Ο λόγος περί πατρότητας και ισότητας των φύλων

306

Της Κάλιας Ανδρέου

Όταν μια κοινωνία θέλει να θεωρείται προοδευτική θα πρέπει αρχικά να συμβάλει στην ίση αντιμετώπιση προς όλα της τα μέλη. Το ιδεατό θα ήταν να αρχίσει να αμφισβητεί κάθε στερεότυπο, αλλά και να νιώσει την ανάγκη να απαλλαχτεί από οποιοδήποτε κατασκεύασμα εξυπηρετεί την «ομαλή» συνέχιση της «κανονικότητας».

Είναι γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει καταφέρει να αποδεχτεί ότι εκτός του ότι τα φύλα δεν είναι μόνο δύο (!), έχει και την κύρια ευθύνη στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται καθημερινά πολύ σοβαρά θέματα, με άξονα τη μη αποδοχή αλλά και την ανάγκη κατασκευής προτύπων, με αποτέλεσμα τη διάκριση και την άδικη αντιμετώπιση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Τις τελευταίες μέρες υπάρχει έντονη αντίδραση από το ΑΚΕΛ για την αναπομπή του νόμου από τον ΠτΔ όσον αφορά την παροχή επιδόματος και άδειας πατρότητας σε ανύπαντρους πατέρες. Ένα δικαίωμα που λογικά θα έπρεπε να δικαιούται ο καθένας, ο οποίος μετά και την αναγνώριση του παιδιού του -άρα νομικά- θεωρείται πλέον πατέρας. Είτε είναι παντρεμένος είτε όχι. Τι σχέση έχει εξάλλου αν κάποιος επιλέγει να γίνει πατέρας εκτός ή εντός γάμου; Αν είναι παντρεμένος θεωρείται περισσότερο πατέρας από αυτόν που επιλέγει να μην είναι;

Για να το πάρουμε από την αρχή, οι ρίζες του προβλήματος, δηλαδή της μη παραδοχής μας ότι τα φύλα είναι και θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ισότιμα, ίσως να ξεκινούν από τον όρο «οικογένεια». Το πρότυπο ενός άντρα – πατέρα και μιας γυναίκας – μητέρας, παντρεμένους με τις ευλογίες του παπά, είναι ό,τι πιο οικείο και αποδεχτό στα μάτια και στα αυτιά μας.

Το γεγονός όμως ότι ένας ανύπαντρος πατέρας είτε από επιλογή του είτε όχι, δεν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άδεια και επίδομα πατρότητας, όπως λαμβάνει μια ανύπαντρη μητέρα, είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να μας προβληματίσει. Ο προβληματισμός δεν πρέπει να περιστρέφεται μόνο γύρω από τη διάκριση του ίδιου του άντρα, αλλά και της γυναίκας.

Γιατί περί διάκρισης και των δύο πρόκειται. Παραχωρώντας δικαιώματα στον έναν εκ των γονιών, όχι μόνο αυτόματα υποβαθμίζεις τον άλλον, αλλά ταυτόχρονα «ταπελώνεις» τη μια εκ των θέσεων ως πιο σημαντική.

Βάζοντας σε πιο «ευάλωτη» θέση το ρόλο της γυναίκας-μητέρας, είναι σαν να περνάς το μήνυμα ότι ο ρόλος της μητέρας είναι και θα πρέπει να είναι πιο αισθητός στα πλαίσια της «οικογένειας», αμφισβητώντας την ίδια ώρα το ρόλο του πατέρα. Συνέπεια αυτού είναι η κατασκευή ενός προτύπου «γυναίκα ίσον μητέρα» την ίδια ώρα που καθαίρεται ο ρόλος του άντρα ως πατέρα. Σαν να γίνεται αποδεχτός ο αποστασιοποιημένος ρόλος του άντρα ως γονέα, αλλά και ως συζύγου / συντρόφου.

Το πώς συνδέεται επίσης η αμφισβήτηση του άντρα ως γονέα, με το αίτημα ομοφυλόφιλων ζευγαριών να έχουν το δικαίωμα να υιοθετούν παιδιά όπως και τα στρέιτ ζευγάρια, είναι μια από τις συνέπειες, που αν μη τι άλλο διαμορφώνουν σημαντικά την κοινή γνώμη.