Το ΓεΣΥ χρειάζεται πολιτική βούληση

21

 • Έτοιμος να συγκρουστεί με συμφέροντα για την εφαρμογή του ο Σταύρος Μαλάς

Την ετοιμότητά του να συγκρουστεί με συμφέροντα, τα οποία δεν επιθυμούν την εφαρμογή του ΓεΣΥ, εξέφρασε ο υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σταύρος Μαλάς, σημειώνοντας πως ο ίδιος έχει τόσο την πολιτική βούληση όσο και τη γνώση για να το πράξει. Σε δηλώσεις του στο εκλογικό του επιτελείο, ο κ. Μαλάς είπε αρχικά πως δυστυχώς τα συμπεράσματα για την υγεία στην Κύπρο που δημοσιοποιήθηκαν από την Κομισιόν και δείχνουν ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολύ δεινή θέση επιβεβαιώνουν ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη για σχεδόν 5 χρόνια άφησε την κατάσταση να οδηγηθεί από το κακό στο χειρότερο με θύμα τους πολίτες.

Ο κ. Μαλάς ανέφερε πως από την έκθεση εξάγονται αβίαστα 3 συμπεράσματα, ότι πρώτον οι δαπάνες στον τομέα της Υγείας είναι οι χαμηλότερες στην Ευρώπη, δεύτερον ότι οι δαπάνες στον δημόσιο τομέα είναι οι χαμηλότερες στην Ευρώπη τη στιγμή που ο τομέας εξυπηρετεί το 75% του πληθυσμού και τρίτον ότι οι δαπάνες στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος εξυπηρετεί το 25% του πληθυσμού, έχουν πολύ πιο υψηλό κόστος από τον δημόσιο τομέα.

Ο υποψήφιος Πρόεδρος σημείωσε πως τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώνουν τη θέση ότι τα δημόσια νοσηλευτήρια χρειάζονται άμεση οικονομική στήριξη την οποία η κυβέρνηση έχει μειώσει σημαντικά, ότι η εφαρμογή ενός οικονομικά βιώσιμου ΓεΣΥ θα πρέπει να έχει ως ραχοκοκαλιά του τα δημόσια νοσηλευτήρια και ότι η εφαρμογή του προϋποθέτει επίσης ριζικές αλλαγές στη δομή παροχής υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα.

Εξέφρασε παράλληλα την άποψη ότι η εφαρμογή του ΓεΣΥ χρειάζεται, όχι μόνο πλήρη αντίληψη των δεδομένων, αλλά και πολιτική βούληση να συγκρουστεί με συμφέροντα, τα οποία δεν επιθυμούν την εφαρμογή του ΓεΣΥ όπως αυτό σχεδιάστηκε. «Και εμείς έχουμε τη βούληση και τη γνώση να εφαρμόσουμε το ΓεΣΥ προς όφελος των πολιτών και της δημόσιας υγείας», είπε.

Ερωτηθείς κατά πόσον το νομοσχέδιο για το ΓεΣΥ καλύπτει ή όχι τις δικές του προσδοκίες, ο κ. Μαλάς είπε πως «είναι άλλο να ψηφίζεις ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο και να θέτεις χρονοδιαγράμματα και άλλο είναι να υλοποιείς πολιτικές για να εφαρμόσεις το ΓεΣΥ» και έθεσε ένα ρητορικό ερώτημα για το «τι έχει γίνει μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου έτσι ώστε τα δημόσια νοσηλευτήρια να μπορούν να ανταποκριθούν στην αποστολή τους και να αναδιοργανωθούν».

Ο κ. Μαλάς ανέφερε πως η πρώτη φάση του ΓεΣΥ προϋποθέτει την εφαρμογή του σε 18 μήνες και διερωτήθηκε τι έγινε προς αυτή την κατεύθυνση. «Συζητούμε καθημερινά με τους λειτουργούς της Υγείας εάν έχουν την οποιαδήποτε ενημέρωση. Είναι γι’ αυτό που επαναλαμβάνω ότι μετά τις Προεδρικές Εκλογές κάποιοι θα ανοίξουν το θέμα του ΓεΣΥ ξανά, καραδοκούν ώστε να καθυστερήσει η υλοποίησή του και να αλλάξει η φιλοσοφία του», είπε. «Η εφαρμογή ενός ΓεΣΥ είναι η μεγαλύτερη οικονομική, όχι μόνο κοινωνική, μεταρρύθμιση που θα επιτευχθεί στη χώρα μας και αυτό θα αγγίξει πολλούς που εργάζονται στον τομέα της Υγείας», κατέληξε.

