Η Κύπρος, με θλιβερή εξαίρεση τη δεξιά και ακροδεξιά που επιμένουν να βιάζουν την ιστορία και να ξεπλένουν την ντροπή της εσχάτης προδοσίας, θυμάται σήμερα τη μέρα κατά την οποία η Χούντα και η φασιστική ακροδεξιά, στο πρόσωπο της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β, κατέλυσαν τη Δημοκρατία στην Κύπρο ανοίγοντας την πόρτα για την εισβολή των Τούρκων. Οι δημοκρατικά σκεπτόμενοι άνθρωποι κλίνουν και πάλι σήμερα, το γόνυ ευλαβικά στα παλικάρια που ηρωικά στάθηκαν απέναντι στις ορδές των φασιστών και προδοτών και δολοφονήθηκαν επειδή αγωνίστηκαν υπέρ της Δημοκρατίας.

Σήμερα συμπληρώνονται 44 χρόνια από την ημέρα που τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της προδοσίας σε βάρος του τόπου και του λαού μας, η οποία εξυφαινόταν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια από το ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς και τη Χούντα των Αθηνών, με εκτελεστικά όργανα στην Κύπρο τους Έλληνες χουντικούς αξιωματικούς και την τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ Β’.

Σχεδόν μισό αιώνα μετά, οι πληγές είναι ακόμα αιμάσσουσες στο σώμα του τόπου μας. Σχεδόν το μισό έδαφος υπό τουρκική κατοχή, εκατοντάδες αγνοούμενοι, μαυροφορεμένες οικογένειες. Παρόλ’ αυτά, μολονότι τα αποτελέσματα της εσχάτης προδοσίας είναι εκεί, μπροστά μας, στον Πενταδάκτυλο, στα οδοφράγματα, στα νεκροταφεία, στα κομοδίνα με τις μαυρόασπρες φωτογραφίες και στους τοίχους των σπιτιών μας, το υπέρτατο έγκλημα παραμένει ατιμώρητο και οι θυσίες των ανθρώπων που έπεσαν, είτε από φίλια είτε από εχθρικά πυρά, αδικαίωτες και αλύτρωτες.

Αντί του mea culpa, της αποδοχής της ευθύνης, μιας ειλικρινούς απολογίας και μεταμέλειας, στην Κύπρο ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τα εξής: Ανέγερση μνημείων και τρισάγια στον τάφο του ανθρώπου που ήρθε μυστικά στην Κύπρο, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β, συντόνισε την υπονόμευση της Δημοκρατίας, συνέταξε ο ίδιος πραξικοπηματικά σχέδια, κινούσε τα νήματα της παρακρατικής τρομοκρατίας και τελικά πέτυχε το σκοπό των εντολέων του. Την ανατροπή της συνταγματικής τάξης και την εισβολή της Τουρκίας.

Ζούμε επίσης τη θρασύτατη επιμονή του σημερινού κυβερνώντος κόμματος να στεγάζει ή και να στηρίζει πολιτικά πραξικοπηματίες. Ζήσαμε την προκλητικότατη συμπεριφορά τους στην υπόθεση του πορίσματος για το Φάκελο της Κύπρου, όπου αμφισβήτησαν απροκάλυπτα τα γεγονότα. Ζούμε την προσπάθεια παραχάραξης της ιστορίας, διαστρέβλωσης των ιστορικών γεγονότων, ηρωοποίησης του μεγαλύτερου προδότη και εν τέλει δικαίωσης της έσχατης προδοσίας.

Όλα αυτά, ενώ ο Πενταδάκτυλος είναι απέναντι και μας μουντζώνει. Ενώ οι νοσταλγοί της Χούντας, το παρακλάδι της Χρυσής Αυγής στην Κύπρο, κατέχουν και βουλευτικά έδρανα.

Τάσος Περδίος

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε την τεράστια ευθύνη που έχουμε ως Ελλάδα για το ότι πάνω στην κυπριακή τραγωδία και στο λίπασμα των θυμάτων της πραγματοποιήθηκε η μεταπολίτευση και η δημοκρατία επανήλθε στη χώρα μας».

Νίκος Βούτσης, Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων στην τελετή παράδοσης του Φακέλου της Κύπρου, 14 Ιουλίου 2017

«Δεν θα βρεθεί Έλλην αξιωματικός να στρέψει τα όπλα εναντίον μου».

Μακάριος, για τις προειδοποιήσεις ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα ανατροπής του.

«Το πραξικόπημα της Ελληνικής Χούντας αποτελεί εισβολή και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους».

Μακάριος, στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, 19 Ιουλίου 1974

«Είναι εις όλους σας γνωστά τα μέχρι σήμερον διατρέξαντα που επέβαλον την σωτήριον επέμβασιν των στρατευμένων τέκνων της πατρίδας μας. Γι’ αυτό με ιδιαιτέρα περηφάνια, αναλαμβάνω σήμερον τα υψηλά μου καθήκοντα».

