ την μπότα Τούρκου», λέει. Ο πόνος, τόσα χρόνια μετά, ακόμη ζωγραφισμένος στο πρόσωπό του. 103 μέρες αιχμαλωσίας. 103 μαρτυρικές μέρες…
Απ’ την Κερύνεια, στη Μερσίνα, στα Αδανα, στο Τοκάτ… Κάθε σταθμός και μια ιστορία. Κάθε ιστορία και αμέτρητες πληγές στην καρδιά που δεν μπόρεσε ούτε ο χρόνος (που κατά τα άλλα είναι ο καλύτερος γιατρός) να επουλώσει.
«Περάσαμε δύσκολα», λέει. «Δεν ξεχνιούνται αυτά τα οποία βιώσαμε. Δεν μπορεί να ξεχαστεί τόση βαρβαρότητα. Και όταν ακόμη βλέπεις την πατρίδα σου μοιρασμένη στα δύο, η καρδιά σου γίνεται κομμάτια. Οταν ξέρεις πως αυτοί οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα στον Τούρκο εισβολέα είναι ατιμώρητοι, τότε ναι, δεν μπορεί να ησυχάσει η ψυχή σου».

«20 Ιουλίου 1974. Απ’ το αεροδρόμιο της Λευκωσίας στην Κυθρέα και από την Κυθρέα στην Κερύνεια για να καταλήξουμε στον Αη Γιώρκη όπου μείναμε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Προχωρήσαμε προς το Πέντε Μίλι και θυμάμαι να έρχονται επιτελείς των καταδρομέων και να υποχρεώνουν όλους όσοι κρατούσαν βαρέα όπλα να βγάλουν τους επικρουστήρες… Τους είπαν να τους πετάξουν… Πολλά τα ερωτηματικά, πολλά τα γιατί. Μέχρι σήμερα χωρίς απαντήσεις», λέει και το μυαλό μεταφέρεται σε εκείνες τις μέρες.
«Στις 9 το βράδυ διατάχθηκε οπισθοχώρηση. Μια ομάδα προχωρήσαμε προς την Κερύνεια και καταλήξαμε στο τάγμα 251. Μας έλεγαν ότι θα ερχόταν ελληνική βοήθεια… Τα άρματα όμως των Τούρκων μάς περικύκλωσαν. Ημασταν περίπου 50 άτομα μέχρι όμως να νυχτώσει γίναμε γύρω στους 150. Εκεί άρχισε το μαρτύριο…», συνεχίζει. «Μας φόρτωσαν σαν ζώα σε αυτοκίνητα και μας μετέφεραν στο Πογάζι. Μας πέταξαν σε μια μάντρα και εκεί μείναμε 8-9 μέρες… Κάθε βράδυ μας φόρτωναν σε φορτηγά και μας έπαιρναν στο Πέντε Μίλι. Με δεμένα μάτια και χέρια. Ακούγαμε τα κύματα, ξέραμε ότι βρισκόμασταν κοντά στη θάλασσα. Μας έβαζαν όμως πάλι στα φορτηγά και μας μετέφεραν πίσω στη μάντρα. Σε μια απ’ αυτές τις επιστροφές στο χώρο όπου κρατούνταν οι αιχμάλωτοι, ο κ. Χαραλάμπους θυμάται -σαν να ήταν χθες- τον άγριο ξυλοδαρμό του. Το αίμα… Πολύ αίμα να τρέχει από το κεφάλι του. Και τον Τουρκοκύπριο που έτρεξε να του φέρει ένα πουκάμισο και μια μαντηλιά για την πληγή.

«Δεν φορούσα πουκάμισο. Οταν μια συνέλαβαν το πέταξα επειδή επάνω είχε διακριτικά.Με αφορμή αυτό (ότι δεν φορούσα πουκάμισο) με κτύπησαν άγρια, με κλωτσούσαν. Από μια κλωτσιά το μέτωπό, άνοιξε αιμορραγία. Ενας Τουρκοκύπριος έτρεξε και μου έφερε ένα πουκάμισο και μια μαντηλιά για να δέσω την πληγή». Οσο για τις συνθήκες κράτησής τους, αθλιότατες. Απάνθρωπες. Σε όλους τους σταθμούς. «Αρχικά μας πέταξαν σε ένα δωμάτιο-μάντρα. Ούτε νερό δεν είχαμε. Πίναμε νερό από την τουαλέτα… Και κάθε βράδυ μας έβαζαν μπροστά από τα άρματα να “κόψουμε” τις σφαίρες…».

«Στις εννέα μέρες μάς φόρτωσαν στα πλοία και πήγαμε στα Αδανα. Αλήθεια όμως, δεν μπορεί να περιγραφεί η κατάσταση στα πλοία. Μέρες με λιγοστό φαγητό, μέρες χωρίς νερό. Είδα ανθρώπους να πίνουν τα ούρα τους για να ξεδιψάσουν…», λέει και προσθέτει: «Στα Αδανα, στην Αμάσεια και στο Τοκάτ. Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Ηλιο κάναμε πολλές μέρες να δούμε. Το ταξίδι προς την Αμάσεια επεισοδιακό. Τα σιδηροδρομικά βαγόνια και η αυτοκινητοπομπή που μας μετέφεραν δέχθηκαν άγριες επιθέσεις από τον φανατισμένο τουρκικό όχλο… Μας έβριζαν, μας έφτυναν… Αιχμάλωτοι πολέμου όμως ήμασταν. Αιχμάλωτοι της βαρβαρότητας των Τούρκων…».

23 χρονών τότε, 65 σήμερα. Πέρασαν τα χρόνια. Ομως οι μνήμες δεν σβήνουν. Δεν λέει χαλάλι στα όσα πέρασε, στα όσα έζησε. Η Κύπρος συνεχίζει να βρίσκεται κάτω από την μπότα του Αττίλα. Και οι υπαίτιοι της εισβολής, που έχουν όνομα και επώνυμο, δεν έχουν ποτέ τιμωρηθεί…
Μαρίνα Κουμάστα

Σχολιάστε την είδηση

Σχόλια | Τα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και μόνο. Μη κόσμια ή/και προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.