Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διέπραξε ο λεγόμενος «Εθνικός» Στρατός είναι και η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα αλλά και μετά τη λήξη του, οι αμερικανοκίνητες κυβερνήσεις έστειλαν χιλιάδες πολίτες, πολιτικούς και στρατιωτικούς εξορία σε διάφορα νησιά. Ένα από αυτά, ίσως το πιο γνωστό είναι η Μακρόνησος.

Ένα από τα στρατιωτικά τάγματα που φύλαγαν την Μακρόνησο έφερε το όνομα «ΑΕΤΟ» και στην πλειοψηφία τους οι στρατιώτες ήταν αριστεροί. Αυτοί οι στρατιώτες ζούσαν σε ένα καθεστώς μεταξύ στρατιώτη – φύλακα και εξόριστου.

Οι στρατιωτικές αρχές ανησυχούσαν ότι ενδέχεται να προκληθεί αναταραχή ή ακόμα και ανταρσία από αυτούς τους στρατιώτες κι έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο για την εξόντωση τους.

Δηλώσεις μετάνοιας

Προς τα τέλη Φεβρουαρίου 1948 άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή ένα σχέδιο με στόχο την εξόντωση του τάγματος. Θα διερωτηθεί κάποιος για ποιο σκοπό ήθελαν να εξοντώσουν τον λόχο και γιατί δεν τον μετακίνησαν, αν ήθελαν να αποτρέψουν κάτι ανεπιθύμητο. Η απάντηση είναι ότι ακριβώς ήθελαν να πετύχουν «μ’ ένα σμπάρο δυό τρυγόνια». Αποτροπή ενδεχόμενης ανταρσίας αλλά και εξουδετέρωση ακόμα μιας ομάδας Αριστερών.

Με διάφορες δικαιολογίες άρχισαν να συλλαμβάνουν στρατιώτες και να τους καλούν να προβούν σε δηλώσεις μετάνοιας, δηλαδή να αποτάξουν τον κομουνισμό ως ιδεολογία.

Όσοι αρνήθηκαν τους περίμεναν άσχημες εμπειρίες. Πέρασαν στην ομάδα των κρατουμένων και υπόκειντο κι αυτοί σε βασανιστήρια, όπως οι υπόλοιποι κρατούμενοι.[1]

Ψευδής μετάδοση είδησης για επεισόδια

Το απόγευμα της 29ης Φεβρουαρίου 1948, οι διαπιστευμένοι συντάκτες στο υπουργείο Στρατιωτικών πληροφορούνταν ότι στο στρατόπεδο της Μακρονήσου είχαν ξεσπάσει αιματηρά επεισόδια με πολλούς νεκρούς και τραυματίες.

Την επόμενη, Δευτέρα 1η Μαρτίου του 1948, στα γραφεία των εφημερίδων έφτασε μία ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών, που με εντελώς κυνικό τρόπο επιβεβαίωνε το γεγονός, που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η φρικιαστικότερη και τραγικότερη, ίσως, σελίδα του εμφυλίου πολέμου[2]. «Την 29η Φεβρουαρίου – έλεγε η ανακοίνωση- άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί, κατά τη διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής, επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία, αμυνομένη, έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες. Εκ των ημετέρων, 4 τραυματίαι διά λιθοβολισμού. Οι τραυματίαι μεταφέρονται εις το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον». [3]

Την ίδια ημέρα, η εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας[4]  «Εξόρμηση» δημοσίευε στην τελευταία της σελίδα, υπό τον τίτλο «Μοναρχοφασιστική δολοφονική προβοκάτσια στο Μακρονήσι», την εξής είδηση: «Διψασμένος από αίμα ο μοναρχοφασιστικός λύκος έπεσε πάνω στους δημοκρατικούς φαντάρους που κρατάει στο στρατόπεδο του Μακρονησιού. Ετσι διέταξε ο καινούριος Αμερικάνος στρατηγός Φον Φλιτ. Την ώρα που πήγαιναν στην εκκλησία, την Κυριακή στις 29 Φλεβάρη, τους βάρεσαν στο ψαχνό ακόμα και με πυροβολικό. Σκότωσαν 17 και τραυμάτισαν 61. Το καινούριο αυτό μοναρχοφασιστικό έγκλημα ξεπερνάει σε αγριότητα και τα χιτλερικά εγκλήματα. Η καρδιά του λαού μας γεμίζει από μίσος ενάντια στους Αμερικάνους και στους μοναρχοσοφούληδες οργανωτές του και ζητάει εκδίκηση». [5]

Η μεγάλη σφαγή εν ώρα θρησκευτικής ομιλίας

Το πρωί της Κυριακής 29 Φεβρουαρίου 1948 έγινε κανονικά το προσκλητήριο στο Α` Ειδικό Τάγμα Οπλιτών Μακρονήσου και οι 4.500 σκαπανείς άρχισαν να συγκεντρώνονται στο γήπεδο. Στους λόχους είχαν μείνει, όπως όσοι ήταν υπηρεσία, οι ασθενείς, οι γραφιάδες και οι μάγειροι.