Νίκος Σαμψών, διάγγελμα με την ανάληψη της ηγεσίας της πραξικοπηματικής κυβέρνησης, 15 Ιουλίου 1974

Untitled

 

Η αντίσταση στη Λεμεσό έγραψε τη δική της ιστορία

Το σημαντικό ρόλο που είχε η πόλη ενάντια στο πραξικόπημα περιγράφουν μέσα από τις μνήμες τους άνθρωποι που βρέθηκαν εκείνες τις τραγικές μέρες στα βασικά σημεία των μαχών

…και κάποιοι που ακόμα θυμούνται και τέτοιες μέρες οι μνήμες τους γίνονται ακόμα πιο έντονες, προσπαθούν να θυμίσουν σε όσους έχουν ξεχάσει και να πληροφορήσουν τους νεότερους για τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνες τις μέρες

Κι όταν εκείνο το πρωί της 15ης Ιουλίου του 1974 η εγκληματική δράση αυτών των «πατριωτών» έφτασε στο ζενίθ της, με το πραξικόπημα, εκείνοι οι νέοι και γενικότερα ο κόσμος της Λεμεσού, αριστεροί και άλλοι δημοκράτες, έτρεξαν να αντισταθούν στους εσωτερικούς εχθρούς της πατρίδας, υπερασπιζόμενοι τη νομιμότητα και τη δημοκρατία

Ο Αστυνομικός Σταθμός Αγίου Νικολάου, το Εφτάπατο και η ευρύτερη συνοικία, ο Κεντρικός Αστυνομικός Σταθμός και η γύρω περιοχή, η συνοικία του Αγίου Ιωάννη με επίκεντρο τον τοπικό αστυνομικό σταθμό, υπήρξαν τις μέρες εκείνες τα βασικά σημεία των μαχών που δόθηκαν κατά των πραξικοπηματιών

Στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού οι πραξικοπηματίες είχαν ξηλώσει και συλλάβει τους νόμιμους αξιωματικούς και μοιράστηκαν μεταξύ τους αστέρες. Διευθυντής είχε αναλάβει ο Χρύσανθος Αναστασιάδης. Οι αντιστασιακοί κρατούμενοι που πέρασαν από εκεί, έφαγαν το ξύλο της χρονιάς τους. Το ίδιο γινόταν και στις Κεντρικές Φυλακές όπου κατέληγαν

Του  Χρήστου Χαραλάμπους

Έχουν περάσει χρόνια πολλά, όμως σαν να έγινε μόλις χθες… Τι κι αν πέρασε σχεδόν μισός αιώνας; Γι’ αυτούς τους ανθρώπους μοιάζει σαν κάτι που γίνεται τώρα και βρίσκεται σε εξέλιξη… Το νιώθεις αυτό στον ήχο της φωνής τους που διακόπτεται κάθε τόσο πνιγμένη από τα ανάμεικτα συναισθήματα της θλίψης και της οργής… Το βλέπεις στην έκφραση που παίρνει το πρόσωπό τους και κυρίως στα μάτια τους, που μια κοιτάζουν κάπου στον αέρα ψάχνοντας να καρφώσουν (και το κατορθώνουν) κάποιες συγκεκριμένες στιγμές (τις συγκλονιστικότερες από τις συγκλονιστικές) και μια θολώνουν από τα δάκρυα που αβίαστα προκαλούν οι θύμησες εκείνων των ημερών…

Είναι κάποιοι από τους ανθρώπους που εκείνο το καλοκαίρι του 1974 βίωσαν το έγκλημα που έγινε στην Κύπρο μέσα από το προδοτικό φασιστικό πραξικόπημα, τα τραγικά αποτελέσματα του οποίου εξακολουθούν να βασανίζουν την πατρίδα μας και τους ανθρώπους του τόπου μας.Είναι κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν σε εκείνο το έγκλημα και έδωσαν μάχες με τους πραξικοπηματίες στη Λεμεσό, υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατία και τη νομιμότητα.

Κάποιοι από αυτούς τραυματίστηκαν σε κάποια διαδρομή της αντιστασιακής τους δράσης κι άλλοι σκοτώθηκαν, ή, πιο σωστά, δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ όταν βρέθηκαν στα χέρια των πραξικοπηματιών… Άλλους τους κατέβαλε ο χρόνος και κάποιοι που ακόμα θυμούνται και τέτοιες μέρες οι μνήμες τους γίνονται ακόμα πιο έντονες, προσπαθούν να θυμίσουν σε όσους έχουν ξεχάσει και να πληροφορήσουν τους νεότερους για τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνες τις μέρες.