Οι ασθενείς βιώνουν τα θλιβερά συμπεράσματα της έκθεσης της Κομισιόν

Κενά, ελλείψεις και σοβαρά προβλήματα έδειξε η «ακτινογραφία» του δημοσίου συστήματος υγείας της χώρας μας μέσα από έκθεση για τις πολιτικές στην Υγεία που δημοσιοποίησε προχθές η Κομισιόν. Η Κύπρος βρίσκεται στην τελευταία θέση στην ΕΕ στις δαπάνες για τη δημόσια υγεία την ίδια ώρα που οι μισοί περίπου Κύπριοι (44%) αδυνατούν να έχουν πρόσβαση στην Υγεία. «Τα όσα θλιβερά για τη δημόσια υγεία στην Κύπρο διαπιστώνει η Κομισιόν, τα βιώνουν με έναν οδυνηρό τρόπο οι πολίτες στη χώρα μας», τονίζει ο εκπρόσωπος Τύπου του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου. «Τα βιώνουν με τις ατέλειωτες λίστες αναμονής στα δημόσια νοσηλευτήρια, με τις σοβαρές ελλείψεις σε αναλώσιμα, με τη μαζική φυγή ιατρών που προκαλεί υποστελέχωση, με την απίστευτη ταλαιπωρία που υφίστανται οι ασθενείς αναμένοντας κατάλληλη θεραπεία και φροντίδα», υπογραμμίζει ενδεικτικά. Όλα αυτά, αναφέρει, είναι τα οδυνηρά αποτελέσματα της σκληρής λιτότητας που επέβαλε η απερχόμενη κυβέρνηση Αναστασιάδη – Συναγερμού στη δημόσια υγεία. Με την πολιτική λιτότητας της απερχόμενης κυβέρνησης ο τομέας της δημόσιας υγείας έχει φτάσει στον πάτο, σημειώνει και υποδεικνύει ότι η στήριξη της δημόσιας υγείας και η ταχύτερη εφαρμογή του ΓεΣΥ όπως έχει συμφωνηθεί είναι επείγουσα ανάγκη. «Αυτό θα κάνει ο Σταύρος Μαλάς με την εκλογή του στην προεδρία της Δημοκρατίας. Ο Σταύρος Μαλάς αποτελεί εγγύηση για τη στήριξη της δημόσιας υγείας και για την ταχύτερη και συνεπή εφαρμογή του ΓεΣΥ», αναφέρει για να προσθέσει ότι «μια τέτοια εγγύηση δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε ο Ν. Αναστασιάδης και ούτε ο Ν. Παπαδόπουλος οι οποίοι αμφότεροι κατά καιρούς υπερασπίστηκαν διαφορετικά μοντέλα ΓεΣΥ από αυτό που τελικά εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων». Την έκθεση σχολιάζουν με ανακοινώσεις τους ο βουλευτής των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης και το επιτελείο Νικόλα Παπαδόπουλου, με τον αναπληρωτή κυβερνητικό εκπρόσωπο να απαντά ότι «τα προβλήματα στην Υγεία λύνονται με διαρθρωτικές αλλαγές που προώθησε και υλοποιεί η κυβέρνηση». Επιχειρώντας ο Βίκτωρας Παπαδόπουλος να υποβαθμίσει τα πορίσματα της έκθεσης αναφέρει ότι αυτή αναφέρεται στο 2015, ενώ διερωτάται «όσον αφορά τις λεγόμενες εισηγήσεις του υποψήφιου Προέδρου Νικόλα Παπαδόπουλου πώς τέτοιες εξαγγελίες που χρειάζονται πολλά χρόνια για να εισαχθούν, θα βοηθήσουν τους συμπολίτες μας τώρα».