Μετά την έπαρση της σημαίας, οι στρατιώτες διατάχτηκαν να κινηθούν προς το θέατρο για να ακούσουν «θρησκευτική ομιλία», πράγμα που έκαμαν.

Οι αλφαμήτες όμως έφεραν με τη βία στη συγκέντρωση και φαντάρους που ήταν ελεύθεροι υπηρεσίας λόγω ασθενείας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση των υπολοίπων φαντάρων που άρχισαν να διαμαρτύρονται.

Η πρώτη αιματοχυσία

Ο υπασπιστής Καρδάρας, ο οποίος εκείνη την ώρα εκτελούσε χρέη διοικητή, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, έριξε πυροβολισμό στον αέρα ο οποίος αποτέλεσε το σύνθημα για την αιματοχυσία. Αμέσως, ο λόχος ασφαλείας που ήταν ακροβολισμένος, άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό. Το στρατόπεδο έγινε κόλαση. Οι νεκροί και οι τραυματίες έπεφταν σωρό, αν και κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους.[6]

Μετά το μακελειό και με την επέμβαση στρατιωτικών που ενέπνεαν κάποιο σεβασμό στους φαντάρους (όπως ο ταγματάρχης Καραμπέκιος), τα πράγματα ηρέμησαν κάπως. Ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος, που επέστρεψε στο τάγμα, επιχείρησε να κερδίσει χρόνο παραπλανώντας τους φαντάρους. Τους εγγυήθηκε την ασφάλεια τους και δέχτηκε το αίτημα τους για τη σύσταση διακομματικής επιτροπής η οποία θα εξέταζε τα γεγονότα και θα τιμωρούσε τους ενόχους.

Η δεύτερη επίθεση

Το πρωί της 1ης Μαρτίου εμφανίστηκε στις ακτές του Α’ Τάγματος ένα περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού. Στο κατάστρωμά του είχαν παραταχθεί ένοπλοι και δίπλα στα κανόνια του οι πυροβολητές ήταν έτοιμοι. Λίγα λεπτά αργότερα, μια φωνή ακούστηκε από τον τηλεβόα5:

«Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης! Συλλάβατε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα! Αποδοκιμάσατε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον».[7]

Ο Μπαϊρακτάρης επανέλαβε το μήνυμα προσθέτοντας: «Σας δίνω πέντε λεπτά προθεσμία ν’ αποχωριστείτε από τους κομμουνιστάς…». Και στη συνέχεια άρχισε να μετρά αντίστροφα: «τρία λεπτά… δύο λεπτά».[8]

Την ίδια ώρα, περίπου 250 ένοπλοι και ροπαλοφόροι από το Γ’ Τάγμα και η ομάδα Ασφάλειας κύκλωσαν τους σκαπανείς του πρώτου τάγματος, ενώ στήθηκαν και τα πολυβόλα.

Με εντολή του Μπαϊρακτάρη οι στρατιώτες επιτέθηκαν στους άοπλους στρατιώτες σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς.[9]

Το κτύπημα από τη θάλασσα

Οι άοπλοι στρατιώτες προσπαθούσαν να αμυνθούν με πέτρες και υποχωρούσαν προς τη θάλασσα.

Αρκετοί έπεσαν στο νερό[10] με την ελπίδα ότι εκεί θα έβρισκαν σωτηρία.

Όμως δέχθηκαν τα πυρά των πολυβόλων του περιπολικού σκάφους που βρισκόταν κοντά στην ακτή.

Στην προσπάθεια να σταματήσει το μακελειό, κάποιος φωνάζει να σταθούν όρθιοι και να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο. Αλλά όπως ήταν όρθιοι τα πολυβόλα συνέχισαν να θερίζουν.[11]

Τους φούνταραν στο βυθό

Ο Μίμης Βρονταμίτης ήταν ο καπετάνιος του καϊκιού που έκανε τη διαδρομή Λαύριο – Μακρονήσι κουβαλώντας ανθρώπους και προμήθειες.