Αυτός ακριβώς ήταν και ο στόχος της εκδήλωσης που διοργάνωσαν στη Λεμεσό το Ινστιτούτο Ερευνών «Προμηθέας» και ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Δημοκρατικών Αντιστασιακών. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, βετεράνοι της αντίστασης πορεύτηκαν στους δρόμους της Λεμεσού περνώντας από τα σημεία-σύμβολα αντίστασης της πόλης, δίνοντας την ευκαιρία στον κόσμο που τους ακολούθησε σ’ αυτό τον περίπατο να γίνει κοινωνός κάποιων σημαντικών πτυχών της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας.

Τότε ήταν άνθρωποι νέοι, που είχαν ολοκληρώσει τη στρατιωτική τους θητεία και απλοί πολίτες πια, είχαν τραβήξει ο καθένας το δρόμο της δικής του βιοπάλης, χωρίς όμως να έχουν διαγράψει από το μυαλό τους τους κινδύνους που απειλούσαν την πατρίδα και τη δημοκρατία, αφού στα χρόνια που είχαν προηγηθεί, ανελέητη ήταν η εγκληματική δράση των γνωστών-άγνωστων που αποτελούσαν τις παράνομες ομάδες και στο όνομα του «πατριωτισμού» και της «εθνικοφροσύνης» τους δολοφονούσαν δημοκράτες και κυρίως ανθρώπους της Αριστεράς.

Κι όταν εκείνο το πρωί της 15ης Ιουλίου του 1974 η εγκληματική δράση αυτών των «πατριωτών» έφτασε στο ζενίθ της, με το πραξικόπημα, εκείνοι οι νέοι και γενικότερα ο κόσμος της Λεμεσού, αριστεροί και άλλοι δημοκράτες, έτρεξαν να αντισταθούν στους εσωτερικούς εχθρούς της πατρίδας, υπερασπιζόμενοι τη νομιμότητα και τη δημοκρατία.

Ο Αστυνομικός Σταθμός Αγίου Νικολάου, το Εφτάπατο και η ευρύτερη συνοικία, ο Κεντρικός Αστυνομικός Σταθμός και η γύρω περιοχή, η συνοικία του Αγίου Ιωάννη με επίκεντρο τον τοπικό Αστυνομικό Σταθμό, υπήρξαν τις μέρες εκείνες τα βασικά σημεία των μαχών που δόθηκαν κατά των πραξικοπηματιών. Ιδιαίτερα η συνοικία του Αγίου Νικολάου, που ήταν ανέκαθεν δημοκρατική, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντίσταση κατά των πραξικοπηματιών.

Τους έστηναν στον τοίχο και γύρευαν όπλα

«Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος μάς ειδοποίησαν να παρουσιαστούμε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Νικολάου και φτάνοντας εκεί ανεβήκαμε στο απέναντι κτίριο, ενώ αντιστασιακοί υπήρχαν και στο Εφτάπατο…» αφηγείται ο Αντρέας Στυλιανού. «Τα πυρά που δεχόμασταν από τους πραξικοπηματίες έρχονταν από το ξενοδοχείο “Κούριο” που βρίσκεται σε μικρή απόσταση…

Μείναμε εκεί μέχρι την Τρίτη το μεσημέρι οπότε πήραμε διαταγή να φύγουμε από τον Άη Νικόλα και να πάμε σε άλλες περιοχές…»

Στις διαδρομές που ακολούθησαν, κάποιοι, κατευθυνόμενοι σε κοντινά χωριά της Λεμεσού, συναντούσαν πάνοπλες ομάδες πραξικοπηματιών οι οποίοι τους πυροβολούσαν αδιάκριτα, αλλά, παρά τις δυσκολίες, κατάφερναν να ξεφεύγουν και συνέχιζαν την αντίστασή τους…
Ο Αντρέας Στυλιανού κατευθύνθηκε προς το χωριό του, την Επταγώνια, αλλά την επόμενη μέρα θέλησε να γυρίσει και πάλι στον Άη Νικόλα.

Στην επιστροφή όμως, ανακόπηκε από πραξικοπηματίες που τον συνέλαβαν και τον κράτησαν σε κελί στην Αστυνομία Γερμασόγειας, ύστερα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό και στη συνέχεια στα Πολεμίδια, όπου μαζί με άλλους αντιστασιακούς τούς είχαν βάλει στη γραμμή και απέναντί τους στημένο ένα μπρεν…

«Ήθελαν να μας αποσπάσουν διάφορες πληροφορίες… Κυρίως αναζητούσαν οπλισμό και καθώς δεν άκουαν αυτά που ήθελαν, όπλισαν κι έδειχναν αποφασισμένοι να μας εκτελέσουν… Εκείνη τη στιγμή όμως μπήκε μέσα κάποιος και τους σταμάτησε, ανακοινώνοντάς τους ότι οι Τούρκοι βρίσκονται έξω από την Κερύνεια…»
Έτσι γλίτωσαν εκείνοι οι άνθρωποι.