Σήμα SOS για τα δημόσια νοσηλευτήρια

•Μελέτη KPMG: Καμία παρέμβαση δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής φροντίδας υγείας

Άμεσης αντιμετώπισης χρήζει η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα δημόσια νοσηλευτήρια, αφού η μείωση στα ποσοστά εισροών παραγωγικότητας (π.χ. φυγή ιατρών από δημόσιο σε ιδιωτικό τομέα)σε σχέση με την αύξηση στη ζήτηση των υπηρεσιών υγείας έχει επηρεάσει -κατά γενική ομολογία- την ποιότητα φροντίδας προς τους ασθενείς. Τα νοσοκομεία, σύμφωνα με μελέτη που διενήργησε η KPMG για τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού των νοσοκομείων, παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες και ελλείψεις και η λειτουργία τους επηρεάζεται και από τα εν γένει δομικά προβλήματα του δημοσίου συστήματος υγείας, το οποίο κατά τους μελετητές είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικό και «ως εκ τούτου τα νοσοκομεία λειτουργούν ως αποκεντρωμένες μονάδες του Υπουργείου Υγείας που ελέγχονται κεντρικά».

Όπως σημειώνουν οι μελετητές, υπήρξαν σποραδικές προσπάθειες για τη βελτίωση της λειτουργίας των δημοσίων νοσηλευτηρίων, ωστόσο υποδεικνύουν «καμία παρέμβαση από μόνη της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η βέλτιστη λύση ούτε αποτελεί υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής παροχής φροντίδας υγείας». Ο καταρτισμός ολοκληρωμένης πολιτικής παροχής φροντίδας υγείας κρίνεται απαραίτητος, όπως τονίζουν.

Η πολυσέλιδη μελέτη της KPMG (βρίσκεται από την Πέμπτη στα χέρια της Βουλής) αναδεικνύει άλλο ένα πρόβλημα, χιλιοειπωμένο. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υφιστάμενη λειτουργία των κέντρων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η οποία «αποτελεί ίσως την πιο σημαντική στρέβλωση που οδηγεί σε δυσλειτουργίες και επηρεάζει σημαντικά τα νοσοκομεία και κυρίως τα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων». Συγκεκριμένα οι μελετητές παρατηρούν περιορισμένη διαθεσιμότητα της πρωτοβάθμιας φροντίδας κατά τις απογευματινές ώρες με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται οι ανάγκες των ασθενών. Μνεία γίνεται στη Λευκωσία με τους μελετητές να διαπιστώνουν, μεταξύ άλλων, ότι «δεν υπάρχει εύκολη πρόσβαση όλων των ασθενών στα κρατικά κέντρα υγείας, αφού το μόνο κέντρο που παρέχει υπηρεσίες κατά τις απογευματινές ώρες για ολόκληρη την περιοχή Λευκωσίας είναι το παλιό νοσοκομείο το οποίο στελεχώνεται με 3 γιατρούς. Να σημειώσουμε ότι πρόσφατα απογευματινά ιατρεία λειτουργούν και στο νέο ιατρικό κέντρο Λατσιών.

Η μελέτη απορρίπτει όμως και κάτι άλλο το οποίο συχνά ακούμε. Ό,τι τα νοσοκομεία είναι υπερπλήρη. Μέσα από ενδελεχή ανάλυση της πληρότητας που παρουσιάζουν τα νοσηλευτήρια της χώρας η KPMG καταλήγει στο συμπέρασμα της υποχρησιμοποίησης των υπηρεσιών των νοσοκομείων σε κάποιες περιοχές σε σύγκριση με άλλα νοσοκομεία. «Το χαμηλό ποσοστό πληρότητας των κλινών δείχνει ενδεχομένως ότι το πρόβλημα δεν εστιάζεται στην έλλειψη κλινών, αλλά στην καλύτερη κατανομή ή και χρήση των κλινών ανά νοσοκομείο και ειδικότητα και στην ανάγκη για βέλτιστη στελέχωση και κατανομή του προσωπικού και βέλτιστη χρήση του υφιστάμενου εξοπλισμού των νοσοκομείων», αναφέρει. Οι μελετητές «άγγιξαν» και τις χειρουργικές επεμβάσεις διαπιστώνοντας ότι «με βάση τις δυνατότητες των υφιστάμενων χειρουργικών υποδομών, όλα τα χειρουργεία υπολειτουργούν και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό για μείωση και της λίστας αναμονής των ασθενών».

Μαρίνα Κουμάστα