Δίνοντας τη μαρτυρία του για το μακελειό είπε ότι ένας στρατιωτικός, ο Σκαλούμπακας του κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές τον διέταξε να κουβαλάει σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.

«Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε.

Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».[12]

Ο επίλογος

Όσοι στρατιώτες επέζησαν υπέστηκαν φρικτά βασανιστήρια με στόχο την υπογραφή δήλωσης μετάνοιας.

Δώδεκα σκαπανείς συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές ως αρχηγοί της δήθεν εξέγερσης που προκάλεσε τα γεγονότα και 142 συνάδελφοί τους συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι. Τέλος, 700 μετατέθηκαν στο Γ’ Τάγμα.

Eπιμέλεια: Μιχάλης Μιχαήλ

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

  1. Ο 1ος λόχος του Τάγματος της Μακρονήσου.
  2. Ο βαρκάρης Μίμης Βρονταμίτης ο οποίος έδωσε μαρτυρία για το μακελειό της Μαρκονήσου.
  3. Ο Μάνος Κατράκης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μάνθος Κέτσης στη Μακρόνησο.

[1] «Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου – Το χρονικό της εν ψυχρώ δολοφονίας των 300 αμετανόητων φαντάρων», http://www.topontiki.gr/article/203428/i-megali-sfagi-tis-makronisoy-hroniko-tis-en-psyhro-dolofonias-ton-300-ametanoiton.

[2] «Η μεγάλη σφαγή στη Μακρόνησο», https://www.rizospastis.gr/story.do?id=1164838

[3] Το «ΒΗΜΑ», 2/3/1948.

[4] «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.) ήταν ο στρατός της Αριστεράς στον εμφύλιο.

[5] «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» 1/3/1948.

[6] Ορισμένες πηγές κάνουν λόγο για 5 νεκρούς και 14 τραυματίες (Β. Βαρδινογιάννη – Π. Αρώνη: «Οι μισοί στα σίδερα», εκδόσεις «Φιλίστωρ», σελ. 157). Η εφημερίδα «Μάχη» στις 13/7/1950 δημοσίευσε τα ονόματα 5 νεκρών και 10 τραυματιών (Ευάγγελος Μαχαίρας: «Πίσω από το Γαλανόλευκο Παραπέτασμα», εκδόσεις «Προσκήνιο» σελ. 288). Ο γιατρός του τάγματος Λ. Γεωργιλάκος, σε μαρτυρία του, κάνει λόγο για μεγάλο αριθμό τραυματισμένων, εκ των οποίων οι 10 ήσαν βαριά (Φιλ. Γελαδόπουλου: «Μακρόνησος – Η μεγάλη σφαγή του 1948», εκδόσεις «Αλφειός», σελ. 91) κ.ο.κ.

[7] Ευάγγελος Μαχαίρας: «Πίσω από το Γαλανόλευκο Παραπέτασμα», εκδόσεις «Προσκήνιο» σελ. 290-291.

[8] Ν. Μάργαρη: «Ιστορία της Μακρονήσου», εκδόσεις «Δωρικός», τόμος Β`, σελ. 34.

[9] Β. Βαρδινογιάννη – Π. Αρώνη: «Οι μισοί στα σίδερα», εκδόσεις «Φιλίστωρ», σελ. 157 και Ευάγγελος Μαχαίρας: «Πίσω από το Γαλανόλευκο Παραπέτασμα», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 291.

[10] Λέγεται ότι από τους 4.500 σκαπανείς του Α` Τάγματος οι 2.000 έπεσαν στο νερό (Βλέπε: Ευάγγελος Μαχαίρας: «Πίσω από το Γαλανόλευκο Παραπέτασμα», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 292.

[11] Γιώργος Δ. Γιαννόπουλος: «Μακρόνησος: Μαρτυρίες ενός φοιτητή 1947-1950», εκδόσεις «Βιβλιόραμα», σελ. 77.

[12] «Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου – Το χρονικό της εν ψυχρώ δολοφονίας των 300 αμετανόητων φαντάρων», http://www.topontiki.gr/article/203428/i-megali-sfagi-tis-makronisoy-hroniko-tis-en-psyhro-dolofonias-ton-300-ametanoiton.

Μας έχεις Like στο Facebook ;