Πρωταγωνιστικός ο ρόλος της συνοικίας Αγίου Νικολάου

Γυναίκες κτυπούσαν πραξικοπηματίες και τους άρπαζαν τα όπλα

Από τις σκληρές μάχες που έγιναν στη συνοικία του Αγίου Νικολάου, ο Τάκης Εμμανουήλ κάνει αναφορά στον τραυματισμό του νεαρού φοιτητή Αντρέα Μιχαηλίδη, ο οποίος είχε έρθει για διακοπές στην Κύπρο και βρέθηκε να μάχεται κι αυτός κατά των πραξικοπηματιών από το Εφτάπατο.

«Τραυματίστηκε στο λαιμό και τον άρπαξαν και τον πέταξαν στο βούναρο με τους πεθαμένους στο νοσοκομείο… Τον είδε όμως η νύφη μου που ήταν σίστερ και κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός και τη νύχτα ετραβήσαν τον και εβγάλαν τον έξω… και έτσι γλίτωσε τότε».

Αναφέρεται όμως και στον υπεύθυνο, τότε, του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Νικολάου, που ήταν ο Νίκος ο Μασκοφόρος και ο οποίος «όταν οι πραξικοπηματίες ζήτησαν να παραδώσει το Σταθμό τούς απάντησε κοπιάστε να τον πάρετε και δεν τολμούσαν να έρθουν, γι’ αυτό και κρατήθηκε τόσες μέρες η αντίσταση… μέχρι που δεν υπήρχαν πυρομαχικά».

Αν και κατάφεραν τελικά οι πραξικοπηματίες να περάσουν στα χέρια τους το Σταθμό, ωστόσο η αντίσταση του κόσμου στον Άη Νικόλα συνεχιζόταν με διάφορους τρόπους…

Θυμάται ο Τάκης Εμμανουήλ την ημέρα που είχε γίνει γνωστό ότι θα επέστρεφε στην Κύπρο ο Μακάριος και κυριαρχούσε το σύνθημα «Έρχεται… έρχεται…» και κτύπησαν οι καμπάνες. «Τότε μαζεύτηκαν στην περιοχή χιλιάδες απλοί πολίτες, αλλά κατέβηκαν και 7-8 λαντ ρόβερ με οπλισμένους Εοκαβητατζήδες που σκορπίστηκαν απειλητικά μέσα στον κόσμο… Εδώκαν όμως πάνω τους οι γυναίκες…»

Μέσα από την περιγραφή αποκαλύπτεται και η… ανδρεία εκείνων των… παλικαριών της ΕΟΚΑ Β. «Θυμούμαι κάποια γυναίκα που ήταν και γεροδεμένη, που άρπαξε από το λαιμό δύο από αυτούς και τους κτύπησε τα κεφάλια τους, ενώ μια άλλη άρπαξε από άλλον το αυτόματο που κρατούσε… Κι όταν αυτοί οι κύριοι τα χρειάστηκαν, αφού δεν τους έπαιρνε να πυροβολήσουν τα γυναικόπαιδα, μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και έφυγαν κι από εκείνη την ημέρα όπου πήγαιναν, τούς έκαναν επίθεση οι γυναίκες…»

Σκληρές μάχες με επίκεντρο την Αστυνομία και την 4η Ανωτέρα

Από τις πρώτες ώρες της εκδήλωσης του πραξικοπήματος οι εγκληματικές ομάδες της ΕΟΚΑ Β κατέλαβαν την Τεχνική Σχολή με απώτερο στόχο να περάσουν στο χέρι την απέναντι Αστυνομική Διεύθυνση.

«Είχα μια καλή ομάδα και την ημέρα του πραξικοπήματος ξεκινήσαμε από τον Κάψαλο για την Κεντρική Αστυνομία, όπου ήδη είχε ξεκινήσει η μάχη με την 4η Ανωτέρα που ήταν δίπλα…» θυμάται ο Τάσος Σάββα και περιγράφοντας την κάθοδο στον κέντρο της πόλης, που ήταν γεμάτο με πραξικοπηματίες, επισημαίνει ότι «αναγκαστήκαμε να αφήσουμε τα αυτοκίνητά μας στο Μακαρονοποιείο και έχοντας κάλυψη από ομάδα του Εφεδρικού που βρισκόταν μέσα στην Κεντρική Αστυνομία, καταφέραμε να μπούμε κι εμείς μέσα…»

Οι μάχες που δόθηκαν εκεί ήταν πολύ σκληρές με σκοτωμένους και τραυματίες, ώσπου έγινε κατορθωτό να περάσει η Ανωτέρα στον έλεγχο των αντιστασιακών ομάδων.

«Κι όταν ο Ηλίας Κυριακίδης πήρε το μήνυμα ότι ο Μακάριος ήταν ζωντανός και μίλησε μαζί του, το ηθικό αναπτερώθηκε ακόμα περισσότερο… Ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει στους δρόμους της Λεμεσού και να διαδηλώνει τη χαρά του, αν και ομάδες πραξικοπηματιών που βρίσκονταν σε διάφορα κτίρια δεν δίσταζαν να πυροβολούν ακόμα και τους άοπλους πολίτες…»

Ο Τάσος Σάββα δεν μπορεί όμως να ξεχάσει και την ημέρα που συνελήφθηκε και βρέθηκε κρατούμενος στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, που λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες. Η σύλληψή του είχε γίνει μια μέρα που πήγε στο σπίτι του να δει για λίγο τη γυναίκα και τα μικρά παιδιά του.

Στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού οι πραξικοπηματίες είχαν ξηλώσει και συλλάβει τους νόμιμους αξιωματικούς και μοιράστηκαν μεταξύ τους αστέρες. Διευθυντής είχε αναλάβει ο Χρύσανθος Αναστασιάδης. Οι αντιστασιακοί κρατούμενοι που πέρασαν από εκεί έφαγαν το ξύλο της χρονιάς τους. Το ίδιο γινόταν και στις Κεντρικές Φυλακές όπου κατέληγαν.

Ο Άη Γιάννης αντιστάθηκε όσο υπήρχαν πυρομαχικά

Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ο Πάμπος Ψαράς με την ομάδα του έπιασαν διάφορα πόστα γύρω από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη.

«Από την ταράτσα της Ε’ Αστικής μάς έριχναν οι Εοκαβητατζήδες και κάποιοι στρατιώτες που είχαν μαζί τους… έστησαν πολυβόλο και το γύρισαν εναντίον μας οπότε κι εμείς αποφασίσαμε ότι πρέπει να καταλάβουμε τα σχολεία».

Έγιναν και εκεί μάχες με τραυματισμούς, αλλά οι αντιστασιακοί κατάφεραν να συλλάβουν αρκετούς από αυτούς.

Στο μεταξύ είχαν τελειώσει τα πυρομαχικά κι όταν η Κεντρική Αστυνομία είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες, τους ζητήθηκε να παραδώσουν τα όπλα τους.
«Πήγα και παρέδωσα ένα κυνηγετικό, αλλά αυτοί μου ζητούσαν αυτόματα και χειροβομβίδες κι όταν τους είπα ότι δεν υπήρχαν, με έβαλαν στα κελιά μαζί με άλλους δικούς μας και μετά με λεωφορεία μάς μετέφεραν στις Κεντρικές Φυλακές… έξι έξι στα κελιά και συνέχεια ανακρίσεις για να πούμε πού είχαμε όπλα… Έγινε η εισβολή κι αυτοί έψαχναν ακόμα οπλισμό».

Η φρίκη με τα σκοτωμένα γυναικόπαιδα της Τόχνης

Ανασκαλίζοντας τις μνήμες από εκείνες τις τραγικές μέρες του βίου και της πολιτείας των πραξικοπηματιών, ο Τάσος Σάββα στέκεται για λίγο σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος αθώων ανθρώπων.
Βρισκόταν σε στρατόπεδο στην Παλώδια, όπου είχε κληθεί για να προσφέρει υπηρεσίες, αφού ήδη είχε γίνει η τουρκική εισβολή.

«Μου είπαν μια μέρα ότι… απόψε έχεις μια αποστολή… Δεν μου είπαν τι ακριβώς… Εκείνη τη νύκτα είχε και φεγγάρι κι όταν έφτασαν κάποια στιγμή κοντά μας κάποια φορτηγά, το θέαμα που αντίκρισα με έκανε να παγώσω… Αντιλήφθηκα ότι τα φορτηγά ήταν γεμάτα πτώματα… Ήταν τα γυναικόπαιδα που σκότωσαν οι πραξικοπηματίες στην Τόχνη… Είχαν εξολοθρεύσει ολόκληρο χωριό και πέρασαν τα πτώματα από την Παλώδια πηγαίνοντας για την εξαφάνισή τους… Αρνήθηκα να συμμετάσχω σ’ αυτή την εγκληματική αποστολή, όμως εκείνη η φρικτή εικόνα δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό μου».

Αυτοί που υπερασπίστηκαν τη Δημοκρατία

Η «Κυριακάτικη Χαραυγή», τιμώντας τη μνήμη των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στην προδοσία και ταυτόχρονα καταδικάζοντας με βδελυγμία το φασισμό και την προδοσία, παρουσιάζει συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα του προδοτικού πραξικοπήματος. Οι μαρτυρίες καταγράφονται στο βιβλίο «ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, μαρτυρίες για τους αγώνες κατά του πραξικοπήματος της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β‘ στην Κύπρο». Όλες συγκλονιστικές. Επιλέξαμε ορισμένες. Πρόκειται για μια συγγραφική δουλειά του δημοσιογράφου και διδάκτορα του Τμήματος Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου Χρύσανθου Χρυσάνθου, η οποία εκδόθηκε το 2017 από την Επιτροπή Καταρτισμού και Τήρησης Μητρώου Μαχητών της Αντίστασης.

Ανδρέας Λεωνίδου Χριστοδούλου:

Πώς πήδηξε στη θάλασσα για να αποφύγει την εκτέλεση από τους Εοκαβητατζήδες

Ο Ανδρέας Λεωνίδου Χριστοδούλου από την Κάτω Πάφο ήταν 21 ετών κατά το πραξικόπημα και διηγείται πώς αναγκάστηκε να πηδήξει από ακταιωρό στη θάλασσα για ν’ αποφύγει την εκτέλεση από τους πραξικοπηματίες.

Με αντιστασιακή δράση από τα μαθητικά του χρόνια, ο Χριστοδούλου, ποδοσφαιριστής του ιστορικού ΑΠΟΠ, βρέθηκε με μετάθεση στο ναύσταθμο στο λιμανάκι της Πάφου, όπου υπήρχαν αποθήκες με τορπίλες, οπλισμό και καύσιμα για την ακταιωρό «Λεβέντης». Ανάμεσα στα καθήκοντά του στην αντίσταση ήταν η επαγρύπνηση κατά τις επισκέψεις του Μακαρίου στην Πάφο. Την ημέρα του πραξικοπήματος, ο Χριστοδούλου θυμάται να οδηγείται στην ακταιωρό «Λεβέντης» υποψήφιος για εκτέλεση και να πηδά στη θάλασσα για να γλιτώσει.

«Με την επιβίβαση στην ακταιωρό, άρχισαν οι απειλές θανάτου από τους Εοκαβητατζήδες. Οκτώ ναύτες, γνωστοί Μακαριακοί, απομονώθηκαν και έβαιναν προς εκτέλεση στο Μπογάζι, όπως ενημερώθηκαν από αξιωματικό. Την ίδια ώρα, τα πυροβόλα της ακταιωρού έβαλλαν προς τη Μητρόπολη, όπου είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος για ν’ αντισταθεί στο πραξικόπημα. Εκεί, όπως αναφέρει, είχε φτάσει και ο Μακάριος, μέσω του μοναστηριού του Κύκκου, αφού είχε διασωθεί από την επίθεση των πραξικοπηματιών στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο Χριστοδούλου αφηγείται πώς βρέθηκε και ο ίδιος στη θάλασσα για να σώσει τη ζωή του: «Την ώρα που περνούσαμε από το Πισσούρι με κατεύθυνση προς τη Λεμεσό φάνηκε από απέναντι να έρχεται το κότερο του Λανίτη. Οι Ελλαδίτες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί μαζεύτηκαν στη μια πλευρά της ακταιωρού προς την κατεύθυνση της ακτής και κοίταζαν με τα κιάλια για να διακρίνουν τους επιβάτες στο κότερο.

Υπέθεσαν ότι με αυτό επιχειρούσε να διαφύγει από την Κύπρο ο Μακάριος. Έβγαλα τότε τα σάνταλά μου και έπεσα στο νερό. Φάνηκα τυχερός γιατί έπεσα στο κατάλληλο σημείο, εκεί όπου έσπαζαν τα κύματα που προκαλούσαν η ακταιωρός και η προπέλα της. Διαφορετικά θα με παρέσερναν τα κύματα προς την προπέλα. Έβαλα τα δυνατά μου για να αντισταθώ στα ρεύματα.

Μόλις έπεσα στη θάλασσα, με έπιασε ο φόβος. Έμεινα για λίγα λεπτά ακίνητος μέχρι να απομακρυνθεί σε αρκετή απόσταση η ακταιωρός και ανέπνευσα με ανακούφιση. Ειλικρινά εκείνη τη στιγμή ήρθαν στο νου μου οι στίχοι του Ρήγα Φεραίου “καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή”. Κολυμπούσα για 3-4 ώρες συνεχόμενα».

Όπως αναφέρει ο Ανδρέας Χριστοδούλου, κατάφερε να βγει στην παραλία στο σημείο κάτω από το νοσοκομείο των στρατιωτικών βάσεων Ακρωτηρίου. Αργότερα, ρωτώντας για τους ναύτες που είχαν μείνει στην ακταιωρό, πληροφορήθηκε ότι οι πραξικοπηματίες τούς είχαν στήσει στον τοίχο και τους υπέβαλαν σε εικονικές εκτελέσεις!

Βλαδίμηρος Χαραλάμπους: Απόπειρες δολοφονίας και βασανιστήρια

Η μαρτυρία του Βλαδίμηρου Χαραλάμπους για τις αγριότητες των πραξικοπηματιών και το μεγαλείο της αντίστασης έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, καθώς πρόκειται για μια από τις λίγες περιπτώσεις που προδότες οδηγήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Ο Βλαδίμηρος ήταν σημαίνουσα μορφή της αντίστασης στη Λάρνακα και ως εκ τούτου από τους βασικούς στόχους της ΕΟΚΑ Β. Η μανία των πραξικοπηματιών εναντίον του εκφράστηκε με δύο απόπειρες δολοφονίας αλλά και φριχτά βασανιστήρια, από τα οποία κατέληξε για μήνες ολόκληρους σε νοσοκομείο στο εξωτερικό.

Ο Χαραλάμπους εργαζόταν στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της ΑΗΚ στη Δεκέλεια και οι ΕΟΚΑβητατζήδες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να επιχειρήσουν να τον εκτελέσουν μέσα στο σταθμό. Η απόπειρα έγινε στις 29 Δεκεμβρίου 1973… και στη μαρτυρία του, ο Βλαδίμηρος κατονομάζει συνάδελφούς του ως δράστες: «Είχα πάει στο σταθμό της Δεκέλειας κανονικά για δουλειά. Πήρα τις μετρήσεις και μετά κατέβηκα στα μπόιλερς για να κανονίσω τις θερμοκρασίες για το αποσταγμένο νερό. Θα κατέβαινα από τη σκάλα, αλλά ευτυχώς μου φώναξε κάποιος φίλος συνάδελφος. Ευτυχώς, γιατί έτσι δεν κατέβηκα και πήγα από την άλλη σκάλα. Ενώ ήμουν γυρισμένος, ακούστηκε ριπή αυτόματου όπλου», θυμάται ο Βλαδίμηρος…

Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ο Βλαδίμηρος Χαραλάμπους βρέθηκε φυσικά στην πρώτη γραμμή της αντίστασης. Μετά την κάμψη της ηρωικής αντίστασης στη Λάρνακα, βρέθηκε να κρύβεται μαζί με άλλους στις σπηλιές στην περιοχή Δεκέλειας μέχρι την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής. Στις 20 Ιουλίου 1974 παρουσιάστηκε στο ΚΕΝ Λάρνακας για να καταταγεί αλλά εκδιώχθηκε. Ακόμα και μετά την εισβολή, η έγνοια των πραξικοπηματιών ήταν να συλλάβουν αντιστασιακούς. Έτσι, στις 22 Ιουλίου ο Βλαδίμηρος συνελήφθη από πραξικοπηματίες και άρχισε το μαρτύριο που κατέληξε σε νοσοκομείο στην Ανατολική Γερμανία: «Αρχικά με μετέφεραν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας. Για 5-6 μέρες με κρατούσαν στα κελιά. Ύστερα με μετέφεραν στο σταθμό της Χωροφυλακής όπου με βασάνισαν. Φριχτά βασανιστήρια. Με κτυπούσαν σε όλο μου το σώμα. Σε κάποια στιγμή οι πραξικοπηματίες αναγκάστηκαν να με μεταφέρουν στο Νοσοκομείο Λάρνακας γιατί είχα χάσει τις αισθήσεις μου», θυμάται.

Με περιπετειώδη τρόπο, ο Βλαδίμηρος Χαραλάμπους κατάφερε να ξεφύγει, έχοντας σπασμένα πλευρά από τα βασανιστήρια. Κατέληξε στο μοναστήρι του Κύκκου μέχρι τον Δεκέμβρη του 1974, όταν επέστρεψε ο Μακάριος στην Κύπρο.

Τα τραύματά του από τα κτυπήματα ήταν τόσο σοβαρά, που χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο της Ανατολικής Γερμανίας για 4 μήνες!

Ο Βλαδίμηρος Χαραλάμπους ήταν από τους αντιστασιακούς που αποφάσισε να ζητήσει δικαιοσύνη κινώντας αγωγές στους βασικούς βασανιστές του.

Αυτοί ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι Παντελής Δημητρίου, Ανδρέας Πλαστήρας, Προκόπης Προκοπίου, Δημητράκης Νικολάου Αρέστης, Απόστολος Παπαπαναγιώτου και Ανδρέας Χρίστου Κωνσταντίνου. Η δίκη έγινε τον Ιούνιο του 1978 και όλοι κρίθηκαν ένοχοι. Δεν φυλακίστηκαν όμως λόγω του κλάδου ελαίας του Μακαρίου. Η μόνη τους τιμωρία ήταν αποζημίωση 2 χιλιάδων λιρών που κλήθηκαν να πληρώσουν στο θύμα τους. Η καταδίκη επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο είχαν το θράσος να κάνουν έφεση. Ήταν, όπως καταλήγει η μαρτυρία του Βλαδίμηρου, από τις λίγες περιπτώσεις που βρέθηκαν στο εδώλιο κατηγορούμενοι σε σχέση με το πραξικόπημα του 1974.

Γιαννάκης Χριστοδούλου:

Η επίθεση στο Προεδρικό όπως την έζησε ως μέλος της φρουράς του Μακαρίου

Ο Γιαννάκης Χριστοδούλου έδωσε μια από τις αμεσότερες μαρτυρίες για όσα τραγικά διαδραματίστηκαν, όταν οι πραξικοπηματίες επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο στις 15 Ιουλίου. Όντας ένα από μέλη της προεδρικής φρουράς και υπεύθυνος βάρδιας στις 15 Ιουλίου 1974, έζησε την επίθεση στη Δημοκρατία στο επίκεντρό της. Η βάρδια ανέλαβε υπηρεσία στις 7 το πρωί και ο τότε αναπληρωτής λοχίας αφηγείται στο βιβλίο:

«Ο Αρχιεπίσκοπος είχε έρθει από την προεδρική κατοικία στο Τρόοδος περίπου στις 7:50 και άρχισε τις συναντήσεις του. Σε κάποια στιγμή πήρα μήνυμα μέσω ασυρμάτου από αστυνομικούς ότι είδαν τέσσερα τεθωρακισμένα να μπαίνουν από την οδό Κατσώνη στη λεωφόρο Σεβέρη. Όπως μου είπαν, οι στρατιώτες έριχναν πυροβολισμούς στον αέρα και φώναζαν συνθήματα υπέρ της ΕΟΚΑ Β’. Ύστερα από λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί. Έτρεξα έξω από το παράπηγμα που ήταν τα γραφεία μας και είδα δύο τεθωρακισμένα. Το ένα ήταν στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το άγαλμα του Μακαρίου και το άλλο εκεί στο ελικοδρόμιο. Τα τεθωρακισμένα είχαν ρίξει την πύλη όπου υπήρχαν δύο αστυνομικοί της φρουράς και προχώρησαν στον περίβολο μπροστά από την είσοδο. Έβαλλαν ακατάπαυστα με τα αντιαεροπορικά πολυβόλα τους και με τα πυροβόλα τους. Στα πυρά τους απαντούσαν δύο αστυνομικοί της φρουράς του Υπουργού Δικαιοσύνης, Χρίστου Βάκη, ο οποίος είχε έρθει στο Προεδρικό πρωί πρωί για συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο. Βγήκαν έξω και οι άλλοι αστυνομικοί και άρχισαν να βάλλουν εναντίον των τεθωρακισμένων και των καταδρομέων της 32 ΜΚ που ήταν μαζί τους», αφηγείται.

Η στιγμή που κατάλαβαν, όπως μαρτυρά, ότι επρόκειτο για οργανωμένο πραξικόπημα ήταν όταν τηλεφώνησε στον διοικητή του Εφεδρικού Παντελή Πανταζή για βοήθεια. Ο Πανταζής απάντησε «κρατήστε και έρχομαι», αλλά επειδή αργούσε το Εφεδρικό, ο Χριστοδούλου τηλεφώνησε δεύτερη φορά στον Πανταζή. Τα λόγια του διοικητή του Εφεδρικού άνοιξαν τα μάτια των μελών της φρουράς του Μακαρίου: «Παιδί μου βαλλόμαστε τζιαι εμείς δαμέ που ούλλες τες πλευρές». «Όταν μας το είπε αυτό ο Πανταζής, καταλάβαμε ότι ήταν πραξικόπημα», σημειώνει και θυμάται πως δυσκολεύτηκαν να πείσουν τον Μακάριο να φύγει. «Ήμουν από τους τελευταίους που έφυγαν από το Προεδρικό προτού καεί από την πυρκαγιά που έβαλαν οι πραξικοπηματίες. Προχώρησαν με άλλους αστυνομικούς της φρουράς προς το κέντρο “Αθήνα” κοντά στην Κληματαριά. Στο δρόμο συναντήσαμε και άλλους αστυνομικούς της Αστυνομικής Σχολής και του Εφεδρικού. Οι κάτοικοι της περιοχής μάς δέχτηκαν με αγάπη και μας φρόντισαν. Ακούσαμε από το ραδιόφωνο του ΡΙΚ ανακοίνωση των πραξικοπηματιών ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός. Παγώσαμε και διερωτηθήκαμε αν τελικά σκοτώθηκε μετά που έφυγε από το Προεδρικό…»